Ιστορικά Θέματα

Αρχαιολογική Έρευνα και Δραστηριότητα στην Αρκαδία


 

Του Θεόδωρου Γ. Σπυρόπουλου, Εφόρου Αρχαιοτήτων Επίκ. Καθηγητή Παν/μίου Αθηνών

(Αναδημοσίευση από το φυλλάδιο του Αρχ. Μουσείου Τρίπολης)

Η γενική εικόνα της Αρκαδίας διαγράφεται από την ορεινή και φτωχή γη, που δεν κινεί το ενδιαφέρον για κατοίκηση ή εντατική εκμετάλλευση, όπως άλλες περιοχές της Πελοποννήσου. Η ορεινή Κυνουρία και η πρόσω Γορτυνιακή επαρχία είναι δύσβατες, εδαφικά κατακερματισμένες, απρόσφορες για ανάπτυξη σημαντικών οικιστικών συνόλων ή οικονομικών ενοτήτων. Η πληθυσμιακή αραίωση της παραδοσιακής αρκαδικής πολυτεκνίας, στερεί την περιοχή από ενεργές δυνάμεις και μάλιστα στην παραγωγική τους ηλικία.. Έτσι, το προφίλ της αρκαδικής προκοπής είναι συνάλληλο με την φυσιογνωμία του αρκαδικού τοπίου. Λιτότητα, αυστηρότητα, συντηρητισμός, απομονωτική αυτάρκεια. Σύνδρομο του αρκαδικού τρόπου ζωής και του χαρακτήρα των κατοίκων η εσωστρέφεια, η απομόνωση, η κοινωνική αποχή, αλλά και η ενεργητικότητα, η σταθερότητα, η καρτερία, η φιλοπονία συνθέτουν έναν ιδιότυπο άνθρωπο με ταυτόσημες πολιτισμικές εκφράσεις.

Η παραπάνω εικόνα δεν άλλαξε στην μακραίωνη ιστορία της αρκαδικής Παράδοσης. Η ήσυχη και γαλήνια, η περίκλειστη από ορεινούς όγκους χώρα διαγράφει την φυσιογνωμία της ατάραχης παραδεισιακής μακαριότητας της ανέμελης ζωής και του αυθόρμητου φυσικού οργασμού, που προσωποποιήθηκαν στα χαριέστερα πλάσματα της αρκαδικής φαντασίας, τον Πάνα, τις Νύμφες, τον Πρίαπο. Εδώ θα αναζητήσει ο θείος Οδυσσέας ανάπαυση του πολυτάραχου βίου του, εδώ θα καταφύγει η φαντασία των ποιητών της Ελληνιστικής και μεταναγεννησιακής περιόδου, για να αναβαπτισθεί στην αέναη παρθενικότητα και στην απέριττη αμεσότητα της ζωής. Ο αλλόκοτος αυτός αρκαδικός κόσμος, στην φυσική και φιλοσοφική του διάσταση, παίρνει μια ιδιαίτερη θέση στην προσπάθειά μας να τον προσεγγίσουμε και να τον εντρυφήσουμε.

Τραχύς στην προσέγγισή του σε αποζημιώνει με την εσωτερικότητα, την αλήθεια, τον αυθορμητισμό, τον συμπαθή πρωτογονισμό του. Ο περιηγητής Παυσανίας (2ος αι. π.Χ.) που αφιέρωσε στην Αρκαδία το όγδοο βιβλίο της Περιήγησής του, γοητεύθηκε από το πάνθεο των αρκαδικών θεοτήτων και τη δροσερότητα των αρκαδικών μύθων και την αφθονία και ποικιλία της λατρείας και των εθιμικών τελετουργιών που παρουσίασε η Αρκαδία, ακόμη και στους όψιμους χρόνους της Αρχαιότητος. Έτσι το βιβλίο του Παυσανία είναι ένας ατέλειωτος κατάλογος από Ιερά και λατρείες, ιδιότυπες και σε πολλά ακατανόητες, που σκιαγραφούν και τον χαρακτήρα του λαού αυτού. Ζωόμορφες θεότητες, όπως η Δήμητρα Ερινύς της Μαντινείας, η Δήμητρα Μελαινίς της Φιγαλείας, η Δήμητρα του Ογγείου της Θελπούσας, ο Ποσειδώνας Ίππιος της Μαντινείας και του Μεθυδρίου, ο Τραγόμορφος Πάνας, η ίδια η Δέσποινα της Λυκοσούρας με την αμφιγενή καταγωγή (Ίππιος Ποσειδών - Δήμητρα) και τον θίασο των τερατόμορφων ορχηστρών, που απεικονίζονται στον ανάγλυφο πέπλο του Δαμοφώντα, προσωποποιούν την πανάρχαιη θεολογία του Ελληνισμού, που σε άλλες περιοχές ατόνησε ή ξεθώριασε από τις εξωγενείς επιδράσεις ή τον Εφημερισμό. Και σήμερα ακόμα, σε λίγα μέρη της Ελλάδος, είναι τόσο εμφανής η προσήλωση στην Παράδοση, η επιβίωση του παγανιστικού πνεύματος στην λατρεία, η εμμονή σε παραδοσιακά σχήματα οικονομικής και παραγωγικής δραστηριότητας και κοινωνικής συμπεριφοράς, όσο στην Αρκαδία.

