Ιστορικά Θέματα


Ένα Iστορικό Οδοιπορικό στην Aρκαδία


Χάρτης της Αρκαδίας κατά την εποχή του Παυσανία (από τον τόμο "Αρκαδικά-Αχαϊκά", Εκδοτική Αθηνών)

Χάρτης της Αρκαδίας κατά την εποχή του Παυσανία
(από τον τόμο "Αρκαδικά-Αχαϊκά", Εκδοτική Αθηνών)

Πρωτεύουσα της Αρκαδίας είναι η Τρίπολη, που έχει τελείως ξανακτισθεί μετά την καταστροφή της από Ιμπραήμ πασά το 1827. Mε την έναρξη της επανάστασης κατά του Τουρκικού ζυγού έγινε ο πρώτος στόχος των Ελλήνων που κατόρθωσαν έπειτα από μεγάλη πολιορκία να την κυριεύσουν τον Σεπτέμβρη του 1821. Σε όλη τη διάρκεια του Αγώνα, διεδραμάτησε σημαντικό ρόλο και υπέφερε πολλά δεινά, μέχρις ότου πυρπολήθηκε από τον Ιμπραήμ.

Η Τρίπολη αποτελεί συγκοινωνιακό κόμβο για επικοινωνία με ολόκληρη την Πελοπόννησο. Είναι εξαιρετική βάση για να γνωρίσει κανείς τη γύρω περιοχή, πλούσια σε αρχαιολογικούς χώρους αλλά και γραφικά χωριά με τοπικό χρώμα, κτισμένα σε ένα όμορφο ορεινό περιβάλλον. Η Τρίπολη ανήκει στην επαρχία Μαντινείας, που κληρονόμησε το όνομα της αρχαίας πολιτείας και τον χώρο της. Στο κλειστό της λεκανοπέδιο, αναπτύχθηκαν οι πολιτείες του αρκαδικού κόσμου από τον βορρά στον νότο: Καφυές, Ορχομενός, Νεστάνη, Μαντίνεια, Τεγέα, Παλλάντιο.

Προχωρώντας κανείς προς βορρά, συναντά μετά από μια παρακαμπτήριο σε 14 χιλιόμετρα το γραφικό χωριό της Νεστάνης, χτισμένο κοντά στα ερείπια της αρχαίας πόλης, που ήταν ένας από τους πέντε δήμους των Μαντινέων. Σε υψόμετρο 640μ. υπάρχει το μοναστήρι της Γοργοεπηκόου του 10ου αι. με διάφορα κειμήλια.

Η αρχαία πόλη Μαντίνεια βρίσκεται σε απόσταση 13 περίπου χιλιόμετρα βόρεια της Τρίπολης. Η ομηρική “ερατεινή Μαντινέη” αποτελείτο από πέντε δήμους, κοντά στο μικρό λόφο στο σημερινό Γκορτσούλι. Στα ιστορικά χρόνια οι πέντε αυτοί δήμοι αποτέλεσαν τη Μαντίνεια, που κτίστηκε στην πεδιάδα στη θέση που βρίσκονται τα σωζόμενα ερείπια. ¶λλοτε σύμμαχος των Αθηναίων και άλλοτε των Σπαρτιατών, έπαθε πολλές καταστροφές. Η Μαντινεία, την οποία αναφέρει στην Ιλιάδα ο Όμηρος, θεωρείται αρχαιότατη πόλη. Οι κωμοπόλεις που τη συναποτελούσαν ενώθηκαν σε έναν ενιαίο σχηματισμό, ο οποίος ήταν υποτελής του ργους στις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ. Κατά τους Μηδικούς Πολέμους οι Μαντινείς πολέμησαν στις Θερμοπύλες, ενώ κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο αρχικά συμμάχησαν με τους Σπαρτιάτες και κατόπιν με τους Αθηναίους. Το 418 π.Χ. έγινε η αποφασιστική μάχη της Μαντινείας κατά την οποία επικράτησαν οι Σπαρτιάτες και υπέταξαν τους γηγενείς. Μετά την ήττα των Σπαρτιατών από τους Θηβαίους στα Λεύκτρα, οι Μαντινείς ανέκτησαν την ανεξαρτησία τους και έλαβαν ενεργό μέρος στη σύμπηξη της Αρκαδικής Ενωσης, του Κοινού των Αρκάδων. Γρήγορα όμως αποκατέστησαν τις σχέσεις τους με τους παλιούς εχθρούς τους και εναντιώθηκαν στη Θήβα. Το 362 π.Χ., λίγο έξω από τη Μαντινεία, παρά τη νίκη του, σκοτώθηκε ο χαρισματικός ηγέτης των Θηβαίων Επαμεινώνδας. Στη συνέχεια η πόλη ήταν άλλοτε μέλος της Αχαϊκής και άλλοτε της Αιτωλικής Συμπολιτείας, έως ότου παραδόθηκε τελικά στους Ρωμαίους.

