Index Page
Κείμενα

Πολυτεχνείο, από τον μύθο ή τη συκοφαντία, στην έρευνα

Η γενιά του Πολυτεχνείου μεγάλωσε στη μετεμφυλιακή δεκαετία του ΄50 και βίωσε τις ριζοσπαστικές αλλαγές και τον εκσυγχρονιστικό άνεμο του ΄60
Του ΓΙΑΝΝΗ ΒΟΥΛΓΑΡΗ (*)

[Το κείμενο αυτό αποτελεί αναδημοσίευση δημοσιεύματος της αφημερίδας "ΤΑ ΝΕΑ" της 17-11-2007]

 

Όσο καλά έχει εγκατασταθεί το Πολυτεχνείο στη μνήμη και στον δημόσιο λόγο της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, άλλο τόσο περιθωριακό έχει μείνει στον χώρο της επιστημονικής έρευνας. Ελάχιστες επιστημονικές και διδακτορικές εργασίες έχουν ασχοληθεί. Η σχετική βιβλιογραφία σχεδόν μονοπωλείται από τις μαρτυρίες πρωτεργατών/-τριών της εξέγερσης και από τις σύντομες αναφορές που περιλαμβάνονται στις επίσης ολιγάριθμες ιστορίες της δικτατορίας. Θα πρέπει να προσθέσουμε επίσης τη συμβολή των λογοτεχνών και των καλλιτεχνών που με τα δικά τους εργαλεία αναζήτησαν το «πνεύμα» μιας εποχής και την ταυτότητα μιας γενιάς. Τα κεντρικά ερωτήματα που αντιμετωπίζονται στη βιβλιογραφία αυτή είναι, “πώς προέκυψε;”, “τι συνέβη μέσα;” και, κυρίως, “πώς επέδρασε;” το Πολυτεχνείο. Δηλαδή, αν μπορεί να θεωρηθεί άμεσο και καθοριστικό αίτιο της πτώσης της δικτατορίας και του χαρακτήρα της μεταπολίτευσης, ή όχι. Είναι λογικό επομένως, οι ερμηνευτικές αλυσίδες και οι αιτιώδεις σχέσεις να καλύπτουν ένα μικρό χρονικό διάστημα. Χρειαζόμαστε μακρύτερες διάρκειες, μακρύτερα ερμηνευτικά σχήματα, επεκτείνοντας και διερευνώντας τις διεργασίες πολύ πιο πριν και πολύ πιο μετά. Πρέπει ταυτόχρονα να εμβαθύνουμε σε όψεις και διεργασίες που κινούνται πέρα από την πολιτική ανάλυση. Όπως, π.χ., να αναζητήσουμε συστηματικότερα τις βαθύτερες συνέχειες αλλά και τις τομές αντιλήψεων, πνευματικών ζυμώσεων, μαζικής κουλτούρας με την προηγούμενη προδικτατορική περίοδο. Τις αλλαγές που επήλθαν στη μεταπολίτευση. Τη διαχείριση της μνήμης του Πολυτεχνείου στη μεταπολιτευτική Ελλάδα έως σήμερα. Ποια είναι τα «πολυτεχνεία» που κατασκεύασαν το εθνικό- λαϊκό σύνολο, τα κόμματα και οι μικρότερες πολιτικές ομάδες, τα σχολεία και οι δάσκαλοι, τα μίντια, η ίδια η γενιά που το έκανε;