Ο απρόσεκτος επισκέπτης ή ο επιπόλαιος μελετητής που θα βιαστεί να αξιολογήσει και να μεμψιμοιρήσει για την εικόνα αυτή θα έχει χάσει την εσωτερική ουσία του αρκαδικού βιώματος, ενός φαινομενικά απρόσωπου και ομοιόμορφου κόσμου, που κρύβει προσεκτικά τον οργασμό και την πολυμορφία του από τους αμύητους τεχνοκράτες του καιρού μας.

Η αρχαία Αρκαδία είχε κυμαινόμενα γεωγραφικά όρια στην Αρχαιότητα. Οι γνώσεις μας για την ιστορική περίοδο είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Δεν γνωρίζουμε λ.χ. αν στην εποχή του χαλκού Αρκαδία ήταν όλο το μεσόγειο τμήμα της Πελοποννήσου, όπως συνέβαινε στα ιστορικά χρόνια. Είναι πιθανό ότι η χώρα είχε κάποια έξοδο προς την θάλασσα από την Κυνουριακή ακτή, από όπου και εξεστράτευσαν οι Αρκάδες προς την Τροία με τον Τεγεάτη Αγαπήνορα.

Ο ίδιος χώρος διευκόλυνε ίσως και την μεγάλη αποδημία αχαϊκών - αρκαδικών φύλων προς την Κύπρο, που έχει σημαντικές σχέσεις με την Αρκαδία (Πάφος).

Η μεγάλη καταστροφή των μυκηναϊκών ανακτόρων και ο κίνδυνος από τους λαούς της θάλασσας οδήγησαν πολλά αχαϊκά φύλα στην ασφάλεια των αρκαδικών οροπεδίων. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ορέστης ετάφη στην Τεγέα, από όπου μετέφερε τα λείψανά του ο Λίχας στην Σπάρτη. Υπάρχουν άλλωστε και κάποιες αρχαιολογικές συγγένειες μεταξύ της μεσόγειας Αρκαδίας και της παραθαλάσσιας Κυνουρίας στα ύστερα μυκηναϊκά χρόνια (Τάφοι θολωτοί Σαρανταποτάμου και όμοιοι στη Βασκίνα και το Παλαιοχώρι της περιοχής Λεωνιδίου).Επίκεντρο των αρκαδικών γενεαλογικών και θρησκευτικών παραδόσεων υπήρξε πάντως το Λύκαιο όρος στην περιοχή της Μεγαλοπολίτιδος. Από εκεί προέρχονται οι οικιστές των Αρκαδικών πόλεων (Άλεος, Αρκάς, Αίπυτος, Έλατος, Κλείτωρ).

