Index Page
Κείμενα

Τι ζητούσε το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα;

Η μεταπολίτευση συνέβαλε αποφασιστικά στην αποϊδεολογικοποίηση της πολιτικής του δράσης

ΤΟΥ ΑΡΓΥΡΗ ΥΦΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

[Από την "Ελευθεροτυπία", 20/04/2007]

Η πτώση της δικτατορίας, το καλοκαίρι του 1974, ανέδειξε το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα σε βασικό σύμβολο της νέας ελληνικής πολιτείας. Ωστόσο, η μεταπολιτευτική ρητορική, μέσω των αναγνώσεων που επιχειρεί για την αντιδικτατορική φοιτητική δράση, εισάγει σημασίες οι οποίες συχνά έρχονται σε αντίθεση με τα εμπειρικά δεδομένα της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου. Σε γενικές γραμμές, ο μεταπολιτευτικός δημόσιος λόγος αποσυνδέει τον πολιτικό χαρακτήρα του φοιτητικού κινήματος από την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα του μετεμφυλιακού κράτους. Επιπλέον, ενσωματώνει τη δράση του σε μία επίπλαστη αντίληψη, μέσω της οποίας το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας τοποθετείται στο επίκεντρο του αντιδικτατορικού αγώνα. Με άλλα λόγια, εισάγει ένα στοιχείο «παλλαϊκότητας», το οποίο υποτίθεται ότι χαρακτηρίζει την πολιτική δράση αυτής της περιόδου.

Οι συγκεκριμένες ιδεολογικο-πολιτικές κατασκευές έχουν αποτέλεσμα το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα να προσλαμβάνεται στις συλλογικές αναπαραστάσεις της μεταπολίτευσης ως η «εξέγερση μιας «γενιάς», της «γενιάς του Πολυτεχνείου». Σε αυτό το πλαίσιο, ο καθοριστικός συντελεστής της δράσης του κινήματος δεν αναφέρεται στις κοινές ή παραπλήσιες πολιτικές προσλαμβάνουσες των δρωσών συλλογικοτήτων και στις άμεσες ή έμμεσες διαμεσολαβήσεις των οργανωμένων πολιτικών δυνάμεων. Αντιθέτως, επαφίεται στην «αυθόρμητη» δράση ατομικών υποκειμένων, τα οποία υποτίθεται ότι ενοποιούνται αποκλειστικά στον άξονα μιας διάθεσης εναντίωσης στην πολιτική καταπίεση των δικτατόρων και χαρακτηρίζονται από μία αδιαφοροποίητη, πρωτόλεια και, κατά τούτο, μεταφυσική αίσθηση ελευθερίας, χωρίς συγκεκριμένες πολιτικές προοπτικές.

Στις επίσημες αφηγήσεις της μεταπολίτευσης, τα χαρακτηριστικά των μετεμφυλιακών πολιτικών δομών και οι μορφές της πολιτικής κινητοποίησης της δεκαετίας του '60 δεν επικοινωνούν ιστορικά με τη δράση του κινήματος, το οποίο μοιάζει να εμφανίζεται αυτοτελώς στο πολιτικό σκηνικό που εισάγει η δικτατορία. Με τον τρόπο αυτόν, το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα εμφανίζεται αποκομμένο από τις ιστορικές προϋποθέσεις που συνέβαλαν στην πολιτική του παρουσία και δράση.

Θα έλεγε κανείς ότι ο κυρίαρχος μεταπολιτευτικός λόγος δεν στοχεύει μόνο στην άρση των κοινωνικών και πολιτικών αποκλεισμών της περιόδου που προηγήθηκε, αλλά, επιπρόσθετα, επιβάλλει και την ολοσχερή διαγραφή τους από τη συλλογική μνήμη. Στη μεταδικτατορική Ελλάδα το σύνολο, σχεδόν, των πολιτικών δυνάμεων διαχειρίζεται την πολιτική παρακαταθήκη του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος με βάση την προοπτική υλοποίησης του κυρίαρχου ιδεολογήματος αυτής της περιόδου, το οποίο αντιστοιχεί στο αίτημα του αστικού κοινωνικο-πολιτικού «εκσυγχρονισμού». Επομένως, αποσιωπά τις ιδεολογικές προεκτάσεις που προσέλαβε το κίνημα, οι οποίες, εν πολλοίς, κατέτειναν στο ξεπέρασμα του πολιτικού διλήμματος: «δικτατορία ή αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία».