Σταυροδρόμι δύο εποχών
Η εμπειρική έρευνα του Κέντρου Πολιτικών Ερευνών του Παντείου Πανεπιστημίου που πρόσφατα παρουσιάστηκε εκτενώς στον Τύπο, ανέδειξε ακριβώς την ανάγκη οργανικότερης ένταξης του Πολυτεχνείου και της γενιάς του στη μακρύτερη διάρκεια της μετεμφυλιακής και μεταπολιτευτικής Ιστορίας μας. Ιχνογράφησε με αδρές γραμμές το «προφίλ» εκείνων που έπαιξαν ιδιαίτερα ενεργό ρόλο, πρακτικά τον κόσμο των ΦΕΑ (Φοιτητικών Επιτροπών Αγώνα) κατά τη διάρκεια του αντιδικτατορικού κινήματος 1971- 1973. Προέκυψε μια εικόνα πιστή της ελληνικής κοινωνίας. Μια γενιά χωρίς προκαθορισμένα έκτακτα κοινωνικο-οικονομικά ή πολιτικά χαρακτηριστικά, παιδιά της Ελλάδας της σκληρής δεκαετίας του ΄50, της πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης της δεκαετίας του ΄60. Μια γενιά που ήρθε, έκανε τη δουλειά της για το καλό της δημοκρατίας και της Ελλάδας, και ύστερα πήγε στις δουλειές της. Φαινομενικά. Γιατί όπως προκύπτει από την έρευνα αλλά κυρίως από την εμπειρία, «επειδή κάποτε έδεσε τη ζωή της με τη μοίρα αυτού του τόπου, κάθεται από τότε σε αναμμένα κάρβουνα» όπως λέει ο Σαββόπουλος. Αυτή η εικόνα διαψεύδει πλήρως τις κατά καιρούς ηλίθιες συκοφαντίες για δήθεν «ανταλλάγματα» και «συναλλαγές» που έκανε αυτή η γενιά, αντιστρέφοντας το ερώτημα: γιατί υποεκπροσωπήθηκε σε επίπεδο πολιτικών ηγεσιών; Από την άλλη, βγάζει τη γενιά από τον μύθο, κάνοντάς την πιο απτή, αναδεικνύοντάς την ως χαρακτηριστικό γέννημα της κοινωνικής, πολιτικής και πολιτισμικής εξέλιξης της χώρας, ως χαρακτηριστικό κρίκο της σύγχρονης ιστορίας μας. Γιατί η γενιά του Πολυτεχνείου είναι ασφαλώς πολλαπλά μεταιχμιακήιστορικά, ιδεολογικά, κοινωνικά, ψυχολογικά. Όπως άλλωστε ήταν και η περίοδος της δικτατορίας: επίλογος του μετεμφυλιακού συστήματος εξουσίας και ταυτόχρονα παρένθεση του πολυδιάστατου εκσυγχρονισμού που άρχισε τη δεκαετία του ΄60. Στο σταυροδρόμι αυτό η πολιτική (και όχι αναγκαστικά ηλικιακή) γενιά του Πολυτεχνείου διαμόρφωσε τη συλλογική της ταυτότητα που επισφραγίστηκε από το γεγονός: μια εκρηκτική στιγμή η οποία συναίρεσε τον πολιτικό ορθολογισμό και το πολιτικό πάθος, καθιερώνοντας κοινούς κώδικες πνευματικής, αισθητικής και ψυχολογικής έκφρασης. Χρειάζεται λοιπόν να τραβήξουμε το Πολυτεχνείο και τη γενιά του από τον μύθο, να το απαλλάξουμε από τις συκοφαντίες και να το ερευνήσουμε περισσότερο. Με νεώτερους και περισσότερο αποστασιοποιημένους, ίσως, ερευνητές και με νέες ερευνητικές προσεγγίσεις.

Νέο «ρεπερτόριο δράσεων διαμαρτυρίας»
Πόσο μάλλον που ακόμα ζούμε τις επιδράσεις του «γεγονότος» πολύ περισσότερο από όσο αντιλαμβανόμαστε. Αυτό, π.χ., μας υποδεικνύει μία από τις ποικίλες ερευνητικές προσεγγίσεις που σήμερα διαθέτουμε. Τα ιστορικά γεγονότα μετασχηματίζουν δομές και παράγουν καινούργιες, υποστηρίζει ο William Sewell jr. προτείνοντας τη δυνατότητα μιας «κοινωνιολογίας των ιστορικών γεγονότων» (πρόχειρη μετάφραση της eventful sociology). Η έννοια του γεγονότος, που συνειρμικά φέρνει την αίσθηση του έκτακτου, του ανοιχτού στο τυχαίο και το αυθόρμητο, προτείνεται να έρθει στον χώρο της θεωρίας, προκειμένου να αναζητηθούν οι κανονικότητες του έκτακτου και οι μακρόχρονες δομικές επιπτώσεις του. Νομίζω ότι τέτοιες προσεγγίσεις μπορούν να ανασύρουν νέες όψεις του «ιστορικού γεγονότος: Πολυτεχνείο». Να αναδείξουν λιγότερο εμφανείς επιπτώσεις που συνίστανται στην αθόρυβη αλλαγή δομών, ορισμένες από τις οποίες είναι ευρύτερες των πολιτικών. Κάποιες είναι προφανείς αλλά όχι μελετημένες. Το Πολυτεχνείο ανανέωσε και παρήγαγε νέο «ρεπερτόριο δράσεων διαμαρτυρίας» (Τσαρλς Τίλι), το οποίο καθόρισε τον τύπο των μαζικών κινητοποιήσεων έως σήμερα (για το καλό και το κακό). Διαμόρφωσε διαδικασίες λήψης αποφάσεων που έγιναν υποχρεωτικό πρότυπο στους διάφορους μαζικούς και συνδικαλιστικούς χώρους. Μπορούμε όμως να πάμε και σε λιγότερο προφανείς. Παρήγαγε- ή όχι- μια δομική αλλαγή στο πανεπιστήμιο που εν πολλοίς διαρκεί ακόμα και όχι πάντα για το καλό μας; Μήπως άλλαξε τις οικογενειακές σχέσεις μακροπρόθεσμα δίνοντας κύρος στον «νέο» και τον «φοιτητή», μεταβάλλοντας σταθερά και ριζικά τη σχέση των γενεών μέσα στην οικογένεια και τις αντιλήψεις για την αγωγή των παιδιών; Ποια πολιτισμική ιδέα του έθνους, της λαϊκότητας και των μεταξύ τους σχέσεων παρήγαγε το Πολυτεχνείο; Διατηρήθηκε αυτή η ιδέα ή «διεφθάρη» ήδη από την πρώτη μεταπολίτευση;