Στα ιστορικά χρόνια η Αρκαδία περιελάμβανε πόλεις και θέσεις που δεν ανήκουν σήμερα σ' αυτήν. Αρκαδικές πόλεις ήσαν οι Καρυές, η Φιγάλεια, η Αλίφειρα, η Κλείτωρ, η Ψωφίς, η Στύμφαλος. Η Κυνουρία άλλαζε θέση μεταξύ των δύο μεγάλων Δωρικών Πελοποννησιακών Κέντρων, Άργους και Σπάρτης. Η εξαιρετική ανάπτυξη της Σπάρτης κατέστησε την Αρκαδία πολιτικά υποτελή περιοχή, που διατήρησε μόνο την θρησκευτική και κοινωνική της αυτοτέλεια. Συνείδηση της εθνικής και πολιτικής τους ταυτότητας απέκτησαν οι Αρκάδες στα χρόνια της Θηβαϊκής ηγεμονίας και κυρίως χάρη στην παρουσία του Επαμεινώνδα. Η ίδρυση της Μεγάλης Πόλεως και του Κοινού των Αρκάδων αφετηριάζει μια ενεργότερη παρουσία των Αρκάδων στην πολιτική σκηνή του φθίνοντος Ελληνισμού (Συμπολιτείες και αρκαδικές προσωπικότητες, όπως ο Λυκομήδης ο Άραμος, ο Πολύβιος, ο Φιλοποίμην (έσχατος των Ελλήνων). Η περίοδος αυτή συνδέεται και με αναβίωση των αρκαδικών πόλεων και Ιερών (Ιερό Αλέας στην Τεγέα, θέατρο και θερσίλειο Μεγαλοπόλεως, αναβίωση των αθλητικών αγώνων στο Λύκαιο, ανακαίνιση του Ιερού της Δέσποινας στην Λυκοσούρα και πλαστικό σύνταγμα του Δαμοφώντα).

Η επικράτηση της Ρώμης (146 π.Χ.) κατέστησε ανενεργό την πολιτική δράση των ελληνικών πόλεων και της Αρκαδίας. Ο Ελληνισμός και τα ιδεώδη του γονιμοποίησαν την παγκόσμια παιδεία και τα κατάλοιπα της πολιτικής, θρησκευτικής και πολιτιστικής του δημιουργίας έγιναν σεπτό μνημείο μελέτης και αναφοράς μέχρι την εποχή μας. Ευρωπαίοι περιηγητές και ερευνητές του 18ου και 19ου αιώνα κατέγραψαν αρκαδικές αρχαιότητες και παραδόσεις (Leake, Bursian, Curtius, Hiller von Gaertringen, Ernst Meyer, Lattermann).

Στις αρχές του αιώνα μας και βραδύτερα ξένες αρχαιολογικές Σχολές κυρίως, ανέλαβαν την ανασκαφή και αποκάλυψη των αρκαδικών πόλεων και Μνημείων. Από τα τέλη του περασμένου αιώνα οι Άγγλοι ανέσκαψαν το θέατρο και το θερσίλειο και άλλα Ιερά της Μεγαλοπόλεως, Γερμανοί και Γάλλοι ανέσκαψαν το Ιερό της Αλέας στην Τεγέα. Συνέχισαν οι Γάλλοι κυρίως με την ανασκαφή σημαντικών αρκαδικών πόλεων (Μαντίνεια, Ορχομενός, Τεγέα, Γόρτυς).

Στο πρόγραμμα αυτό έλαβε ενεργό μέρος η Ελληνική Αρχαιολογική Εταιρεία με την περισυλλογή και απογραφή αρκαδικών επιγραφών και την ανασκαφή σημαντικών Ιερών χώρων, του Λυκαίου και της Λυκοσούρας. Τότε ιδρύθηκαν τα δύο μικρά αρκαδικά Μουσεία της Τεγέας και της Λυκοσούρας για να φιλοξενήσουν κυρίως τα ευρήματα των αντίστοιχων ανασκαφών. Εν τούτοις η Αρκαδία δεν αντιμετωπίσθηκε σαν αυθύπαρκτος χώρος και υπήρξε πάντοτε δορυφορική περιοχή στο οργανωτικό σχήμα των Εφορειών Αρχαιοτήτων του Κράτους. Υπαγόταν κατά καιρούς στο Ναύπλιο ή στην Σπάρτη με ευεξήγητη επίπτωση στην μέριμνα και μελέτη των αρχαιοτήτων της και στην οργάνωση του διοικητικού και μουσειακού προγράμματός της.

Την τελευταία 8ετία καταστρώθηκε ένα σημαντικότερο έργο προστασίας και ανάδειξης της μνημειακής αρκαδικής κληρονομιάς. Το έργο προοιωνιζόταν πολυσχιδές και καταστρώθηκε σε βασικές ενότητες, όπως:

Α. Συντήρηση και κατασφάλιση των μνημείων και ευρημάτων που είχε φέρει στο φως η έρευνα των προηγούμενων δεκαετιών.
Β. Η διοικητική οργάνωση της Υπηρεσίας στον αρκαδικό χώρο.
Γ. Η αρχαιολογική έρευνα.
Δ. Ο σχεδιασμός και η ίδρυση νέων Μουσείων.

