Home Page
Introduction
History of a Myth
Partnership
Events
Archives
Links
Galleries
Contact Us
   
Languange  
 
 
   
 
 
Arcadia Project is
funded from EU by
the Culture 2000
Programme
 Articles
This section includes usefull articles about the major domains in bussiness advisor area.
Search for an article
Type Keyword    
Η περιοχή της Αρκαδίας ανάμεσα στην αρχαιότητα και το σήμερα
Date Submitted: 20/06/2007 Date Last Modified: 31/07/2007


Την ιδιορρυθμία του πραγματικού φυσικού τοπίου της Αρκαδίας (Εικ. 1) περιέγραψε ο ταξιδιωτικός συγγραφέας της αρχαιότητας Παυσανίας (περ. 115-175 μ.Χ.) στο 7ο βιβλίο του. Διαπίστωσε ότι η Αρκαδία ήταν η μοναδική μεγάλη περιοχή της κεντρικής και νότιας Ελλάδας που δεν είχε άμεση πρόβαση στη θάλασσα. Λείπει συνεπώς η ένωση της στεριάς και της θάλασσας η οποία είναι χαρακτηριστική για τα υπόλοιπα μέρη της Πελοποννήσου. Η περιοχή της Αρκαδίας μπορεί να παρομοιαστεί με νησί γιατί μοιάζει εξωτερικά αποκλεισμένη και απρόσιτη καθώς διασχίζεται από αδιάβατες, τραχές και γυμνές οροσειρές. (Εικ. 2) Όμως, πυκνά πευκοδάση και πράσινα ορεινά λιβάδια αναπτύσσονται πέρα από τα ψηλά βουνά που φτάνουν ως τα 2000 μ. Ορμητικά ορεινά ρυάκια ρέουν μέσα από φαράγγια και κάνουν την Αρκαδία τον μεγαλύτερο υδρότοπο της Ελλάδας και τον πιο πράσινο, λόγω της άφθονης βλάστησης από φυλλοβόλους θάμνους και λιβάδια με λουλούδια. Η εκτενής πεδιάδα ανάμεσα στις οροσειρές αξιοποιείται γεωργικά. Τον 4ο αιώνα π.Χ. δημιουργήθηκαν στα όριά της πολιτιστικά κέντρα όπως η Μαντίνεια, ο Ορχομενός, η Τεγέα και η Μεγαλόπολη.


Η Αρκαδία είναι μια περιοχή γεμάτη αντιθέσεις. Από τη μια υπάρχει η ειδυλλιακά ανυψωμένη Αρκαδία με βοσκούς και βοσκοπούλες που φτιάχνουν ποιήματα και παίζουν μουσική η οποία έγινε την εποχή του Αυγούστου μέσα από την εξύμνηση του Βιργιλίου (70-19 π.Χ) η χώρα της νοσταλγίας. (Εικ. 3) Από την άλλη, όμως, υπάρχει και η φυσική, τραχιά και φτωχική Αρκαδία που επίσης εισήχθη στη λογοτεχνία. Έτσι γράφει ο Οβίδιος (43 π.Χ. – 17 μ.Χ) για τους κατοίκους της περιοχής αυτής: «Εκείνος ο λαός ήταν γηραιότερος από τη σελήνη. Μια ζωή όμοια των ζώων, δίχως ώθηση από κάποιο όφελος. Ο λαός ήταν αμόρφωτος και δε γνώριζε τις τέχνες».

Και οι δύο χαρακτηρισμοί της περιοχής αυτής ενώνονται στις περιγραφές του ιστορικού Πολύβιου (περ. 200 – 120 π.Χ) που καταγόταν από την Αρκαδία, ο οποίος παρουσίασε στην πολύτομη πραγματεία του για την ιστορία της Ελλάδας την εποχή ανάμεσα στο 264 και 146 π.Χ. τη φωτεινή και σκοτεινή πλευρά της μοναδικής αυτής περιοχής και των κατοίκων της. Αφηγείται τη φιλοξενία των Αρκάδων, τη θεοσέβειά τους και την ιδιαίτερη αγάπη τους προς τη μουσική και τον χορό, δεν ξεχνά, ωστόσο, τη σκληρότητα της ζωής στην τραχιά ορεινή χώρα. Ο Πολύβιος γράφει πως οι Αρκάδες προσπαθούσαν να περιορίσουν την αρνητική επιρροή του κρύου και σκληρού περιβάλλοντός τους με το να: α) συμπεριλάβουν τη μουσική στη διαπαιδαγώγησή τους, β) να ανεβάζουν κάθε χρόνο δημόσιες χορευτικές παραστάσεις στο θέατρο, γ) να διοργανώνουν δημόσιες συγκεντρώσεις και δ) να δημιουργήσουν πολλούς βωμούς για τη λατρεία των θεών.


