Home Page
Introduction
History of a Myth
Partnership
Events
Archives
Links
Galleries
Contact Us
   
Languange  
 
 
   
 
 
Arcadia Project is
funded from EU by
the Culture 2000
Programme
 Articles
This section includes usefull articles about the major domains in bussiness advisor area.
Search for an article
Type Keyword    
Παυσανίας ο περιηγητής – ταξιδιωτικός συγγραφέας της αρχαιότητας
Date Submitted: 20/06/2007 Date Last Modified: 31/07/2007

Παυσανίας ο περιηγητής – ταξιδιωτικός συγγραφέας της αρχαιότητας

Ο Παυσανίας με το προσωνύμιο «περιηγητής» που προέρχεται από την ελληνική λέξη «περιάγω» περιέγραφε στα εκτενή ταξίδια του μεγάλα τμήματα της Ελλάδας της εποχής του. Δέκα βιβλία της «Ελλάδος περιήγησις» μας είναι σήμερα γνωστά. Με τη λέξη Ελλάς ο Παυσανίας εννοεί την ελληνική μητρική γη στη βαλκανική χερσόνησο, ενώ δεν αναφέρονται η Σικελία, η Μικρά Ασία και πολλά από τα ελληνικά νησιά. Ο Παυσανίας ταξίδευε για περισσότερα από είκοσι χρόνια στα μέρη που περιγράφει στα δέκα βιβλία του. Τα γεγονότα που ανέφερε, όπως οι ολυμπιακοί αγώνες, αλλά και τα κτίρια και η ιστορία κατασκευής οδηγούν στη χρονολόγηση της αρχής των ταξιδίων του, στην εποχή γύρω στα 155 μ.Χ. Πιθανολογείται ότι η πατρίδα του ήταν πιθανώς το όρος Σιπύλου βοριοδυτικά της Ανατολίας. Καθώς, όμως, ο Παυσανίας είχε ευρεία μόρφωση, όλα δείχνουν πως η Μαγνησία ήταν ο τόπος καταγωγής του. Φαίνεται πως ο Παυσανίας προερχόταν από μια ευκατάστατη οικογένεια καθώς ακόμα και τον 2ο αιώνα απαιτούνταν αρκετά οικονομικά μέσα ώστε να μπορέσει να χρηματοδοτήσει μια τέτοια εκπαίδευση καθώς και τα εκτενή ταξίδια του.
Προς όφελός των ταξιδιωτικών του σχεδίων ήταν το γεγονός ότι ο 2ος αιώνας χαρακτηριζόταν από ιδιαίτερα μακρόχρονες περιόδους ειρήνης και ευημερίας. Οι εμφύλιοι πόλεμοι και η εποχή της πολιτικής της βίαιης προσάρτησης ξένων εδαφών είχαν επι το πλείστον τελειώσει. Οι αποκαλούμενοι «καλοί αυτοκράτορες» Τραϊανός, Ανδριανός, Αντώνιος Πίος και Μάρκος Αυρήλιος θεωρούνται φιλέλληνες που ενδιαφέρονταν πολύ για τον μη – ρωμαϊκό πληθυσμό. Μόνο η ειρήνη, λοιπόν και η ευημερία ως απόρροιά της, του επέτρεψαν τα ταξίδια από επαρχία σε επαρχία.