Οι Μαντινείς βοήθησαν τον Οκταβιανό Αύγουστο στον αγώνα του κατά του Μάρκου Αντωνίου και της Κλεοπάτρας. Τελικά, με την πάροδο των ετών, η Μαντινεία, ερείπια της οποίας βρίσκονται στη θέση Παλαιόπολη, έχασε τη σημασία της και σταδιακά έπαψε να κατοικείται.

Οι ανασκαφές της γαλλικής αρχαιολογικής σχολής των Αθηνών έφεραν στο φως ερείπια από τον οχυρωτικό περίβολο, που είχε μήκος 4 χιλιόμετρα περίπου, πάχος 4.20 μ., 122 πύργους και 10 πύλες, που αντιστοιχούσαν σε 10 δρόμους. Αποκαλύφθησαν ακόμη διάφορα δημόσια οικοδομήματα στον χώρο της αγοράς, το βουλευτήριο, το θέατρο, η εξέδρα της Επιγόνης, η στοά του Ευρυκλή κ.ά.

25 χιλιόμετρα βορειότερα, υπάρχει το χωριό Λεβίδι, που στα βορειοανατολικά του βρισκόταν η αρχαία Ελυμία με το ναό της Υμνίας Αρτέμιδος κοντά στο παλιό βυζαντινό ξωκκλήσι της Παναγίας. Στο χωριό λειτουργεί μουσείο του Αλεξάνδρου Παπαναστασίου, με προσωπικά αντικείμενα του πολιτικού, που ανακήρυξε την Α’ Ελληνική Δημοκρατία.

Από το Λεβίδι, μια παράκαμψη στα δεξιά οδηγεί στην αρχαία ακρόπολη του Ορχομενού, που βρισκόταν στην κορυφή του λόφου στα βόρεια του χωριού Καλπάκι. Ο Ορχομενός φαίνεται ότι κατοικήθηκε για πρώτη φορά κατά τη γεωμετρική εποχή. Θεωρούνταν η παλαιά έδρα των βασιλιάδων της Αρκαδίας, ήταν πλούσιος σε πρόβατα και κυριαρχούσε στις γειτονικές πόλεις. Από την οχυρή του θέση οι βασιλείς του “πολύμηλου” Ορχομενού μπορούσαν να ελέγχουν την πολιτική ζωή της Αρκαδίας την αρχαϊκή εποχή. Κατά τον Ομηρο, οι κάτοικοι του Ορχομενού έλαβαν μέρος στον Τρωικό Πόλεμο. Αργότερα πολέμησαν εναντίον των Περσών, ενώ κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο συμμάχησαν με τους Σπαρτιάτες και καταστράφηκαν από τους Αθηναίους. Στα χρόνια των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου ο Ορχομενός λεηλατήθηκε πολλές φορές και σχεδόν ερημώθηκε. Αναστυλώθηκε όμως επί Ρωμαίων. Την εποχή που την περιοχή επισκέφτηκε ο περιηγητής Παυσανίας, η πόλη είχε μεταφερθεί χαμηλότερα, στο σημερινό Καλπάκι. Σήμερα είναι ορατά αρκετά μέρη του οχυρωτικού περιβόλου και τα ερείπια από τον ναό της Αρτέμιδας, θεμέλια μιας στοάς, του βουλευτηρίου και του θεάτρου. Επιστρέφοντας στο Λεβίδι μπορεί κανείς να επισκεφτεί το χωριό της Βλαχέρνας σε υψόμετρο 940μ. με τα δύο βυζαντινά μοναστήρια, της Αγίας Ελεούσας και της Παναγίας της Βλαχέρνας.