Ο τραγοπόδαρος θεός Πάνας, ο αγαπημένος τόπος παραμονής του οποίου ήταν η Αρκαδία, είναι σύμφωνα με την πιο γνωστή παράδοση, γιός του Ερμή και της δεντρονύμφης Δρυόπης. Επίσης, ενώνει στο πρόσωπό του τα δύο κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Αρκαδίας. Αφενός ο Πάνας είναι ο θεός της φύσης, του δάσους και των απλών ποιμένων. Οι βοσκοί τον λάτρευαν ως θεό των λιβαδιών και προσεύχονταν σε εκείνον για την προστασία των κοπαδιών τους, όμως συγχρόνως φοβούνταν τη θωριά του. Εάν δε σέβονταν την ιερή μεσημεριανή του ανάπαυση, εκείνος κυνηγούσε τα κοπάδια και τα σκόρπιζε εδώ και εκεί. Όχι άδικα αποδίδεται, συνεπώς, στον θεό αυτό η έννοια «πανικός», ο οποίος είχε κατορθώσει, σύμφωνα με το μύθο, να διχάσει τον περσικό στρατό στη μάχη του Μαραθώνα.


Αφετέρου, όμως, ο Πάνας διακρίνεται για την υψηλή μουσικότητά του. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Πάνας ανήκει στην ακολουθία του Διονύσου, του θεού του κρασιού και της γονιμότητας. Διασκέδαζε με τον ομώνυμο αυλό του (Αυλός του Πάνα) τη διονυσιάκη συντροφιά από νύμφες και σάτυρους. (Εικ. 4) Στην Αρκαδία συναντά κανείς ήδη από τη γεωμετρική εποχή ( 11ος – 8ος αιώνας π.Χ. ) παραστάσεις του τραγοπόδαρου θεού καθώς και ποιμένων και χωρικών σε έναν ιδιαίτερα μεγάλο αριθμό παραλλαγών. (Εικ. 5 & 6)
Στο 7ο βιβλίο του ο Παυσανίας αναφέρει ότι στην Αρκαδία υπάρχουν περισσότεροι αρχαιολογικοί ναοί από ότι σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Οι ιεροί τόποι λατρείας σχετίζονταν με άλση, δέντρα, πηγές, πηγάδια, σπήλαια και τύμβους, στοιχεία δηλαδή, τα οποία αργότερα εισήχθησαν στην αρχιτεκτονική κήπων. Οι ιεροί τόποι λατρείας χαρακτηρίζονταν από βωμούς, αλλά δεν σχετίζονταν με αρχιτεκτονικές διαμορφώσεις, όπως ναοί και λειψανοθήκες. Ο Παυσανίας αναφέρει μεταξύ άλλων το «ξόανο της Αρτέμιδος Κεδρεάτιδος» στον Ορχομενό, την πηγή του Διονύσου στη Μεγαλόπολη, τη σπηλιά της Δήμητρας στη Φιγαλία και τον βωμό του Πανός στην Τεγέα.


Η άνθιση της Αρκαδίας

Στα τέλη του 5ου και στην αρχή του 4ου αιώνα π.Χ. άρχισε μία άνοδος της καλλιτεχνικής δημιουργίας της Αρκαδίας. Ακόμα και σήμερα πρέπει να μεταβεί κανείς στην Αρκαδία, εάν επιθυμεί να μελετήσει συγκεκριμένα έργα γλυπτών και αρχιτεκτόνων, όπως του γλύπτη Πραξιτέλη από την Αθήνα ( περ. 390 – 320 π.Χ.) ή του αρχιτέκτονα και γλύπτη Σκόπα από την Πάρο (4ος π.Χ. αι.). Έτσι ο αρχαϊκός ναός της Αθηνάς Αλέας στην Τεγέα, που είχε καεί ολοσχερώς το 394 π. Χ. και συγκαταλέγονταν από την αρχαϊκή εποχή στους σπουδαιότερους θρησκευτικούς τόπους της Πελοποννήσου, ανακαινίστηκε από τον Σκόπα την περίοδο 370 - 350 π.Χ. (Εικ. 7)
Η Τεγέα, που ήταν για πολλούς αιώνες μια από τις ισχυρότερες πόλεις της Αρκαδίας, είναι επιπλέον πλούσια σε ποιοτικά γλυπτά οι δημιουργοί των οποίων έμειναν ανώνυμοι. Οι εξωτερικές επιρροές οδήγησαν και την τοπική τέχνη στην άνθηση. Έτσι οι αρκαδικοί καλλιτέχνες φαίνεται να ευθύνονται για την ανάγλυφη ζωφόρο και τις μετόπες του ναού του Απόλλωνα στις Βάσσες, που ήταν σημαντικός λόγω των αρχιτεκτονικών νεωτερισμών του.
Ο Παυσανίας χαρακτηρίζει το ναό της Αλτέας Αθηνάς στην Τεγέα και το ναό του Απόλλωνα στις Βάσσες (Εικ. 8 & 9) από τα τέλη του 5ου αιώνα ως τους ωραιότερους όλης της Πελοποννήσου. Ως αρχιτέκτονας του ναού του Απόλλωνος θεωρείται ο Ικτίνος. Ήταν ένας από τους αρχιτέκτονες του Παρθενώνα της Ακρόπολης των Αθηνών (έτος κατασκευής 448 – 437 π.Χ.). Ιδιαίτερο γνώρισμα και των δύο ναών αποτελεί η ανάμειξη των ρυθμών των κιόνων. Ενώ το εξωτερικό οικοδόμημα χαρακτηρίζεται από τον δωρικό ρυθμό, στο δαπανηρό διάκοσμο του εσωτερικού χώρου χρησιμοποιήθηκε, τόσο ο ιωνικός, όσο και ο κορινθιακός ρυθμός. (Εικ. 10) Με αυτή την καινοτομία οι Αρκάδες έθεσαν τον εαυτό τους την εποχή εκείνη στην κορυφή των καλλιτεχνικών δημιουργών σε όλη την Ελλάδα.