Στο 1ο του βιβλίο ο Παυσανίας ξεκινά την περιγραφή της Αθήνας και της Αττικής, στο 2ο βιβλίο πηγαίνει στην Κόρινθο, στο 3ο βιβλίο στη Λακωνία και στο 4ο βιβλίο στη Μεσσηνία. Στο 5ο και 6ο βιβλίο του περιηγείται στην Ηλεία όπου η περιγραφή της Ολυμπίας καταλαμβάνει εξαιρετικά μεγάλη έκταση. Το 7ο βιβλίο είναι αφιερωμένο στην Αχαϊα και το 8ο βιβλίο στην Αρκαδία. Το 9ο βιβλίο είναι αφιερωμένο στη Βοιωτία και το 10ο βιβλίο περιγράφει τη Φωκίδα και τον ιερό τόπο των Δελφών. Οι περιγραφές ακολουθούν μια κοινή μορφή. Κάθε του βιβλίο ξεκινά με μια γενική εισαγωγή όπου περιγράφονται οι πολιτιστικές ιδιαιτερότητες του πληθυσμού μιας περιοχής. Ο Παυσανίας αφηγείται τις λατρείες, τις διαλέκτους, τους μύθους και τον τρόπο ζωής καθώς και την ιστορία, όπου ο μύθος και η ιστορία ενώνονται ρέοντας το ένα μέσα στο άλλο. Η περιγραφή της αμέσως επόμενης διαδρομής ακολουθεί, επίσης την ίδια μορφή: ο Παυσανίας πηγαίνει από τα σύνορα στην πρωτευουσα ακολουθώντας τον συντομότερο δρόμο, όπου περιγράφει τα αξιοθέατα. Καθώς φαίνεται, προτιμά το νέο από το παλιό και το βέβηλο από το ιερό. Εγκαταλείπει την πόλη από μια πύλη και ακολουθεί τον δρόμο προς τα σύνορα. Στη διαδρομή αυτή αναφέρει ό, τι του φαίνεται σημαντικό και αξιοσημείωτο. Όταν φτάνει στα σύνορα επιστρέφει στην πρωτεύουσα και επιλέγει μια άλλη πύλη της πόλης. Επαναλαμβάνει το σχέδιο αυτό έως ότου ολοκληρωθεί η περιγραφή της επαρχίας προς όλα τα σημεία του ορίζοντα. (Εικ. 1)
Ενώ οι φιλόλογοι και οι ιστορικοί του 19ου αιώνα έβρισκαν μόνο ελάχιστα αξιόλογα στοιχεία σε αυτά τα κείμενα, ο Ερρίκος Σλήμαν αναγνώρισε την αξία των βιβλίων του Παυσανία για την αρχαιολογία. Οι περιγραφές του ήταν τόσο ακριβείς και λεπτομερείς ώστε μπορούσαν με τη βοήθειά του να προσδιοριστούν επιτυχώς σημεία ταφής. Έτσι μπόρεσε και ο Σλήμαν με τη βοήθεια του χωρίου για τις Μυκήνες να ανακαλύψει το 1876 τους τάφους του Ατρέα και του Αγαμέμνονα μέσα στα τοίχη της Ακρόπολης των Μυκηνών. Επιπλέον οι παραθέσεις επιγραφών και η περιγραφή των μνημείων και των δημιουργών τους χρησιμεύουν σήμερα στους αρχαιολόγους στην αναγνώριση και στην καταγραφή των γλυπτών. Χωρίς τις μαρτυρίες του Παυσανία θα ήταν π.χ. ο γλύπτης Δαμόφων από τον 2ο αιώνα π.Χ. εντελώς άγνωστος και τα έργα του στη Μεσσήνη δεν θα μπορούσαν να είχαν καταγραφεί.


Ο Παυσανίας και η φύση των Αρκάδων

Στις περιγραφές της Αρκαδίας ο Παυσανίας διευκρινίζει συνεχώς πόσο βαθιά ήταν η σχέση των Αρκάδων με τη φύση. Ιερά δάση και πηγές βρίσκονται παντού, όχι μονάχα κοντά σε ναούς. Στην αρχαία Ψωφίδα αναπτύχθηκαν κυπαρίσσια γύρω από τον τάφο του Αλκμαίωνα και δεν   επιτρεπόταν να κοπούν καθώς θεωρούνταν ως ιερές παρθένες. (24/ 7-8) Η είσοδος στα ιερά άλση επιτρεπόταν, συχνά, μόνο σε θεούς, για τους ανθρώπους ήταν απαγορευμένη. Έτσι πίσω από τον ιερό τόπο λατρείας των Μεγάλων θεών της Μεγαλόπολης βρισκόταν μια περιοχή γεμάτη δέντρα περιτοιχισμένη με μανδρότοιχο, η οποία ήταν απογορευμένη στους ανθρώπους. (31/ 5) Δέντρα και πηγές μπορούσαν να προκαλέσουν ευτυχία, αλλά και δυστυχία. Η πόλη Κύναιθα φιλοξενούσε μια πηγή πάνω από την οποία αναπτύσσονταν ένα πλατάνι. «Το νερό της πηγής αυτής είναι φάρμακο για εκείνον τον οποίο θα δαγκώσει λυσσασμένος σκύλος και θα τον πληγώσει ή οπωσδήποτε θα κινδυνεύσει από τον σκύλο. Για τον λόγο αυτό την πηγή την ονομάζουν Αλυσσό. Με αυτό τον τρόπο στην Αρκαδία η μεν πηγή κοντα στη Φενεό, την οποία ονομάζουν Στύγα, ανακαλύφθηκε για την συμφορά του ανθρώπου, εκείνη δε κοντά στην Κυναίθα βρέθηκε ως καλό αντίρροπο του προηγούμενου κακού». (19/ 2 - 4)
Όμως, σύμφωνα με τον Παυσανία, δεν λατρεύονταν από τους κατοίκους της Αρκαδίας μόνο απτά φυσικά φαινόμενα. Εάν προχωρούσε κανείς από τη Μεγαλόπολη κατά μήκος του ποταμού Ελίσσοντα, υπήρχε στα δεξιά του δρόμου ένα τέμενος αφιερωμένο στον άνεμο Βορρά. «[…] προς τον οποίο οι Μεγαλοπολίτες προσφέρουν κάθε χρόνο θυσίες και τον τιμούν όχι λιγότερο από κανέναν άλλο θεό […]» (36/ 5)