Από τη Βλαχέρνα, ο δρόμος προχωρεί στα νοτιοδυτικά, όπου στις ελάτινες πλαγιές του Μαινάλου συναντά κανείς τη Βυτίνα, ένα από τα θαυμάσια χειμερινά θέρετρα της Ελλάδας. Ο δρόμος μετά τη Βυτίνα στο ύψος της Καρκαλούς οδηγεί στα αριστερά στη Δημητσάνα, που χτισμένη αμφιθεατρικά πάνω από τον Λούσιο ποταμό, στα ερείπια της αρχαίας πόλης, έπαιξε σπουδαίο ρόλο τον καιρό της επανάστασης. Πατρίδα του πατριάρχη Γρηγορίου Ε’ και του Παλαιών Πατρών Γερμανού, διαθέτει μια βιβλιοθήκη με σπάνιες εκδόσεις, στην οποία λειτουργεί και λαογραφικό μουσείο. Από τη Δημητσάνα μπορεί να επισκεφτεί κανείς τη Μονή Αιμυαλών, τη Μονή Φιλοσόφου και τη Μονή του Τιμίου Προδρόμου που ασκεί μεγάλη έλξη σε όσους ζητούν την απομόνωση.

Λίγα χιλιόμετρα μετά τη μονή, βρίσκεται η Στεμνίτσα ή Υψούς με πέτρινα παραδοσιακά σπίτια με βυζαντινή αρχιτεκτονική. Μετά τον Υψούντα μπορεί κανείς να κατευθυνθεί στην αρχαία Γόρτυνα στην δεξιά όχθη του Λούσιου ποταμού που εδώ ονομάζεται Γορτύνιος κοντά στο σημερινό χωριό Ατσίχολος. Η πόλη αυτή  έφθασε στο απόγειο της ακμής της τον 4ο και τον 3ο αιώνα π.Χ.. Εκεί λατρευόταν με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια ο Ασκληπιός.

Επιστρέφοντας στη διασταύρωση της Καρκαλούς και συνεχίζοντας στον κεντρικό δρόμο συναντάμε τα Λαγκάδια, ένα από τα γραφικότερα χωριά της Αρκαδίας, με πέτρινα καλντερίμια και παλιά αρχοντικά ανάμεσα σε πλατάνια και λεύκες. Σε μια παράκαμψη δεξιά 14 χλμ. μετά τα Λαγκάδια, ο δρόμος οδηγεί στα Τρόπαια, που στα ανατολικά του υψώνεται το μεσαιωνικό κάστρο της ¶κοβας. Επιστρέφοντας στον βασικό δρόμο, μπορεί κανείς να κατηφορίσει στην αρχαία Ολυμπία.

Ο ταξιδιώτης που θα ακολουθήσει τη νοτιοδυτική διαδρομή συναντά μετά την Τρίπολη το Παλλάντιο, αρχαία αρκαδική πόλη από την οποία τίποτα δεν διατηρείται. Μετά το Παλλάντιο προς νότο σώζονται τα ερείπια από την ακρόπολη της αρχαίας Ασέας καθώς και τα λείψανα των τειχών της πόλης, που ερευνήθηκε από ομάδα Σουηδών αρχαιολόγων.

Συνεχίζοντας στη βασική διαδρομή συναντά κανείς τη Μεγαλόπολη. H αρχαία Μεγάλη Πόλις ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του Θηβαίου Επαμεινώνδα μετά τη νίκη του κατά των Λακεδαιμονίων στα Λεύκτρα, με το συνοικισμό μερικών πόλεων και πολλών “παρακμασμένων πολιχνών”. Τα ερείπια της αρχαίας πόλης σώζονται δεξιά και αριστερά από τον ποταμό Ελισσώνα που τη διασχίζει. Το θέατρο της Μεγαλόπολης ήταν ένα από τα μεγαλύτερα της αρχαιότητας με χωρητικότητα 20000 θεατών, αφού ήταν προορισμένο για τις συγκεντρώσεις των αντιπροσώπων των συνοικισμένων αρκαδικών πόλεων και για θεατρικές παραστάσεις. Η σκηνή του ήταν ξύλινη κινητή.