Η άνθιση της αρχιτεκτονικής συνεχίζονταν, κατασκευάστηκαν νέες πόλεις και ανακαινίστηκαν οι παλιές. Εφαρμόστηκε το «ιπποδάμειο» σύστημα ρυμοτομίας, σχέδιο πόλης που πήρε το όνομά του από τον πολεοδόμο Ιππόδαμο από τη Μίλητο (5ο αιώνα π.Χ.) ο οποίος απέκτησε δόξα με την πολεοδομία της Μιλήτου. (Εικ. 11) Η ισότητα όλων των κατοίκων της πόλης εκφράζονταν σύμφωνα με την ελληνική δημοκρατική παράδοση μέσα από την ομοιογένεια των πανομοιότυπων σπιτιών τα οποία πλαισίωναν τους ευθυγραμμισμένους, τύπου σχάρας δρόμους αυτής της πόλης. Η αγορά ήταν πλαισιωμένη από κτίρια που εξυπηρετούσαν το κοινό: διοικητικά κτίρια, λουτρά, σχολεία, αθλητικές εγκαταστάσεις και το θέατρο. Μια τέτοια αγορά είχε μεταξύ άλλων η πόλη της Τεγέας. Στην ανατολική πλευρά της αγοράς βρισκόταν ένα επιχωματωμένο θέατρο. Ο Παυσανίας περιγράφει το μέρος ως πλινθόκτιστο, πλαισιωμένο από διάφορους ιερούς τόπους λατρείας, βωμούς, γλυπτά και κίονες με επιγραφές, π.χ. έναν ναό της Αφροδίτης και έναν ναό της Ειλειθυίας, θεάς του τοκετού. Οι αρχιτεκτονικές λύσεις που ανακαλύφθηκαν τον 4ο αιώνα π.Χ. στην Αρκαδία συνέχισαν να υπάρχουν έως τη ρωμαϊκή εποχή και συνέβαλαν ώστε να μη χαθεί το ενδιαφέρον για αυτή την περιοχή.


Το φυσικό τοπίο και ο πολιτισμός της Αρκαδιας ενώνει τις αντιθέσεις και τις αναιρεί μέσα του, έτσι ώστε να έχουν δικαίωμα, τόσο η αρχαιοπρεπής και ακατέργαστη Αρκαδία του Οβίδιου όσο και η καλλιτεχνική και ειδυλλιακή Αρκαδία του Βιργιλίου. Το πεδίο έντασης ανάμεσα στο χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτού του τόπου που δείχνει αντιφατικό, και των κατοίκων αποτελεί τη γοητεία της Αρκαδίας. Το γεγονός ότι ο Βιργίλιος μετέθεσε την ειδυλλιακή Αρκαδία του στην ελληνική Αρκαδία δεν ήταν συνεπώς μια αυθαίρετη επιλογή.

Η Αρκαδία σήμερα

Στη σημερινή Αρκαδία συνυπάρχουν τεκμήρια πολιτισμών τεσσάρων χιλιετιών. Μπορεί να επισκευτεί κανείς στην Αρκαδία, σε κοντινή απόσταση μεταξύ τους, τον προϊστορικό οικισμό στο Σακοβούνι, απομεινάρια κατασκευών από την αρχαϊκή, κλασική, ελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή καθώς και βυζαντινές εκκλησίες και κτίσματα του 19ου αιώνα. Το τοπίο που είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος αγροτικό και οι κάτοικοί του είναι αφοσιωμένοι στην προστασία του περιβάλλοντος, είναι ανέπαφο από τον μαζικό τουρισμό άλλων περιοχών της Ελλάδας.


Μετάφραση – Απόδοση: Θεοδωράκη Νικολέττα

 
 
Login | Visit Statistcs | Credits