Ένας ναός του Πάνα κοντά στην πόλη Ακακήσιον έδειξε ότι αποδιδόταν στο θεό αυτόν περισσότερη εξουσία στον τόπο καταγωγής του από ότι συνηθίζονταν σε άλλες περιοχές. Γιατί «ο Πάνας έχει την ίδια δύναμη με τους ισχυρότερους θεούς ώστε να εκπληρώσει τις ευχές των ανθρώπων και να αποδίδει στους κακούς τα πρέποντα». (37/ 11) Ακόμα και τις χελώνες στο Παρθένιο όρος, που ήταν ιδιαίτερα κατάλληλες για την κατασκευή μουσικής λύρας, οι κάτοικοι φοβούνταν να τις πιάσουν, αλλά ούτε και στους ξένους το επέτρεπαν. «Πίστευαν ότι ήταν ιερές του Πάνα». (54/ 7)
Ο δεσμός των Αρκάδων με τη φύση εκφραζόταν επίσης μέσα από τις θυσίες τους προς τους θεούς. Ο ίδιος ο Παυσανίας έκανε θυσία στη Δήμητρα Μελαίνη σε μια σπηλιά στη Φιγαλία όπου είχε κρυφτεί όπως λέγεται από θλίψη για την κόρη της Περσεφόνη που απήχθει από τον Άδη. Αυτός «δεν θυσίασε κανένα σφάγιο στη θεά, όπως άλλωστε κάνουν και οι ντόπιοι, αλλά καρπούς από όλα τα δέντρα, σταφύλια, κηρήθρα μελισσών, μαλλί, ακατέργαστο και βρόμικο ακόμη, τα τοποθετούν στο βωμό που βρίσκεται πρίν τη σπηλιά και αφού τα αποθέσουν ρίχνουν πάνω από αυτά λάδι». (42/ 11)
Το προσωνύμιο που δόθηκε στους Αρκάδες, ήδη από την αρχαιότητα, αποδεικνεύει όχι άδικα ότι πρόκειται για λαό ειρηνικό και στενά συνδεδεμένο με τη φύση. Ο Παυσανίας αναφέρει τον Πελασγό ως πρώτο βασιλιά της Αρκαδίας σημειώνοντας πως τον διέκρινε το μεγαλείο, η δύναμη, η ομορφιά και η λογική. Είχε εφεύρει την κατασκευή καλύβων ώστε να προστατέψει το λαό του από τα στοιχεία της φύσης.


«Εξάλλου ο Πελασγός έμαθε τους ανθρώπους να μην τρώνε πλέον τα χλωρά φύλλα και τα χόρτα και τις ρίζες που όχι μόνο ήταν ακατάλληλα, αλλά και μερικά από αυτά ήταν ολέθρια για όσους τα έτρωγαν. Αντί αυτών ως τροφή ανακάλυψε ότι μπορούσαν να χρησιμοποιούν τον καρπό των βελανιδιών, βέβαια όχι όλων, αλλά τα βελανίδια της φηγός». (1/ 5 – 6)
Ο τρόπος διατροφής που καθιερώθηκε από τον Πελασγό έγινε χαρακτηριστικό γνώρισμα του αρκαδικού λαού πέρα από τα σύνορα της επαρχίας με αποτέλεσμα οι Αρκάδες να χαρακτηρίζονται συχνά ως άνδρες και γυναίκες «βαλανοφάγοι».