Μετά τη Μεγαλόπολη (15 χλμ.) ο δρόμος οδηγεί στον αρχαιολογικό χώρο της Λυκόσουρας, που κατά την παράδοση κτίστηκε από τον Λυκάονα, γιο του Πελασγού. Σύμφωνα με τον Παυσανία, η Λυκοσούρα ήταν μία από τις αρχαιότερες πόλεις του κόσμου, "η πρώτη που είδε το φως του ήλιου". Όταν ιδρύθηκε η Μεγαλόπολις, οι Λυκοσουρείς, οι οποίοι λάτρευαν πρωτίστως τη Δήμητρα και την Περσεφόνη, πιέστηκαν να μετακομίσουν εκεί. Τελικά, όμως, επικαλούμενοι λόγους ιερότητας του χώρου, πέτυχαν να παραμείνουν στην πόλη τους. Σήμερα η περιοχή είναι ακατοίκητη. Οι ανασκαφές έφεραν στο φως το φημισμένο ιερό της Δέσποινας στα ανατολικά της ακρόπολης, ερείπια βωμών της Δέσποινας και της Δήμητρας, μιας μεγάλης στοάς και εκτεταμένο συγκρότημα οικοδομημάτων στα δυτικά του κυρίως ιερού. Στο τοπικό αρχαιολογικό μουσείο περιέχονται γλυπτά από το ιερό της Δέσποινας και αντίγραφα γλυπτών (όπως υπερφυσικά αγάλματα αρχαίων θεών), τα πρωτότυπα των οποίων βρίσκονται στο εθνικό αρχαιολογικό μουσείο της Αθήνας.

Ύστερα από τον κάμπο της Μεγαλόπολης βόρειος δρόμος οδηγεί στην Καρύταινα με το φράγκικο κάστρο της πάνω σε ένα τεράστιο βραχόβουνο, περισφιγμένο ολόγυρα από τα αρκαδικά βουνά. Τη μεγαλύτερη ακμή της γνώρισε η Καρύταινα στα χρόνια της φραγκοκρατίας, οπότε κτίστηκε το κάστρο της (1245) από τον Ούγκο ντε Μπριγιέρ σε ύψος 700μ., που ονομάστηκε “Τολέδο της Ελλάδας” και θεωρήθηκε σαν ένα από τα σημαντικότερα της Πελοποννήσου χάρη στη στρατηγική του θέση.Το 1320 το Κάστρο εξαγόρασε από τον φράγκο φρούραρχο ο Ανδρόνικος Παλαιολόγος, οπότε και στολίστηκε με βυζαντινές εκκλησίες και μοναστήρια. Στα μέσα του 15ου αι. πέρασε στα χέρια των Τούρκων, για να περιέλθει το 1685 για λίγο στους ενετούς και τελικά πάλι στους Τούρκους (1715) που το κρατούν ως την επανάσταση του 1821, οπότε, όπως και όλη η Αρκαδία γίνεται το πολεμικό ορμητήριο της Πελοποννήσου. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης εγκαταστάθηκε εδώ, επισκεύασε τα τείχη και έχτισε σπίτι και εκκλησία μέσα στο κάστρο και ούτε ο Ιμπραήμ δεν μπόρεσε να το προσβάλλει. Από το 1830 που η Δημητσάνα πήρε τη θέση της σαν πρωτεύουσα της περιοχής, η Καρύταινα έπεσε σε μαρασμό. Η ανάβαση στο κάστρο γίνεται από ένα δύσκολο σύντομο μονοπάτι. Ακόμη αξίζει να δει κανείς το βυζαντινό καμπαναριό της Ζωοδόχου Πηγής του 14ου αι. και κάτω χαμηλά εκεί που κυλάει ο Αλφειός, την πολύτοξη φραγκικής κατασκευής γέφυρα.

Για τον επισκέπτη που θα κατευθυνθεί από την Τρίπολη προς τα νοτιοανατολικά υπάρχουν δύο κατευθύνσεις για να επιλέξει. Ο δρόμος προς νότο οδηγεί στα ορεινά χωριά Καστρί και ¶γιο Πέτρο, με άφθονο πράσινο. Στα ανατολικά του βρίσκεται η ιστορική βυζαντινή μονή της Μαλεβής. Ο άλλος δρόμος περνώντας από τα Κάτω Δολιανά οδηγεί στο ¶στρος. Ανάμεσά τους βρίσκεται η Μονή Λουκούς που το καθολικό της χρονολογείται στον 12ο αι. μ.Χ. Το μοναστήρι κατέχει τη θέση αρχαίου ιερού του Πολεμοκράτη, εγγονού του Ασκληπιού, που κυριαρχούσε σαν θεότητα. Αρχιτεκτονικός διάκοσμος και γλυπτικά κομμάτια διατηρούνται εντοιχισμένα στο καθολικό και τα διάφορα προκτίσματα του μοναστηριού, όπως επίσης και ένα ακέφαλο άγαλμα Αθηνάς καθιστής. Κοντά βρίσκεται σημαντικό αρχαιολογικό μνημείο, η έπαυλη του Ηρώδου του Αττικού, στην οποία τελευταία χρόνια έχει ανευρεθεί πλήθος ευρημάτων, μερικά από τα οποία εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο του ¶στρους..

