Home Page
Introduction
History of a Myth
Partnership
Events
Archives
Links
Galleries
Contact Us
   
Languange  
 
 
   
 
 
Arcadia Project is
funded from EU by
the Culture 2000
Programme
 Articles
This section includes usefull articles about the major domains in bussiness advisor area.
Search for an article
Type Keyword    
Προσκυνητές της αγάπης και εύθυμοι ερημίτες: συντροφικότητα στην ιδεατή φύση των κήπων
Date Submitted: 20/06/2007 Date Last Modified: 31/07/2007

Προσκυνητές της αγάπης και εύθυμοι ερημίτες: συντροφικότητα στην ιδεατή φύση των κήπων

Στις αρχές του 18ου αιώνα δημιουργήθηκαν στη Γαλλία καλλιτεχνικά και θεατρικά έργα μέσα από τα οποία αναβίωσαν οι αρκαδικές ιδέες με τη μορφή κοσμικών γιορτών – tes lantes”. Σκοπός των γιορτών εκείνων ήταν η ένωση του μύθου και της ζωής τη στιγμή της παράστασης, ενώ έδιναν αφορμή για εκδρομές στην εξοχή με ερωτικό σκοπό. Οι κήποι και τα πάρκα που βρίσκονταν έξω από το Παρίσι δημιουργούσαν το σκηνικό εκείνων των γιορτών καθώς έμοιαζαν με αρκαδικά τοπία πλαισιωμένα πάντοτε από αγάλματα της Αφροδίτης και του θεού Πάνα.
Έτσι ο Γάλλος ζωγράφος Ζαν Αντουάν Βατό (1684-1721) δημιούργησε αρκετούς πίνακες που απεικόνιζαν ένα ταξίδι στο ερωτικό νησί των Κυθήρων. Το νησί αυτό, όπου κατά την αρχαιότητα υπήρχε ένας μεγαλόπρεπος ναός της Αφροδίτης, έγινε η προσωποποίηση του ονειρικού κόσμου μιας εύθυμης συντροφικότητας με το σύμβολο του θεού Έρωτα. Το βραχώδες νησί έγινε μέσα από τους πίνακες του Βατό, που διαδόθηκαν ευρέως σε χαλκογραφίες, ένας φυσικός παράδεισος. Παρουσιάζονται νεαρά ζευγάρια που αναχωρούν με ένα πλοίο που οδηγείται από ερωτιδείς ώστε να περάσουν σε ένα πάρκο της αντίπερα όχθης. Πρότυπο αποτέλεσε ο περίφημος κήπος του Σεν Κλόντ στο Παρίσι, στον οποίο επίσης υπήρχε πρόσβαση με πλοίο.


Με την εικόνα των Κυθήρων συνδέθηκε η ιδέα του προσκυνήματος, όπως είχε συνδεθεί στη χριστιανική παράδοση, κυρίως με τους μεγάλους τάφους των Αποστόλων στη Ρώμη και στο Σαντιάγο ντε Κομποστέλα στην Ισπανία. Το κοχύλι του Απόστολου Ιακώβου, το σύμβολο των προσκυνητών του Ιακώβου, απέκτησε στα χέρια μιας κοσμικής κυρίας ένα ερωτικό στοιχείο: όταν ο προσκυνητής σβήνει τη δίψα της προσκυνήτριας γεμίζοντας το κοχύλι με νερό από ένα δοχείο, τότε οι σύγχρονοι γνώριζαν ότι παραπέμπει στην αισθησιακή επιθυμία και την εκπλήρωσή της. Το κοχύλι του Απόστολου Ιακώβου μεταλλάσσεται έτσι σε κοχύλι της θεάς Αφροδίτης. Η ράβδος των προσκυνητών ήταν επίσης τυλιγμένη με κληματόφυλλο, γεγονός που παρέπεμπε περισσότερο στον κόσμο των ποιμένων και στη συνοδεία του θεού Βάκχου από ότι στην καθολική παράδοση. Μέσα από τον όρο των προσκυνητών της αγάπης έγιναν ξανά αποδεκτές οι ιδέες της Αναγέννησης τόσο από το μυθιστόρημα L’ Astrée όσο και από την αγγλική λογοτεχνία κυρίως του συγγραφέα Σπένσερ.
Το ίδιο ισχύει για την αρχιτεκτονική μορφή του ερημητήριου που έπειτα εισήχθη στην αρχιτεκτονική κήπων. Αρχικά, επρόκειτο για μια λιτή ασκητική καλύβα. Αρχαίοι φιλόσοφοι όπως ο Διογένης, ο οποίος προτίμησε τη μοναχική ζωή σε ένα πιθάρι από τη διαφθαρμένη κοινωνία της πόλης, αποτέλεσαν τους πρόδρομους των προχριστιανικών ασκητών που κατοικούσαν αργότερα σε τέτοιες καλύβες. Η απήχηση της ιδέας μιας «παραγωγικής μοναχικότητας» παρατηρείται στη φιλοσοφία του 18ου αιώνα καθώς και στον Ρουσσώ, ο οποίος υποστήριζε στα συγγράμματα του την επιστροφή στη φύση. Η αναβίωση του ιδεώδους της αρκαδικής ποιμενικής ζωής βρήκε αντιστοιχία στις ιδέες εκείνες με πολλαπλούς τρόπους.