Μια πέμπτη ενότητα αφορούσε την επαφή και προσέγγιση του ευρύτερου κοινού στην αρχαιογνωσία του αρκαδικού χώρου, προσπάθεια που συγχρονίστηκε με την πολιτική των φορέων του Κράτους, την Νομαρχία και τώρα με την Γενική Γραμματεία Περιφερείας Πελοποννήσου.

Οικονομικός χορηγός μας υπήρξε το Υπουργείο Πολιτισμού και η Νομαρχία Αρκαδίας ή άλλοι φορείς και Ιδρύματα, κυρίως το Ίδρυμα Μιχ. Ν. Στασινόπουλος - ΒΙΟΧΑΛΚΟ. Σε σύντομη απαρίθμηση κατά ενότητες το επιτελεσθέν έργο στην Αρκαδία την τελευταία 8ετία περιλαμβάνει :

1) Το αφανές αλλά αναγκαίο έργο υποδομής σε αρχαιολογικούς χώρους, Μνημεία και Μουσεία και ειδικότερα:

α. Την εξασφάλιση της κυριότητας και την περίφραξη παλαιών και νέων ανασκαφών, με παράλληλη διαμόρφωση και καθαρισμό των χώρων, (αρχαιολογικοί χώροι Μαντινείας, Αλέας, Τεγέας, Μεγαλόπολης, μνημείων Ορχομενού, Θέατρο Βουλευτήριο, Ναός Αρτέμιδος Μεσοπολίτιδος, μεταλλευτικών κλιβάνων Στενού Τεγέας, Ιερών στο Τριπήχι Μαντινείας, προϊστορικού οικισμού στο Σακοβούνι, Μυκηναϊκού Νεκροταφείου Παλαιοκάστρου, έπαυλη Ηρώδη του Αττικού στην Λουκού Κυνουρίας),

β. Την συντήρηση των υπαρχόντων Μουσείων και ακινήτων της Υπηρεσίας (αντικατάσταση στέγης του Μουσείου Τεγέας και κατασκευή χώρων υγιεινής, ολοκλήρωση του περίβολου ασφαλείας του Μουσείου, βαφή κουφωμάτων, οργάνωση αποθήκης, επισκευή και τοποθέτηση κιγκλιδωμάτων και θυρών ασφαλείας στο κτίριο πρώην ιδιοκτησίας Βαλαβάνη στην Αλέα, και οργάνωση εργαστηρίου συντήρησης αρχαίων στο ίδιο κτήριο).

2) Στον τομέα της διοικητικής οργάνωσης αποβλέψαμε στην πλήρωση θέσεων φυλακτικού προσωπικού και στην πρόσληψη μόνιμου εργατοτεχνικού προσωπικού, ανεξάρτητα από το αντίστοιχο προσωπικό της Εφορείας στην Σπάρτη. Το προσωπικό αυτό αριθμεί σήμερα 20 φύλακες Αρχαιοτήτων, 11 εργατοτεχνίτες και εποχιακό προσωπικό επιστημονικό και τεχνικό (αρχαιολόγοι συντηρητές, σχεδιαστής ή αρχιτέκτονας).Σε όλα τα Μουσεία του Νομού εγκαταστάθηκε τηλέφωνο, έγινε ο αναγκαίος εξοπλισμός και δημιουργήθηκαν τοπικά πρωτόκολλα και αρχεία. Με τον τρόπο αυτό εξυπηρετήθηκαν και οι ανάγκες της Υπηρεσίας και το κοινό που συναλλάσσεται με την Εφορεία Αρχαιοτήτων.