Στην πραγματικότητα, το φοιτητικό κίνημα κατά της δικτατορίας εμπεριέχει πολύ διαφορετικά πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά από εκείνα που του αποδίδει ο κυρίαρχος λόγος της μεταπολίτευσης. Διότι συγκροτείται στη βάση μιας ποικιλώνυμης αριστερής πολιτικής προοπτικής και στις κοινωνικές του πρακτικές ενσωματώνει στοιχεία τα οποία χαρακτηρίζουν τη δράση των αριστερών πολιτικών δυνάμεων. Ταυτόχρονα, πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά, όπως ο αντιαμερικανισμός, ο αντιιμπεριαλισμός, στοιχεία κοινωνικής ισότητας και δικαιοσύνης, διεύρυνσης των δημοκρατικών θεσμών, εθνικής ανεξαρτησίας, αλλά και αιτήματα που περιστρέφονται ή κατατείνουν στο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό των κοινωνικών δομών οργανώνουν τις συλλογικότητες του φοιτητικού χώρου, κατά την περίοδο της δράσης του κινήματος, οριοθετώντας την πολιτική τους ταυτότητα από διαφορετικές ή αντίπαλες πολιτικές ταυτότητες.

Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα δεν αναπτύσσεται στη βάση της ευρείας συναίνεσης των πολιτικών δυνάμεων που εμπλέκονται στη συγκεκριμένη διαδικασία. Αντιθέτως, μορφοποιείται στον άξονα των συγκρούσεων των αριστερών πολιτικών φοιτητικών οργανώσεων που αναλαμβάνουν δράση στα πανεπιστήμια την περίοδο εκείνη. Με άλλα λόγια, η τελική διαμόρφωση του φοιτητικού χώρου περνά μέσα από οξύτατες πολιτικές διαμάχες μεταξύ των δυνάμεων που επιζητούν τη δυνατότητα του πολιτικού του ελέγχου. Παρ' όλα αυτά, ο μεταπολιτευτικός δημόσιος λόγος εξαίρει τον «ενωτικό» χαρακτήρα της αντιδικτατορικής φοιτητικής δράσης και, κυρίως, της εξέγερσης του Νοεμβρίου.

Η εξέγερση του 1973 ως φαινόμενο μιας ριζικής και, κατ' αρχάς, «αυθόρμητης» πολιτικής απάντησης στην κρίση αυτής της περιόδου προκαλεί την ταυτόχρονη δραστηριοποίηση των φοιτητών, των κομματικών καθοδηγήσεων και των πολιτικά συνειδητοποιημένων πολιτών της Αθήνας. Παράλληλα, είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς σειράς πολιτικών διαδικασιών που λαμβάνουν χώρα στα πανεπιστήμια, τουλάχιστον, από τον Ιανουάριο του 1972. Κατά τη διάρκειά της, όμως, εκδηλώνονται οξύτατες συγκρούσεις οι οποίες σχετίζονται με την κατεύθυνση των στόχων της και με την επιθυμία των εμπλεκόμενων πολιτικών φορέων να αναλάβουν την καθοδήγηση της εξέγερσης. Το φαινόμενο αυτό είναι απολύτως συμβατό με την εκδήλωση κάθε παρόμοιας πολιτικής διαδικασίας. Κάθε εξέγερση, ανεξαρτήτως της έκβασής της, δημιουργεί τις προϋποθέσεις οριστικής αποσταθεροποίησης της ισχύουσας πολιτικής κατάστασης και, επομένως, προσφέρει στους πολιτικούς παίκτες τη δυνατότητα επανακαθορισμού νέων ισορροπιών δύναμης. Αρα, οι εμπλεκόμενοι πολιτικοί φορείς, είτε ως κόμματα είτε ως πολιτικές φοιτητικές οργανώσεις, εκ των πραγμάτων, στρέφουν το ενδιαφέρον τους προς την πολιτική καθοδήγηση των εξεγερμένων, προσδοκώντας την ευόδωση των πολιτικών τους στόχων.

Ενα άλλο βασικό χαρακτηριστικό του κινήματος το οποίο έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη μεταδικτατορική δημόσια ρητορική αναφέρεται στη σχέση του με την ευρύτερη ελληνική κοινωνία αυτής της περιόδου. Θεωρούμε ότι το κίνημα του φοιτητικού χώρου αποτελεί το μόνο ουσιαστικό παράδειγμα συγκροτημένης αντιδικτατορικής πολιτικής δράσης κατά την περίοδο 1967-1974. Από την άποψη αυτή στερείται οργανωμένων και ενεργών συμμάχων εντός της κοινωνίας των πολιτών, αφού οι κοινωνικές οργανώσεις μένουν αδρανοποιημένες σχεδόν σε όλη την περίοδο της δικτατορίας. Μόνο από το έτος 1973, σταδιακά, θα επιδράσει καταλυτικά στη συνείδηση ευρύτερων μαζών, αν και τελικά θα καταφέρει να ενεργοποιήσει, κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του Νοεμβρίου, μόνο τα πιο συνειδητοποιημένα πολιτικά στρώματα της Αθήνας.