Εύθυμοι ερημίτες σε γερμανικές Αυλές

Αυτοί οι πίνακες αντικόσμων υιοθετήθηκαν από την υψηλή κοινωνία σε ορισμένες γερμανικές Αυλές. Ομοίως ο Φρειδερίκος Β’ της Πρωσίας (1712-1786) διαμόρφωσε ως διάδοχος του θρόνου τη θερινή του έπαυλη στην πόλη Ραίνσμπεργκ με πίνακες αρκαδικών φυσικών τοπίων του Βατό και των μαθητών του Λακρέ και Πατέρ.
Στον αναδιαμορφωμένο κήπο του παλατιού μια συντροφιά νέων ανθρώπων με μουσική παιδεία κινούταν σαν να ζούσε μέσα σε αυτούς τους πίνακες. Συνειδητά έψαχναν τη σύνδεση με τα αρκαδικά σχέδια των αρχαίων συγγραφέων Βιργίλιο και Οράτιο˙ ντύνονταν όπως στο περίφημο ποιμενικό θεατρικό έργο του Γκουαρίνι Il pastor fido”, έπαιζαν μουσική, χόρευαν στην ύπαιθρο και λάτρευαν τον θεό του κρασιού Βάκχο. Ο Φρειδερίκος σχεδίασε ο ίδιος τέτοιου είδους φυσικά τοπία και τοποθέτησε το νεοαναγειρόμενο παλάτι Σαν Σουσί στο Πότσδαμ σε μια φανταστική αρκαδική ρεαλιστική απεικόνιση.
Καθώς ο Φρειδερίκος δεν είχε στην κατοχή του κανέναν από τους πίνακες με θέμα τα Κύθηρα, ανέθεσε το 1750 στο ζωγράφο της Αυλής του Σάρλ Αμέντε Φιλίπ βαν-Λο να ζωγραφίσει έναν τέτοιο πίνακα με θέμα «Απόπλους για τα Κύθηρα», στο κέντρο του οποίου απεικονίζεται ένα ζευγάρι προσκυνητών. Ο άντρας φορά το κλασικό πανωφόρι των προσκυνητών στολισμένο με κοχύλια και κρατά μια ράβδο. Ενώ η αγαπημένη του στρέφει το βλέμμα της ενθαρρυντικά, δείχνει ακόμα διστακτική. Το πλοίο περιμένει ήδη, ακόμα και αν η απόσταση για τον ταξιδιωτικό προορισμό τους είναι μικρή. Στον πίνακα απεικονίζεται ένα μεγάλο φυσικό πάρκο με αγάλματα του Ερμή όπως ακριβώς έκανε και ο Φρειδερίκος στο δικό του αναδιαμορφωμένο πάρκο Σαν Σουσί στο Πότσδαμ. Ο ανοιχτός περίπτερος ναός στο βάθος του πίνακα θυμίζει το ναό του Απόλλωνα που ανεγέρθηκε το 1735 στον κήπο της Αμάλθειας στην περιοχή Νόιρουπ.