3) Η αρχαιολογική έρευνα και η Μουσειακή πολιτική απετέλεσαν καρπό ενός σχεδιασμού με δύο σκέλη. Αναφερόμεθα στην αρχαιολογική έρευνα πρώτα που απέρρευσε μερικές φορές από εξωγενείς αιτίες (εργασίες ιδιωτών, ΟΤΑ, Δημοσίου κτλ.). Στον χώρο της Αρκαδίας οι σωστικές ανασκαφές έχουν αναλογία 1/3 περίπου του συνόλου των ανασκαφών μας. Η κάπως βραδεία εκμετάλλευση των παραγωγικών δυνατοτήτων του Νομού προσφέρεται και για την έγκαιρη διάσωση, κήρυξη και νομική προστασία των αρχαιολογικών χώρων. Στην Αρκαδία έχουν κηρυχθεί ή επισημανθεί 200 περίπου αρχαιολογικοί χώροι και θέσεις, για τις οποίες καταρτίζεται τοπογραφικό και κτηματολογικό διάγραμμα για κήρυξη ή επανακήρυξη, απαλλοτρίωση ή νομική προστασία τους. Για τον σκοπό αυτό η Εφορεία Αρχαιοτήτων προμηθεύθηκε με πίστωση της Νομαρχίας το σύνολο των τευχών της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού για την Αρκαδία και οριοθετεί τους αρχαιολογικούς χώρους και την ζώνη προστασίας τους.

Ανεξάρτητα πάντως από τις σωστικές ανασκαφές διενεργούνται στην Αρκαδία συστηματικές έρευνες σε καίρια μνημεία ή χώρους σε επιλεγμένο σχεδιασμό ανάπτυξης και ανάδειξης συγκεκριμένων μνημείων και αντίστοιχα θέσεων και περιοχών. Έτσι με επίκεντρο την πρωτεύουσα του Νομού, που βρίσκεται στο μέσον δύο σημαντικών αρχαίων κέντρων της Αρκαδίας, της Τεγέας και της Μαντινείας, οργανώσαμε ανασκαφικές έρευνες σε ακτινωτή περίπου διάταξη, έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένας άξονας μνημειακής πολιτιστικής και τουριστικής ανάπτυξης της περιοχής. Η προοπτική αυτή σκοπεύει σε εσωτερική και υπερτοπική κινητικότητα για την άρση της αδρανοποίησης που χαρακτηρίζει την Αρκαδία στον τομέα των αρχαιολογικών και τουριστικών προγραμμάτων, και επενδύσεων. Δεκάδες χιλιάδες επισκεπτών διακινούνται μέσω της Αρκαδίας προς άλλους σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους και εξηρτημένες τουριστικές εγκαταστάσεις και κέντρα στους νομούς Λακωνίας (Σπάρτη, Μυστρά, σπήλαια Διρού, Μονεμβασία) Ηλείας (Ολυμπία) και Μεσσηνίας (ανάκτορο του Νέστορος στην Πύλο, μεσαιωνικά κάστρα, παραλιακές θέσεις).

Η προοπτική συγκράτησης μέρους του τουριστικού και οικονομικού αυτού παράγοντα στην κεντρική Αρκαδία συνδυάστηκε με την ανασκαφή και ανάδειξη μνημείων και την επανέκθεση ή την ίδρυση Μουσείων στην συγκεκριμένη περιοχή.

Στην περιοχή του Στενού Τεγέας ανασκάφθηκε σημαντική εγκατάσταση μεταλλευτικών κλιβάνων, προβληματικής ακόμα χρονολόγησης, πιθανόν όμως των προϊστορικών χρόνων. Στην περίπτωση αυτή η εγκατάσταση αποτελεί το μοναδικό γνωστό μεταλλευτικό κέντρο της Αρχαιότητας με τεράστιες εθνολογικές, ιστορικές και τεχνολογικές ερμηνευτικές επιπτώσεις για όλο το φάσμα της Προϊστορίας της Μεσογείου.

Στην ίδια περιοχή της Τεγέας, που υπάρχει μικρό, αλλά σημαντικό Μουσείο και τα μνημειώδη λείψανα του Ιερού της Αλέας Αθηνάς, εγκαινιάστηκε την τελευταία 4ετία συστηματική έρευνα του χώρου της Επισκοπής, όπου οι Γαλλικές ανασκαφές των αρχών του αιώνα μας είχαν αποκαλύψει μικρό λείψανο της αρχαίας Αγοράς και τμήμα του αρχαίου θεάτρου. Η έρευνα μας που επιχορηγείται από το ίδρυμα Μ. Ν. Στασινόπουλος - ΒΙΟΧΑΛΚΟ έφερε στο φως σημαντικά μνημεία της ρωμαϊκής και ελληνιστικής περιόδου. Μεταξύ άλλων αναφέρουμε την αποκάλυψη μικρού ολομάρμαρου ναού των πρώιμων ρωμαϊκών αυτοκρατορικών χρόνων (πιθανότατα ναού της Ρώμης και του Αύγουστου) με σημαντικές επιγραφές, λείψανα κτιρίων των ρωμαϊκών χρόνων, γλυπτά και αγγεία των κλασσικών χρόνων και τελευταία σπονδύλους ναού, και το βορειοδυτικό άκρο του αναλήμματος του κοίλου του αρχαίου Θεάτρου, μέρους του οποίου προσδοκάται η σύντομη αποκάλυψη.