Στο πλαίσιο του μεταπολιτευτικού δημόσιου λόγου, ο αντιδικτατορικός αγώνας των φοιτητών εμφανίζεται ταυτόσημος με την επαναλαμβανόμενη σε όλη τη μεταδικτατορική περίοδο λαϊκιστική θέση περί καθολικής αντίθεσης της ελληνικής κοινωνίας στο κράτος των συνταγματαρχών, που στην περίπτωση της κομμουνιστικής ρητορικής συμπυκνώνεται στο διπολικό ζεύγμα «Χούντα-Λαός».

Οι διαφορές του αριστερού δημόσιου λόγου για το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα σε σχέση με το δημόσιο λόγο των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων της μεταπολίτευσης για το ίδιο θέμα, έγκεινται κυρίως σε ένα είδος «καθημερινοποίησης» της πολιτικής του παρακαταθήκης. Δηλαδή, στη διαφορετική, κάθε φορά, μετασημασιολόγηση της πολιτικής του δράσης προς όφελος των εκάστοτε πολιτικών τοποθετήσεων των κομμάτων της Αριστεράς (βλ. τις ανακοινώσεις των αριστερών κομμάτων κατά τη διάρκεια των επετείων της εξέγερσης του Νοεμβρίου). Επιπλέον, μέσω αυτών των διαφορετικών νοηματικών αποδόσεων επιχειρείται η γεφύρωση του χάσματος, που παρατηρείται κατά τη δεκαετία του '70, μεταξύ του αριστερού δημόσιου λόγου και των πολιτικών και κοινωνικών αιτημάτων που κυριαρχούν στην ελληνική κοινωνία. Τελικά, η ανάγκη της ελληνικής Αριστεράς να προσεγγίσει ένα ευρύτερο πολιτικό ακροατήριο κατέστησε ανενεργό το σημαντικότερο πολιτικό της πλεονέκτημα, το οποίο απέρρεε από την καθοριστική πολιτική δράση που ανέλαβε κατά την περίοδο της δικτατορίας. Το γεγονός αυτό συνέβαλε στη διαγραφή από τις συλλογικές αναπαραστάσεις του πλέον ευδιάκριτου ιστορικού δεδομένου, δηλαδή του αριστερού πολιτικού χαρακτήρα και προσανατολισμού της αντιδικτατορικής φοιτητικής δράσης. Ταυτόχρονα, συνέτεινε ώστε το κοινωνικό/πολιτικό περιεχόμενο του αντιδικτατορικού αγώνα να κεφαλαιοποιηθεί, ιδεολογικά και πολιτικά, από δυνάμεις οι οποίες έδρασαν στο περιθώριο αυτών των εξελίξεων, δίνοντάς τους μια πρωτοφανή ώθηση στην ελληνική πολιτική σκακιέρα της δεκαετίας του '70.

Εν ολίγοις, κατά τη μεταδικτατορική περίοδο παρατηρείται μία αναντιστοιχία μεταξύ των εμπειρικών δεδομένων που αναφέρονται στον αντιδικτατορικό φοιτητικό αγώνα και στα ρητορικά σχήματα που απευθύνονται σε αυτά. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά του μεταπολιτευτικού δημόσιου λόγου συνέτειναν καθοριστικά στην αποϊδεολογικοποίηση της πολιτικής δράσης του κινήματος ή, ορθότερα, επέτρεψαν την ενσωμάτωση των ιδεολογικών και πολιτικών του χαρακτηριστικών στο κυρίαρχο, την περίοδο αυτή, «εκσυγχρονιστικό» ιδεολόγημα. Η διαδικασία αυτή έβρισκε σύμφωνη την πλειονότητα του ελληνικού πολιτικού κόσμου αφού βοηθούσε στο φλέγον ζήτημα της υπέρβασης των μετεμφυλιακών πολιτικών δομών. Απέβη, ωστόσο, προς όφελος των «αστικών» πολιτικών δυνάμεων, οι οποίες εξήλθαν ενισχυμένες από την επτάχρονη δικτατορία. Μία αντίθετη αντίληψη, η οποία θα μετέθετε το βάρος των κοινωνικών παραστάσεων από το αστικό «εκσυγχρονιστικό» αίτημα της «μεταπολίτευσης» σε πολιτικά και κοινωνικά αιτήματα εφαπτόμενα των δρωσών συλλογικοτήτων κατά τη διάρκεια του αντιδικτατορικού αγώνα, θα έθετε αυτομάτως σε αμφισβήτηση το χαρακτήρα των τρεχουσών κοινωνικών και πολιτικών επιδιώξεων και, άρα, θα αποτελούσε έναν εξόχως αστάθμητο παράγοντα των πολιτικών εξελίξεων.

 

[Πηγή: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 20/04/2007]


 

Αρχική Σελίδα


Γενιά συντρόφων του ΑΦΚ της Πάτρας
e-mail: geniafakp@yahoo.com

Τελευταία ενημέρωση: 28/10/2007