Από το ζωγράφο της Αυλής του βασιλιά Φρειδερίκου Β’, Αντουάν Πέσνε, υπάρχουν αρκετά πορτραίτα συγγενών της πρωσικής Αυλής με την ενδυμασία των προσκυνητών της αγάπης. Ενώ ο ζωγράφος Φρίντριχ Άντολφ Χάρπερ και η νεαρή γυναίκα του (1740-1745) καταφτάνουν με σεμνή ενδυμασία σε σύγκριση με άλλους, ο ανοιχτός κορσές της συνοδού του κόμη Γκούσταφ Άντολφ φον Γκόττερ παραπέμπει στη φήμη του ως εραστή των υλικών απολαύσεων. Ο Γκόττερ εργαζόταν ως διπλωμάτης σε αποστολή της Σαξωνίας – Γκότα στην Αυλή της Βιέννης προτού εισχωρήσει στις πρωσικές υπηρεσίες. Το 1743 ο Φρειδερίκος Β’ τον διόρισε διευθυντή της νεοαναγειρόμενης Όπερας του Βερολίνου. Στο αξίωμα αυτό ήταν επίσης αρμόδιος για τη διοργάνωση γιορτών.


Οι επιρροές από τη Γαλλία βρήκαν πρόσφορο έδαφος και στο γερμανικό κρατίδιο της Θουριγγίας. Το 1739 η καλλιεργημένη λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά πριγκίπισσα της πόλης Γκότα Λουΐζα Δωροθέα (1710-1767) μαζί με τον άντρα της Φρειδερίκο Γ’ φον Σάξεν – Γκότα ίδρυσαν το τάγμα των Εύθυμων Ερημιτών (Eremites humeures). Σε αυτό ανήκαν εκτός από την οικογένεια του πρίγκιπα και συγγενείς της Αυλής. Τόπο συγκέντρωσης αποτελούσε κατά κανόνα η θερινή έπαυλη στην κοινότητα Φρίντριχσβερτ της πόλης Γκόττα. Στο πάρκο του παλατιού είχαν ανεγερθεί τέσσερα ερημητήρια από τα οποία το ένα χρησίμευε ως χώρος συγκέντρωσης, το άλλο ως τραπεζαρία και ένα ακόμα ως χώρος παραλαβής καφέ. Στο τέταρτο κελί τα μέλη μπορούσαν να διασκεδάσουν με επιτραπέζια παιχνίδια. Όλα τα μέλη φορούσαν την ειδική στολή του τάγματος και είχαν ιδιαίτερα ονόματα που παρέπεμπαν στον εκάστοτε χαρακτήρα. Ομοίως δόθηκε και στον κόμη Γκόττερ, ο οποίος έγινε το 1743 το 39ο μέλος του τάγματος, το όνομα Tourbillion” – ανεμοστρόβιλος. Το σύμβολο του τάγματος ήταν μια μικρή ταμπέλα από πράσινο σμάλτο σε σχήμα οβάλ με το απόφθεγμα Vive la Joie” στην πίσω πλευρά της οποίας έγραφε το όνομα και τον αριθμό μέλους. Αρκετά μέλη έγιναν πορτραίτα φορώντας την ειδική στολή του τάγματος, ανάμεσά τους και η δούκισσα και ο κόμης Γκόττερ ο οποίος ανέθεσε την τοποθέτηση, όχι μόνο παραπομπών του Οράτιου στο παλάτι του στο Μόλντορφ, αλλά και του αποφθέγματος του τάγματος. Στο Μόλντορφ διοργανώνονταν συχνά συγκεντρώσεις του τάγματος. Η εθιμοτυπία της Αυλής δεν ίσχυε κατά τη διάρκεια των συγκεντρώσεων του τάγματος, έτσι ώστε γινόταν δυνατή μία σχετικά ισότιμη συναναστροφή μεταξύ των μελών.


Στον επταετή πόλεμο (1756-1763) το τάγμα, το οποίο στο μεταξύ είχε φτάσει τα 71 μέλη, διαλύθηκε. Υπήρξαν, ωστόσο, παρόμοιες προσπάθειες και στα χρόνια που ακολούθησαν. Έτσι το 1765 ο πρίγκιπας της Πρωσίας Χάινριχ – αδελφός του βασιλιά – ίδρυσε το τάγμα της Αμαθούντας, γνωστό από έναν άλλο περίφημο ναό της Αφροδίτης. Επέκτεινε το πάρκο της θερινής κατοικίας του στο Ράινσμπεργκ, η οποία μεταβιβάστηκε σε αυτόν μετά την άνοδο του Φρειδερίκου στο θρόνο, προσθέτοντας νέα εδάφη της περιοχής και διαμόρφωσε εκεί με τους φίλους του έναν παρόμοιο αρκαδικό βίο όπως ο Φρειδερίκος κατά την περίοδο της βασιλείας του.