Το ¶στρος, που για την εύφορη περιοχή του φιλονικούσαν στην αρχαιότητα Σπαρτιάτες και Αργείοι, διακρίνεται σε μεσόγειο και παραλιακό. Στο λόφο του παραλιακού ¶στρους σώζεται ογκώδες τείχος και στην κορυφή μεσαιωνικό κάστρο, που διατηρείται σχετικά καλά. Ο δρόμος στη συνέχεια κατηφορίζει παραλιακά μέσα σε ένα ιδιόμορφο όσο και μοναδικό για την ομορφιά του τοπίο. Αριστερά εκτείνεται η καθάρια θάλασσα της Κυνουρίας, ενώ στα δεξιά υψώνονται πανύψηλοι οι ορεινοί όγκοι του Πάρνωνα.

Έτσι μέσα σε μια αδιάλειπτη εναλλαγή του γαλάζιου και του πράσινου φτάνει κανείς στον ¶γιο Αντρέα, όπου μπορεί να δει πάνω στο λόφο “νησί” της παραλίας τα πολυγωνικά ερείπια τειχών της αρχαίας Ανθήνης, και προχωρεί στον Τυρό για να καταλήξει στο Λεωνίδιο, που απέχει συνολικά από την Τρίπολη 92 χλμ. Κοντά στην πόλη σώζονται τα ερείπια αρχαίας ακρόπολης των Βρασιών και τμήματα από πελασγικά τείχη. Μπορεί να επισκεφτεί κανείς τη μονή του Αγίου Νικολάου Σίντζας στα βορειοδυτικά του Λεωνιδίου, ενσωματωμένη στο βράχο και τη μονή Ελώνης στα νοτιοδυτικά του Λεωνιδίου, κτισμένη πάνω σε κοκκινωπό βράχο - που μοιάζει σαν μετέωρος.

Η σημαντικότερη πόλη της Αρκαδίας πρίν από την ίδρυση της Μεγαλόπολης, ήταν η Τεγέα στο δρόμο που από την Τρίπολη οδηγεί στη Σπάρτη. Στην αρχαιότητα κατείχε το νοτιοανατολικό τμήμα της Αρκαδίας που ονομαζόταν Τεγεάτις και αποτελείτο από εννέα δήμους στους ιστορικούς χρόνους. Η ίδρυσή της ανάγεται στην προϊστορική εποχή και αναφέρεται σαν μία από τις χώρες που πήραν μέρος στην αργοναυτική εκστρατεία και στον πόλεμο της Τροίας. Αρχικά ήταν μία μικρή κωμόπολη, η οποία όμως κατάφερε να επιβληθεί πολιτικά στους γειτονικούς οικισμούς και να τους συσπειρώσει γύρω από τη λατρεία της θεάς Αλέας, η οποία ταυτίστηκε αργότερα με την Αθηνά. Το 469 π.Χ., η Τεγέα αναγκάστηκε να συμμαχήσει με τη Σπάρτη, της οποίας παρέμεινε πιστός σύμμαχος. Οι Τεγεάτες πολέμησαν στο πλευρό των Σπαρτιατών κατά τον πελοποννησιακό πόλεμο, τους εγκατέλειψαν όμως μετά τη μάχη στα Λεύκτρα για να συμμαχήσουν το 235 π.Χ. με τους Θηβαίους και στη συνέχεια να προσχωρήσουν το 222 π.Χ. στην Αχαϊκή Συμπολιτεία. Η Τεγέα συμμετείχε στους περσικούς πολέμους και οι Τεγεάτες πολέμησαν γενναία κατά των Περσών στις Θερμοπύλες και τις Πλαταιές.

