Index Page
Κείμενα

Τα αίτια της πτώσης της δικτατορίας

Η εξέγερση του Πολυτεχνείου αποτέλεσε πραγματική τομή για τη νεότερη πολιτική ιστορία της Ελλάδας

ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

[Από την "Ελευθεροτυπία", 20/04/2007]


Από τις αρχές της δεκαετίας του '70, με έναν όλο και πιο έντονο τρόπο αρχίζει να βγαίνει στην επιφάνεια μια σειρά από παραμέτρους που θα παίξουν αρνητικό ρόλο στη λειτουργία του καθεστώτος. Στο οικονομικό πεδίο, η διεθνής οικονομική ύφεση εισάγεται με πολύ έντονους ρυθμούς στη χώρα, ενώ στη δυναμική που επέφερε αυτή η χειροτέρευση της οικονομικής κατάστασης θα πρέπει να συνυπολογιστεί και το ότι οι κοινωνικές ανισότητες αυξάνονται.

Ταυτόχρονα, το πέρασμα του χρόνου θα οδηγήσει σε όξυνση των ενδημικών αντιφάσεων της δικτατορίας. Το γεγονός πως στο καθεστώς δεν συμμετείχαν στελέχη της κοινοβουλευτικής Δεξιάς ούτε εκπρόσωποι του βασιλιά μπορεί σε μια πρώτη φάση να λειτούργησε διευκολυντικά για την ευόδωση του όλου εγχειρήματος, ωστόσο σε δεύτερο χρόνο δημιουργούσε ένα πολιτικό μόρφωμα που διακρινόταν από τον πιο ακραιφνή αντικομμουνισμό, σε πλήρη απόσταση με τις αλλαγές που είχαν σημειωθεί από το τέλος του Εμφυλίου, οι οποίες καθιστούσαν απεχθείς για την πλειονότητα του ελληνικού λαού τέτοιου είδους πολιτικές.

Οι παραπάνω εξελίξεις θα οδηγήσουν στην ανάγκη πολιτικού αυτομετασχηματισμού της δικτατορίας. Ηταν αναγκαίο να υπάρξει μια νομιμοποίηση, η οποία θα οδηγούσε στην άρση των αδιεξόδων του κράτους έκτακτης ανάγκης και στην ομαλή αναπαραγωγή του καθεστώτος. Για τον λόγο αυτόν θα επιλεγεί η πολιτική τής λεγόμενης «φιλελευθεροποίησης».

Η τάση αυτή συνάντησε τη δυσπιστία των πιο συντηρητικών κύκλων του καθεστώτος, ωστόσο είχε κατορθώσει να αποτελεί ηγεμονική πολιτική κατεύθυνση τόσο στο εσωτερικό της ελληνικής άρχουσας τάξης όσο και στην πλειονότητα του σώματος των Ελλήνων αξιωματικών.

Το ενδιαφέρον είναι πως σημαντικό τμήμα του πολιτικού κόσμου εμφανίστηκε θετικό απέναντι στην προσπάθεια αυτομετασχηματισμού του καθεστώτος. Εκτιμήθηκε πως η κυβέρνηση Μαρκεζίνη θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια πολιτικοποίηση της δικτατορίας, η οποία θα συντελούσε στον σχηματισμό ενός νέου κοινοβουλευτικού καθεστώτος σε ισορροπημένη σχέση με τον στρατό. Σε αυτήν την περίπτωση και ο ρόλος τού επίσημου πολιτικού προσωπικού θα αναβαθμιζόταν, αλλά και θα αποκλειόταν το ενδεχόμενο μιας πιο ριζοσπαστικής μεταστροφής. Πρέπει να σημειωθεί πως ακόμα και εκείνοι οι αστοί πολιτικοί, π.χ. ο πρώην πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής, που δεν συναίνεσαν ανοιχτά στη λύση Μαρκεζίνη, στην ουσία υιοθέτησαν μια στάση αναμονής και ευμενούς ουδετερότητας. Πέρα, όμως, από τη μεγάλη πλειονότητα των παλαιών κοινοβουλευτικών, θετικά διακείμενο ήταν και το ΚΚΕ Εσωτερικού, πιστεύοντας πως η εμπλοκή του λαϊκού παράγοντα σε μια εκλογική διαδικασία θα λειτουργούσε διαθλαστικά για τις πολιτικές ελευθερίες και αποσταθεροποιητικά για την ισχύ του στρατού. Αντίθετα, το ΚΚΕ και το ΠΑΚ του Α. Παπανδρέου αρνούνται να νομιμοποιήσουν την επίφαση δημοκρατίας που προβάλλει ένα καθεστώς το οποίο στην ουσία του παραμένει αναλλοίωτο.