Γαλλικός Μάης, Ντίλαν και ρεμπέτικο
Άλλα ερωτήματα εντάσσονται στο πεδίο της ιστορικής ανάλυσης και της ανάλυσης της κουλτούρας της εποχής. Η πολιτική γενιά του Πολυτεχνείου ήταν η πρώτη που μετείχε στη διεθνοποίηση και στην κοινή, παγκόσμια, μαζική, νεανική κουλτούρα που εξαπλώθηκε μετά τα κινήματα του ΄68. Σε αυτό το πλαίσιο, εν μέρει βίωσε και ασφαλώς περιέκλεισε μέσα της ένα εξωστρεφές και ελευθεριακό πνεύμα που ξεμύτιζε σε όλο το φάσμα των πολιτισμικών αναζητήσεων, των ηθών και των σχέσεων των δύο φύλων. Ταυτόχρονα, προσέφυγε στα λαϊκά στοιχεία του πολιτισμού μας, της ψυχαγωγίας και των συμπεριφορών, προκειμένου να βρει αντιστασιακές ρίζες και αντιστασιακούς υπαινιγμούς (π.χ. στα ριζίτικα). Διαμορφώθηκε κατά τη σύντομη διετία 1972-1973 μέσα σε ένα πολιτισμικό και αισθητικό περιβάλλον που ενέπλεκε τον Ντίλαν και το ρεμπέτικο, το «Φράουλες και αίμα» (φοιτητική εξέγερση στο Μπέρκλεϊ) με την «Αναπαράσταση» του Αγγελόπουλου. Ας θέσουμε λοιπόν το ερώτημα: η μεταπολίτευση και η επάνοδος της επίσημης πολιτικής με πρωταγωνιστές τα νόμιμα, πλέον, κόμματα στα οποία όλοι με ελπίδα και πάθος ενταχθήκαμε, επέφεραν ή όχι πτώχευση των πολιτισμικών δυνατοτήτων που περιέκλειε η γενιά αυτή; Ας μην ξεχνάμε ότι η μεταπολιτευτική Ελλάδα σήμανε μεταξύ των άλλων την επανένωση των κομματιών που είχε σκορπίσει η δικτατορία στο εσωτερικό και το εξωτερικό, όπως και την επανεπικοινωνία των διαφόρων τμημάτων του πληθυσμού, τα οποία έζησαν την επταετία υπό διαφορετικές συνθήκες, με διαφορετικές στάσεις και αντιδράσεις, με διαφορετικά βιώματα και χρονικότητες. Η επάνοδος των πολιτικών ηγεσιών της Ν.Δ., του ΠΑΣΟΚ και της κομμουνιστικής Αριστεράς από το εξωτερικό απλώς εικονογραφεί τη διαδικασία επανεύρεσης. Κατά πόσο λοιπόν η «γενιά μας» είδε στη μεταπολίτευση να φτωχαίνουν και να στειρώνονται πολιτισμικές (και επομένως πολιτικές) δυνατότητες που είχε αρχίσει να καλλιεργεί, να δεξιώνεται από το παγκόσμιο περιβάλλον, να αφομοιώνει χωρίς όμως ακόμα να έχει κατακτήσει, λόγω των ανελεύθερων συνθηκών και του σύντομου χρόνου; Αν αυτό ισχύει, μπορούμε να υποθέσουμε τις πολιτικές αιτίες. (α) Η επάνοδος των μαζών στην πολιτική, η επάνοδος των «μέσων όρων» στη δημοκρατική, πλέον, δημόσια σφαίρα αφομοίωσε τις αβέβαιες αναζητήσεις μιας αριθμητικά ισχνής νέας γενιάς. (β) Η συνάντηση της γενιάς του Πολυτεχνείου με την ιστορική Αριστερά σήμανε μεταξύ των άλλων και τη συνάντηση με την αρνητική πολιτισμική πραγματικότητα της αριστερής «κουλτούρας των φυλακών» και των «σοσιαλιστικών χωρών», που ασφαλώς έρχονταν σε μετωπική σύγκρουση με τα προωθημένα πολιτισμικά σκιρτήματα της γενιάς. (γ) Ο λαϊκισμός του ΠΑΣΟΚ της εποχής και η εντυπωσιακά κακή σχέση του με τη διανόηση και τις προωθημένες πνευματικές αναζητήσεις.