Στην περιοχή Μαντινείας ανασκάψαμε μεγάλο μέρος λουτρικού συγκροτήματος των ρωμαϊκών χρόνων (2ος αι. π.Χ.) Νεκροταφείο Γεωμετρικών χρόνων στην θέση Άγιος Νικόλαος Μηλιάς, Νεκροταφείο των Κλασσικών ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων στην ίδια κοινότητα και δύο σημαντικά Ιερά των αρχαϊκών και κλασσικών χρόνων στους παρακείμενους λόφους Γκορτσούλι και Τριπήχι. Παράλληλα επανεντοπίσθηκε και ανασκάφηκε μερικώς ο χώρος του περίφημου Ιερού του Ιππίου Ποσειδώνα, που είχε επιχειρήσει να ανασκάψει ο Fougeres στις αρχές του αιώνα, ενώ έγιναν τοπογραφικές και ανασκαφικές έρευνες στην όμορη περιοχή για τον εντοπισμό του τάφου του Επαμεινώνδα. Πάνω από την Τριπολιτσά υψώνεται ο ορεινός όγκος του Μαινάλου με τα κρησφύγετα των αετών του '21, τα Τρίκορφα, την Πιάνα, το Λιμποβίσι των Κολοκοτρωναίων. Η περιοχή αυτή, γνωστή σαν Μαιναλία, αποτελούσε ομοσπονδία πόλεων με θρησκευτικό δεσμό. Επίκεντρο ήταν το Ιερό της Λυκοάτιδος Αρτέμιδος, λείψανα του οποίου αποκαλύφθηκαν στο σημερινό χωριό Μαίναλο. Τα ελάχιστα λείψανα και ευρήματα, της έρευνας, που πρέπει να συνεχισθεί, μαρτυρούν πρώιμη κλασσική κηροπλαστική δημιουργία με ολόγλυφα αγάλματα και ανάγλυφες μετόπες κατά το γνωστό πρότυπο του Θέρμου Αιτωλίας.

Στην νότια προέκταση του οροπεδίου της Τριπολιτσάς, στην περιοχή Ασέας, προστέθηκε στις αρχαιότητες που είχε αποκαλύψει η Σουηδική Αρχαιολογική Σχολή με τον ERIC HOLMBERG και η Αρχαιολογική Εταιρεία με τον Ρωμαίο, ένα απροσδόκητο εύρημα πριν 2 χρόνια. Σε ένα παρόδιο Ιερό είχε στηθεί το αριστουργηματικό γλυπτό καθημένης θεάς. Πρόκειται για ένα ώριμο αρχαϊκό γλυπτό αριστούργημα, ίσως έργο του Ενδοίου, που κοσμεί το Νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Τριπόλεως.

Στην επαρχία Μαντινείας άλλη σημαντική γεωγραφική ενότητα αποτελεί η περιοχή του Αρκαδικού Ορχομενού με σπουδαία μνημεία (αρχαίο θέατρο, βουλευτήριο, εκατόμπεδος ναός, Ιερό μεσοπολίτιδος Αρτέμιδος, βόρεια στοά της Αγοράς) όλα ανασκαμμένα από την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή στις αρχές του αιώνα μας. Στην περιοχή αυτή οι έρευνες μας αποκάλυψαν μυκηναϊκό οικισμό και αρχαίο Ιερό στην θέση Μύτικας, γεφύρι των αρχαϊκών χρόνων στο πρώτο Ορχομένιο πεδίο, δύο προϊστορικούς τύμβους και αναχωματικές εγκαταστάσεις απορροής και αποστράγγισης της ορχομένιας λεκάνης, που συνδέονται και με το μνημονευόμενο από τον Παυσανία "χώμα των Καφυατών". Η περιοχή παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον για την αρχαία υδροτεχνολογία κατά το ανάλογο της Κωπαϊδικής λεκάνης στην Βοιωτία.