Όταν οι Ρωμαίοι κατέλαβαν την Ελλάδα η Τεγέα ακολούθησε την τύχη των άλλων ελληνικών πόλεων. Το 31 π.Χ ο Aύγουστος θέλησε να τιμωρήσει τους Τεγεάτες για την βοήθεια που προσέφεραν στον αντίπαλο του Αντώνιο και αφαίρεσε από το ναό της Αλέας το άγαλμα της θεάς Αθηνάς από ελεφαντοστό μαζί με τα δόντια του Καλυδώνιου κάπρου και, όπως μας πληροφορεί ο Παυσανίας, βρίσκονταν στη Ρώμη στην αγορά που είχε φτιάξει Αύγουστος. Στους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, η περιοχή καταστράφηκε από τους Γότθους το 395 μ.Χ. Από τον 7ο μ.Χ. αιώνα η Τεγέα παρήκμασε. Από το 10ο αιώνα μ.Χ η περιοχή της Τεγέας απαντάται ως Αμύκλιον, που στον 12ο αιώνα παραφράζεται σε Νύκλι και εξελίσσεται σε ισχυρή πόλη, ιδιαίτερα κατά τους χρόνους της φραγκοκρατίας, οπότε και αποτέλεσε μία από τις βαρωνίες. Το 1296 πέρασε στην εξουσία του δεσπότη του Μυστρά Ανδρόνικου Παλαιολόγου, που την κατέστρεψε, επειδή, κτισμένη καθώς ήταν στην πεδιάδα χρειαζόταν πολυάριθμη φρουρά για να την προστατεύει. Πολλοί από τους κατοίκους του Νυκλίου με την άλωση από τους Φράγκους το 1209 - είτε κατ’ άλλους μετά την καταστροφή το 1296 - κατέφυγαν στη Μάνη και εκεί αποτέλεσαν τις ισχυρές οικογένειες των «Νυκλιάνων» ή «Μεγαλογεννητών», που επιβλήθηκαν στους ντόπιους.

Από την Τεγέα  ήταν ο τραγικός ποιητής Αρίσταρχος, ο ιστορικός Αρίανθος, ο ποιητής Κλονάς και άλλοι. Στην περιοχή Αλέα της Τεγέας μπορεί να επισκεφθεί κανείς τα ερείπια του ναού της Αθηνάς, που ήταν από τους λαμπρότερους της Πελοποννήσου. Ο ναός ήταν κτισμένος στο νοτιοδυτικό άκρο του οχυρωτικού περιβόλου της αρχαίας πόλης. Από τις ανασκαφές έγινε φανερό πως στη θέση αυτή υπήρχε ιερό και λατρεία θεάς από τα μυκηναϊκά χρόνια. Τα ερείπια που σώζονται ανήκουν στο νεότερο δωρικό περίπτερο (4x14) ναό, έργο του Παριανού Σκόπα, που κατασκευάστηκε είτε στα 370 π.Χ είτε, κατ’ άλλους ερευνητές, στο β' μισό του 4ου αι., από ντόπιο μάρμαρο των Δολιανών με πρόδρομο, σηκό και και οπισθόδομο. Ο σηκός εσωτερικά στολιζόταν με κορινθιακούς ημικίονες και στο βάθος του ήταν στημένα το άγαλμα της Αλέας Αθηνάς (στο κέντρο) και τα μαρμάρινα αγάλματα του Ασκληπιού και της κόρης του Υγείας. Εξωτερικά η διακόσμηση είχε θέματα από τους τοπικούς μύθους.

Στο χωριό Αλέα λειτουργεί σήμερα αρχαιολογικό μουσείο, στο οποίο κυρίως περιέχονται γλυπτικά κομμάτια σκοπαδικής τεχνοτροπίας. Κοντά στην αγορά της αρχαίας Τεγέας, με τα ιερά και τα αναθήματα, υπήρχε και θέατρο. Στο κοίλο του κτίστηκε το β’ μισό του 11ου ή στον 12ο αι. η εκκλησία της παλιάς Επισκοπής. Στην Επισκοπή μπορεί κανείς ακόμα να δεί υπολείμματα μεσαιωνικών τειχών και τα μωσαϊκα δάπεδα από την παλαιοχριστιανική βασιλική.


Σχετικές Σελίδες


Αρχή σελίδας

Το παραπάνω κείμενο έχει βασιστεί σε κείμενο της έκδοσης "Πελοπόννησος, Ταξιδιωτικός οδηγός μουσείων, μνημείων και αρχαιολογικών χώρων", της Ε. Καρποδίνη - Δημητριάδη, Αρχαιολόγου - 1985, ενώ έχει υποστεί μερικές συμπληρώσεις.
Προσαρμογή: Χ. Αλεξόπουλος,
Copyright 2003©

Τελευταία ενημέρωση: 19/03/2007
Ιστορικά Θέματα
Copyright 2001© - Δ. τόπος ΑΡΚΑΔΙΑ
top