Η Ελλάδα μετά τον «γύψο»
Σε κάθε περίπτωση, είναι ακόμα ευκολότερο να αναζητούμε αιτίες και ερμηνείες που αφορούν την πολιτική και τα κόμματα. Αυτό που ακόμα δεν ξέρουμε είναι ποια ήταν η Ελλάδα που βγήκε από τη δικτατορία. Στο επίπεδο των συλλογικών αντιλήψεων, των πολιτισμικών χαρακτηριστικών του πληθυσμού, η δικτατορία παραμένει εν πολλοίς black box. Ξέρουμε πώς μπήκαμε, ξέρουμε πώς γίναμε λίγο αργότερα, αλλά δεν ξέρουμε αρκετά για το πώς ήμασταν μέσα στο κουτί. Αυτό, πιστεύω ότι παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα προς έρευνα. Οι ερευνητικές δυσκολίες είναι προφανείς. Ίσως τα καταλληλότερα ερευνητικά εργαλεία να βρίσκονται στην ανάλυση της μαζικής κουλτούρας, και μάλιστα της «υποκουλτούρας». Και πάλι θα ήταν σημαντικό να διευρύνουμε το χρονικό τόξο. Στην πραγματικότητα, χρειάζεται να κατανοήσουμε βαθύτερα τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά και τις πολιτισμικές αμφισημίες του μεγάλου ρεύματος κοινωνικής ανόδου και εκσυγχρονισμού, που άρχισε στο γύρισμα της δεκαετίας του ΄50 και συνεχίστηκε στο διάστημα τουλάχιστον δύο γενεών. Να κατανοήσουμε τόσο τις φωτεινές όψεις, όπως η «σύντομη πολιτιστική άνοιξη» της δεκαετίας του ΄60 ή οι ανήσυχες αναζητήσεις της γενιάς του Πολυτεχνείου, όσο και τις σκοτεινές. Κυρίως τις σκοτεινές. Γιατί αυτές έχουν μείνει εν πολλοίς ανεξερεύνητες. Παραθέτω ερωτήματα, ζητήματα προς έρευνα, για να δείξω απλώς τις δυνατότητες να προσεγγίσουμε το θέμα με ποικίλους πλέον τρόπους. Χρειάζεται όμως να υπενθυμίσουμε άλλη μια μεγάλη δυσκολία που αντιμετωπίζουν οι ερευνητές: τα κλειστά αρχεία, την απουσία οποιωνδήποτε επίσημων κανόνων για τη δημοσιοποίησή τους, την ιδιωτική χρήση δημόσιων αρχείων από τους «υπευθύνους» τους. Και βεβαίως, την υποτυπώδη χρηματοδότηση της κοινωνικής και ιστορικής έρευνας.


* Ο Γιάννης Βούλγαρης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

 


Αρχική Σελίδα


Γενιά συντρόφων του ΑΦΚ της Πάτρας
e-mail: geniafakp@yahoo.com

Τελευταία ενημέρωση: 28/10/2007