Στα χνάρια του Παυσανία στην Τεγέα

Ο Παυσανίας έλεγε ότι ο ναός της Αλέας Αθηνάς στη Τεγέα υπερτερούσε κατά πολύ σε διάκοσμο και μέγεθος από όλους τους άλλους ναούς που βρίσκονταν στην Πελοπόννησο. Περιγράφει την ανάμειξη του δωρικού, ιωνικού και κορινθιακού ρυθμού ως χαρακτηριστικό γνώρισμα του ιερού αυτού οικοδομήματος αρχιτέκτονας του οποίου θεωρείται πως ήταν ο Σκόπας από την Πάρο. Ο Παυσανίας ανέφερε ότι στο αέτωμα επάνω από την είσοδο απεικονίζονταν το κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου, ένας από τους δώδεκα άθλους του Ηρακλή κατά τον οποίο οι κάτοικοι της Τεγέας αποδείχτηκαν ιδιαίτερα θαρραλέοι. Στο πίσω αέτωμα υπήρχε η απεικόνηση του αγώνα του Τηλέφου ενάντια στον Αχιλλέα στην πεδιάδα του ποταμού Κάϊκο. Ο διάκοσμος του ναού εκτίθεται στο μουσείο της Τεγέας και στο εθνικό μουσείο της Αθήνας.
Η είσοδος για τον χώρο των εκσκαφών του ναού της Αλέας Αθηνάς είναι σήμερα ελεύθερη. Τα ερείπια μαρτυρούν ακόμα τις μεγάλες διαστάσεις αρχιτεκτονικής λεπτότητας του επιβλητικού περίπτερου ναού του 4ου αιώνα π.Χ. Ως σημαντικότερη πόλη της κεντρικής Πελοποννήσου στην αρχαιότητα η Τεγέα είχε την οικονομική και πολιτική εξουσία ώστε να αναλάβει την ανέγερση ενός ναού τέτοιου αρχιτεκτονικού ρυθμού.


Το αρχικό κτίσμα του ναού τα απομεινάρια του οποίου εκθέτονται σήμερα έπεσε πιθανώς θύμα πυρκαγιάς το 395 π.Χ. Η νίκη στον πόλεμο ενάντια στη Σπάρτη είχε φέρει πλούτο και είχε εδραιώσει την πολιτική θέση της Τεγέας έτσι ώστε η νέα ανέγερση από λευκό μάρμαρο ξεκίνησε περίπου το 362 π.Χ. Το αποδεδειγμένο πρότυπο του οικοδομήματος λατρείας ήταν ο ναός της Ακρόπολης στην Αθήνα. Ο ναός Αλέας Αθηνάς στην Τεγέα είναι ολομάρμαρος όπως και ο Παρθενώνας. Η διάμετρος των κιόνων και η απόσταση ανάμεσά τους είναι όμοια με τα προπύλαια, ενώ τα ανάγλυφα αετώματα είναι εμπνευσμένα από εκείνα του Ερέχθειου. Οι 6 x 14 κίονες στέκονται μεγαλοπρεπείς γύρω από το άδυτον ο εσωτερικός χώρος του οποίου πρέπει να είχε εντυπωσιάσει φοβερά τον τότε παρατηρητή, καθώς η θέα δεν παραποιείται ως συνήθως από εσωτερικούς κίονες. Μπροστά στους τοίχους υπήρχαν ημικίονες – το κάτω μέρος σε κορινθιακό, το επάνω μέρος σε ιωνικό ρυθμό οι οποίες διάρθρωναν ρυθμικά τις επιφάνειες του τοίχου. Ο ναός συνέδεε στην εποχή του σχήματα της εποχής εκείνης με παλαιότερες αρχιτεκτονικές παραδόσεις. Εκτός του ναού δεν έχουν διατηρηθεί πολλά από τα οικοδομήματα της αρχαίας Τεγέας. Όμως οι ανασκαφές έδειξαν ότι σύμφωνα με την έκτασή της θα πρέπει να ήταν μια μεγαλούπολη. Στο χωριό Στάδιο που βρίσκεται δύο χιλιόμετρα μακριά από την Τεγέα βρέθηκαν μετά από ανασκαφές τμήματα του θεάτρου από την Ελληνιστική εποχή. Ο Παυσανίας διηγείται ότι ήδη στην εποχή του διατηρούνταν μόνο οι βάσεις των μπρούτζινων γλυπτών που στόλιζαν το θέατρο.
Το μεγάλο παρελθόν της Τεγέας είναι μια πολύτιμη κληρονομιά που μπορεί να αποκαλύψει στην πόλη αυτή τις δυνατότητές της στο μέλλον.

Μετάφραση – Απόδοση: Θεοδωράκη Νικολέττα

 
 
Login | Visit Statistcs | Credits