Ολοι οι σχεδιασμοί και οι αντιδράσεις θα μείνουν εκκρεμείς από τη στιγμή που θα ξεσπάσουν τα γεγονότα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Η εξέγερση θα αποτελέσει πραγματική τομή για τη νεότερη ελληνική πολιτική ιστορία και θα σηματοδοτήσει την αρχή του τέλους για τη δικτατορία. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο δεν είναι η ανατροπή της διαδικασίας «φιλελευθεροποίησης» και η πτώση του Παπαδόπουλου, αλλά η κοινωνική δυναμική που προέκυψε από την εξέγερση. Η εξέλιξη των πραγμάτων ήταν αποτρεπτική για οποιαδήποτε διαδικασία συνδιαλλαγής με τη χούντα. Η ωμή βία που χρησιμοποιήθηκε, έκανε σαφές πως η αλλαγή του καθεστώτος θα έπρεπε να έχει τα χαρακτηριστικά της τομής σε σχέση με το παρελθόν.

Μετατόπιση προς τα αριστερά

Ουσιαστικά, μέσω του Πολυτεχνείου όλο το πολιτικό σκηνικό μετατοπίζεται δυνάμει προς τα αριστερά. Είναι εμφανές πως ό,τι νέο προέκυπτε δεν θα είχε καμία σχέση με το μετεμφυλιακό κράτος των λειψών πολιτικών δικαιωμάτων, της ανέχειας και της περιθωριοποίησης του μισού ελληνικού πληθυσμού.

Η πρωτοβουλία του Ιωαννίδη για νέο πραξικόπημα και σκλήρυνση του καθεστώτος δεν μπορεί να χαρακτηριστεί παρά ως μια φυγή προς τα εμπρός, σε μια στιγμή όπου καμία από τις υπάρχουσες κοινωνικές δυνάμεις δεν ήταν σε θέση να επιβάλει τη θέλησή της, δεδομένου πως το μπλοκ εξουσίας δεν καταφέρνει να εκπονήσει ένα σχέδιο ομαλής μετάβασης στον κοινοβουλευτισμό, αλλά και οι λαϊκές δυνάμεις περιορίζονται στην αυθόρμητη άρνηση του καθεστώτος.

Ετσι, τόσο η έλλειψη πολιτικής υποστήριξης όσο και η είσοδος στην Ελλάδα των συνεπειών τής πετρελαϊκής κρίσης θα οδηγήσουν τον Ιωαννίδη σε μια μορφή «εφόδου προς τα εμπρός», στην προσπάθειά του να εδραιώσει την εξουσία του στην Ελλάδα μέσω του πραξικοπήματος κατά του Μακαρίου. Πρόκειται για μια κίνηση που, σε περίπτωση επιτυχίας της, θα είχε σημαντικότατα πολιτικά, ιδεολογικά, στρατιωτικά, οικονομικά και εθνολογικά αποτελέσματα:

- Πολιτικά, γιατί μια ενδεχόμενη επέκταση των γεωγραφικών συνόρων της χώρας, που θα συνοδευόταν από λύση του «γόρδιου δεσμού» του Κυπριακού, θα προσέδιδε στη χούντα, όπως υπολόγιζε ο Ιωαννίδης, την πολυπόθητη λαϊκή υποστήριξη.

- Ιδεολογικά, γιατί επεκτεινόταν η ελληνική επικράτεια και μάλιστα σε βάρος του «προαιώνιου» εχθρού της χώρας, της Τουρκίας.

- Στρατιωτικά, γιατί ο έλεγχος του νησιού αποδίδει σημαντικά πλεονεκτήματα τόσο σε ό,τι αφορά την πρόσβαση στη Μ. Ανατολή και στη Β. Αφρική, αλλά και στην ίδια την Τουρκία.

- Οικονομικά, γιατί η Κύπρος λόγω της θέσης της αποτελεί σημαντικότατο εμπορικό και χρηματιστηριακό κόμβο.

- Εθνολογικά, γιατί η σχεδιαζόμενη ένωση Ελλάδας-Κύπρου θα επέφερε και την απορρόφηση των Τουρκοκυπρίων από το ελληνικό κράτος.

Ωστόσο, ο Ιωαννίδης, δρώντας κάτω από την πίεση που δημιουργούσε η εσωτερική κατάσταση, δεν έλαβε υπ' όψιν του μια σειρά από πολύ σημαντικούς παράγοντες: α) Την αντίδραση των Τούρκων. β) Την αντίδραση των Αγγλων, που δεν αντιτάχθηκαν στα σχέδια των Τούρκων για μονομερή επέμβαση με στόχο την «επαναφορά στη νομιμότητα».

γ) Τον ρόλο που θα επεδίωκαν να έχουν οι Αμερικανοί, οι οποίοι δεν επιθυμούσαν να δυσαρεστηθεί ένας τόσο σημαντικός σύμμαχός τους όπως η Τουρκία.