Τα ειδύλλια του Σάλομον Γκέσνερ

Ο Ελβετός ποιητής ειδυλλίων και ζωγράφος Σάλομον Γκέσνερ δημιούργησε το 1775 μια υδατογραφία με τον τίτλο «Η αγροτική γιορτή». Δε διαμορφώνουν πια το σκηνικό σύγχρονες φορεσιές, αλλά αρχαίες ενδυμασίες και σχετικός εξοπλισμός. Ακόμα και ο ναός στο βάθος του πίνακα παραπέμπει στην αρχαιότητα η οποία είχε ενταχθεί εδώ και καιρό στους κήπους ακόμα και στα βόρεια των Άλπεων. Δεν υπάρχουν αγάλματα του θεού Πάνα και της Αφροδίτης, όμως η έκχυση του κρασιού παραπέμπει στην αρχαία παράδοση. Παρόλο που το ερωτικό νησί των Κυθήρων παρεμβαίνει εδώ ξανά, η εικόνα της αγάπης έχει αλλάξει, δεν είναι πια κοσμική, αλλά αθώα και ηθική. Η φύση καταλαμβάνει έναν κατά πολύ μεγαλύτερο χώρο από τα άτομα.


Τελικά και η αστική κοινωνία κατακτά το αρκαδικό πεδίο των πάρκων, όπως απεικονίζει ο Ντάνιελ Χοντοβιέκι στον πίνακα του ζωολογικού κήπου του Βερολίνου που σχεδιάστηκε γύρω στα 1760.
Στο έργο των «Ανακρεοντικών», μιας ομάδας φίλων της ποίησης γύρω από την περιοχή Γκλάιμ οι οποίοι γνωρίστηκαν ως φοιτητές στο Πανεπιστήμιο Χάλλε, φανερώνεται μια παρόμοια προσπάθεια να επανακτηθεί η εύθυμη βουκολική ποίηση της αρχαιότητας, ωστόσο στην πιο αστική εκδοχή της δίχως τον παλιό ελεύθερο αισθησιασμό. Όπως στα ειδύλλια του Γκέσνερ, οι ποιμένες παραμένουν με μια βασανιστική αγάπη και νεανική αθωότητα.
Η εικόνα του ειδυλλίου έγινε ήδη στα τέλη του 18ου αιώνα εύθραυστη. Το ζήτημα της αναφοράς της ιδιαίτερης πραγματικότητας της ζωής έγινε επιτακτικότερο καθώς υπήρχε έριδα ανάμεσα στους ποιητές για τη σχέση ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην ιδανικότητα της ειδυλλιακής ποίησης. Ο Γκαίτε κατηγορούσε τον Γκέσσνερ ότι δε λάμβανε σχεδόν καθόλου υπόψη του τους πραγματικούς ποιμένες και χωρικούς και ότι σχεδίασε ένα ιδανικό που δεν υπήρξε ποτέ. Ο θεατρικός συγγραφέας Γιόχαν Γιάκομπ Ένγκελ διατυπώνει το 1774 μια αντίθετη άποψη: «Ύπαρξη ή μη ύπαρξη, το ένα όπως και το άλλο αποτελούν ένα πολύ καλό, πολύ ενδιαφέρον είδος ανθρώπου»
Η νέα εγγύτητα στη φύση οδήγησε σε μια τροποποίηση της εξιδανίκευσης, καθώς και ο Γκέσσνερ στράφηκε ενάντια στο επιτηδευμένο αναφερόμενος στο Θεόκριτο του οποίου ο ενίοτε τραχύς ρεαλισμός μόλις στα τέλη του 18ου αιώνα έγινε ξανά αποδεκτός.


Δεν αποτελούσε η μίμηση της φύσης τον καλλιτεχνικό στόχο, αλλά η επιλογή του ωραιότερου που ενώθηκε στο αρκαδικό φυσικό τοπίο. Ήταν μια «ουτοπία του εφήμερου» (Νόμπερτ Μίλλερ) που παρέτεινε την ιδιαίτερη στιγμή της απόλαυσης ώστε να αποθανατιστεί στον πίνακα.

Μετάφραση – Απόδοση: Θεοδωράκη Νικολέττα

 
 
Login | Visit Statistcs | Credits