Σημαντικό Ιερό αποκαλύφθηκε και ανασκάφθηκε μερικώς στην όμορη περιοχή των Καφυών, που ανήκει στην ίδια γεωγραφική ενότητα με τον Αρκαδικό Ορχομενό. Από την ίδια περιοχή, την πόλη των Καφυατών με τα καλοδιατηρημένα λείψανα του αρχαίου τείχους, προέρχεται και μαρμάρινος θρόνος Προεδρίας που μαρτυρεί την ύπαρξη εκεί αρχαίου θεάτρου.

Στην επαρχία Κυνουρίας ορίσθηκε επίκεντρο η περιοχή της Θυρέας Άστρους, στο οποίο ιδρύθηκε πρόσφατα και τοπικό Μουσείο με σημαντικά εκθέματα. Η στρατηγική της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας είναι να δημιουργήσει εδώ μία μονάδα έρευνας και προστασίας των μνημείων της περιοχής που περιλαμβάνουν την σημαντική ρωμαϊκή έπαυλη του Ηρώδη του Αττικού στην Λουκού (θαυμάσια αρχιτεκτονικά λείψανα, λαμπρά γλυπτά, ψηφιδωτά δάπεδα), την αρχαία Εύα (Ελληνικό), την αρχαία Θυρέα (παράλιο Άστρους) Ανθήνη (Άγιος Ανδρέας Κυνουρίας), την Νηρίδα (Τσόροβο), τον Τυρό και το όμορο Ιερό του Τυρίσα Απόλλωνα.

Η περιοχή αυτή παρουσιάζει σημαντικό τουριστικό ενδιαφέρον που ενθαρρύνεται από την φυσική ωραιότητα των ακτών και την γειτνίαση με σημαντικά αστικά και τουριστικά κέντρα και επικοινωνίες. Η σημασία των αρχαιολογικών ερευνών και της ανάδειξης των μνημείων της περιοχής είναι προφανής για την παραπέρα οικονομική ανάπτυξη του μόνου παράλιου τμήματος της Αρκαδίας, που με κατάλληλη πολιτική επικοινωνιών μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη και της υπόλοιπης αρκαδικής ενδοχώρας.

Επίκεντρο της επαρχίας Μεγαλόπολης είναι βέβαια και για τους δικούς μας σχεδιασμούς η Μεγάλη Πόλις, το αρχαίο καύχημα των Αρκάδων. Ο μνημειακός χώρος περικλείει το μεγαλύτερο αρχαίο ελληνικό θέατρο, το Θερσίλειο Βουλευτήριο και λείψανα της αρχαίας Αγοράς (Ιερό Διός, Σωτήρος, Στοά Φιλίππειος, Μυρόπολις Στοά κτλ). Σημαντικά παλαιοντολογικά και αρχαιολογικά ευρήματα αποκαλύπτονται στον χώρο του λιγνιτορυχείου, που πολλά δυστυχώς καταστρέφονται από την αλόγιστη σπουδή. Πρόσφατα ιδρύσαμε εκεί τοπικό Μουσείο, που προγραμματίζεται να μεταστεγαστεί σε παραδοσιακό κτίριο της πόλης και να πάρει την μορφή υπερτοπικού Μουσείου. Στην περιοχή της Μεγαπολίτιδας υπάρχουν δύο ακόμα σεπτοί χώροι. Το περίφημο ιερό της Δέσποινας στην Λυκοσούρα και ο Ιερός χώρος του Λυκαίου όρους με σημαντικά ιερά και πανελλήνιο αθλητικό κέντρο στην αρχαιότητα. Το ιερό της Δέσποινας στην Λυκοσούρα συντηρήθηκε σχολαστικά από την Υπηρεσία μας, υδροδοτήθηκε και έγινε προσιτό μα νέο αυτοκινητόδρομο. Αποτελεί έναν θαυμάσιο αρχαιολογικό χώρο που συμπληρώθηκε με την επανίδρυση του τοπικού Μουσείου που στεγάζει τα ευρήματα της ανασκαφής του Ιερού ναού, ιδιαίτερα τα γλυπτά αριστουργήματα του Δαμοφώντα (2ος αι. π.Χ.).