δ) Την αντίδραση της διεθνούς κοινής γνώμης.

ε) Τον δυσμενή συσχετισμό δύναμης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

στ) Την άρνηση των Ελληνοκυπρίων να αποδεχθούν τη βίαιη ανάμιξη των Ελλαδιτών στα κυπριακά πράγματα.

Η αδυναμία απάντησης στην τουρκική εισβολή από την πλευρά του στρατού σήμανε και το τέλος της κυριαρχίας του μηχανισμού αυτού. Διότι, από τη στιγμή που αδυνατούσε να επιτελέσει τη βασική αποστολή του, αυτόματα υπονομευόταν ο συνολικός ρόλος του. Ταυτόχρονα, η αναγκαστική προσφυγή στην επιστράτευση επέτρεψε την αλλαγή της ισορροπίας δυνάμεων μέσα στον στρατιωτικό μηχανισμό. Κατά συνέπεια, δημιουργήθηκε η ανάγκη ανάδειξης ενός νέου πολιτικού κέντρου που να συμπυκνώνει την ενότητα της κρατικής εξουσίας και να εξασφαλίζει την αναπαραγωγή της. Αυτό δεν μπορούσε να είναι άλλο από τη συγκρότηση κοινοβουλευτικής κυβέρνησης. Η άρχουσα τάξη ήταν αναγκασμένη να αποδεχθεί το τέλος των μετεμφυλιακών δομών άσκησης της εξουσίας, αντιλαμβανόμενη ότι δεν μπορούσε πια να αποδέχεται τον στρατό ως τον κατ' εξοχήν πολιτικό της φορέα. Η σοβαρότητα της κατάστασης (κίνδυνος απώλειας εθνικού εδάφους, πλήρης αυτονόμηση της στρατιωτικής εξουσίας, όξυνση της διεθνούς οικονομικής κρίσης, ένταση των κοινωνικών αγώνων) κατέληγε αναγκαστικά προς μια αλλαγή του πολιτικού πλαισίου. Η στρατιωτική ηγεσία επιχείρησε την επίτευξη μιας συμβιβαστικής λύσης (υιοθέτηση μιας επιτηρούμενης από τον στρατό κοινοβουλευτικής λύσης), πράγμα όμως που δεν αντιστοιχούσε στις δεδομένες ιστορικές συνθήκες -το 1974 δεν ήταν 1973. Η νέα μορφή διακυβέρνησης θα έπρεπε να κάνει έκδηλη την αίσθηση της διαφοράς με το προηγούμενο καθεστώς.

Η επιλογή του Κ. Καραμανλή ήταν η πιο αρμόζουσα λύση για την αναπαραγωγή του συγκεκριμένου συστήματος κοινωνικών σχέσεων. Ο Καραμανλής εξέφραζε αυτό που επιτυχημένα έχει ονομαστεί «τομή μέσα στη συνέχεια». Τομή, γιατί ο ερχομός του σηματοδοτούσε δομικές αλλαγές στο ελληνικό πολιτικό σύστημα: κατάργηση της μοναρχίας, ακύρωση του ρόλου του στρατού, νομιμοποίηση των αριστερών κομμάτων, οικονομικές παροχές στις κυριαρχούμενες τάξεις. Συνέχεια, γιατί ο Κ. Καραμανλής, όντας πρωθυπουργός από το 1955 μέχρι το 1963, είχε εκφράσει με επιτυχία τα γενικότερα συμφέροντα του αστικού κόσμου. Με την επιλογή Καραμανλή, ο οποίος διακρινόταν για τον αντικομμουνισμό του αλλά και την αντιμοναρχική του στάση, διετηρείτο η σχέση ισορροπίας μεταξύ της συνιστώσας τής «τομής» και της συνιστώσας τής «συνέχειας», σε αντίθεση με την αρχικά προτεινόμενη λύση τού λιγότερο συντηρητικού αστού πολιτικού Π. Κανελλόπουλου, όπου το βάρος έπεφτε στην πλευρά της «τομής», γεγονός που μπορεί να συναντούσε την ενεργό αντίδραση του πιο σκληροπυρηνικού τμήματος των στρατιωτικών. Ο Κ. Καραμανλής αποτελούσε την εγγύηση για μια ήπια και μετριοπαθή κοινοβουλευτική μεταρρύθμιση. Μια καινούργια ιστορική περίοδος ξεκινούσε....

[Πηγή: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 20/04/2007 - ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΚΑΡΑΜΑΝΩΛΑΚΗΣ]



Αρχική Σελίδα


Γενιά συντρόφων του ΑΦΚ της Πάτρας
e-mail: geniafakp@yahoo.com

Τελευταία ενημέρωση: 28/10/2007