Τόσο εδώ όσο και στο όρος Λύκαιο διενεργούνται ετήσιες εκδηλώσεις. Χρέος μας είναι να βοηθήσουμε όλοι στην αποκατάσταση του μνημειακού χώρου του Λυκαίου όρους και κυρίως του Ιπποδρόμου και του Σταδίου, εν όψει μάλιστα της Χρυσής Ολυμπιάδας, γιατί το Λύκαιο υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα αθλητικά κέντρα της αρχαιότητος με συμμετοχή αθλητών από όλο τον αρχαίο κόσμο, όπως μαρτυρούν επιγραφικά ευρήματα. Με το τρίπτυχο αυτό (Μεγαλόπολη-Λυκοσούρα-Λύκαιο) έχουμε ένα εξαιρετικό μνημειακό σύνολο που μπορεί να συμβάλει στην πολιτιστική και οικονομική ανάπτυξη της περιοχής.

Στην δυσχείμερη και άγνωστη Γορτυνία επιχειρήθηκαν δύο ανασκαφές, μία στην αρχή και μία προ γεωγραφικό πέρας της επαρχίας. Η αρχαία Αρκαδία έχει την ψυχή της στην γορτυνιακή περιοχή που διαρρέεται από μύρια ταπεινά ρεύματα και μεγαλύτερα ποτάμια, που φυλλώνεται από την ποικιλλότερη χλωρίδα και εμψυχώνεται από τους γλυκερούς ήχους των κοπαδιών και της ποιμενικής φλογέρας. Αυτή η βουκολική ερημιά έδωσε δυο θαυμάσια αρχαιολογικά μνημεία, τον προϊστορικό οικισμό στο Σακοβούνι Καμενίτσας και το μυκηναϊκό νεκροταφείο στο Παλαιόκαστρο, το αρχαιότερο του ελληνικού χώρου.

Στην Δημητσάνα υπάρχει μικρή μουσειακή συλλογή, που προγραμματίζεται να αναβαθμισθεί σε τοπικό Γορτυνιακό Μουσείο, επίκεντρο της αρχαιολογικής έρευνας και ευρηματικής παρακαταθήκης της περιοχής αυτής, που έχει την άμεση ανάγκη της φροντίδας και της στοργής του κράτους για να επιβιώσει. Η φροντίδα αυτή θα ήταν και ελάχιστη αναγνώριση προσφοράς μιας περιοχής που συντήρησε και εξέθρεψε την φλόγα της Ανάστασης του γένους το '21.

Σαν επιστέγασμα της αρχαιολογικής δραστηριότητας στην Αρκαδία παρουσιάζουμε την ίδρυση του αρχαιολογικού μουσείου Τριπόλεως την τελευταία 6ετία. Χωρίς να πειραχθεί η εκθεσιακή περιουσία των άλλων αρκαδικών Μουσείων, που απεναντίας ενισχύθηκε με την ίδρυση ή επανίδρυσή τους, συγκεντρώθηκαν στο νέο αυτό κεντρικό μουσείο του Αρκαδικού χώρου ευρήματα παλαιοτέρων και κυρίως πρόσφατων ανασκαφών μας, σε μια διαχρονική έκθεση που περιλαμβάνει ευρήματα από τα νεολιθικά μέχρι τα πρώιμα Χριστιανικά χρόνια. Ο συνολικός εκθεσιακός χώρος του Μουσείου Τριπόλεως πλησιάζει τα 1000τμ. Στην ανάδειξη των εκθεμάτων του Μουσείου βοηθά το ωραίο νεοκλασικό κτίριο του πρώτου Παναρκαδικού Νοσοκομείου Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΡΙΑ, έργο του Τσίλλερ και δωρεά της Αναστασίας Δεμέστιχα. Παρουσιάζω μερικά εκθέματα του νέου Μουσείου, με υπομνηματισμό. Το Μουσείο της Τρίπολης αποτελεί τώρα το οργανωτικό επίκεντρο της Υπηρεσίας για την συνέχιση της αρχαιολογικής έρευνας, την πολιτιστική παιδεία του λαού και την καλλιέργεια των εγγενών του δυνατοτήτων να κερδίσει την υπόθεση της πνευματικής και οικονομικής του προκοπής και ανάπτυξης.


 
Αρχή σελίδας

Θεόδωρος Γ. Σπυρόπουλος, Έφορος Αρχαιοτήτων
Επίκουρος Καθηγητής Παν/μίου Αθηνών
Copyright 2006©

Τελευταία ενημέρωση: 17/01/2006
Ιστορικά Θέματα
Copyright 2001© - Δ. τόπος ΑΡΚΑΔΙΑ