ΛΥΚΑΙΟ ΚΑΙ ΛΥΚΟΣΟΥΡΑ - Η ΓΕΝΕΘΛΙΟΣ ΚΟΙΤΙΔΑ ΤΩΝ ΑΡΚΑΔΩΝ

Του Θεόδωρου Σπυρόπουλου, Εφόρου αρχαιοτήτων Αρκαδίας - Λακωνίας
Επίκουρου καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών.

(Η ομιλία αυτή, έγινε στις 6 Μαΐου 1996 στο ξενοδοχείο Novotel στην Αθήνα, σε εκδήλωση του Συλλόγου Άνω Καρυωτών "ο Λύκαιος Δίας", με θέμα τα Λύκαια.)

 

Οι απόψεις που θα διατυπωθούν σήμερα ενέχουν μία προσωρινότητα και προεξαγγελτική αναφορά σε θεμελιώδη ζητήματα της Ιστορίας του χώρου και της λατρείας των Λυκαίων, εν όψει μίας έρευνας του χώρου που αποτελεί προσδοκία όλων υμών και διακαή επιθυμία και ημών.

Πράγματι μετά τις έρευνες του Κων/νου Κουρουνιώτη, στις αρχές του αιώνα μας (1902 - 1909) η αρχαιολογική σκαπάνη σίγησε παντελώς στην Ιερά Κορυφή της Αρκαδίας, ενώ οι έρευνες του σοφού μελετητή, που έγιναν με κάποια σπουδή, έλυσαν τόσα ζητήματα όσα και πλείονα ίσως κατέλιπον αναπάντητα και αμφιλεγόμενα.

Αλλά πρώτον, ας τοπογραφήσουμε συντόμως περί του χώρου και των μνημείων, γενεαλογούντες έπειτα κατά τα παραδιδόμενα και τέλος επιφέροντες τις δικές μας κρίσεις και ερμηνείες περί των σεπτών Μνημείων και των συντελουμένων περί αυτά φρικωδών θέσμιων του παλαιότατου παρελθόντος.

Το όρος Λύκαιον είναι ο ορεινός όγκος ασβεστολιθικών υψωμάτων δυτικώς του οροπεδίου της Μεγαλοπόλεως εις την περιοχή της Παρρασίας (Παυσανίας 8, 38, 2 κε, 4, 20, 2, 8, 41, 3, Στράβωνος Γεωγραφικά 8, 348, Παυσανίας 8, 2, 1, Θουκυδίδης, 5, 54, 1). Ο Πολύβιος περιελάμβανε το όρος μεταξύ των μεγίστων της Ελλάδος, εξ' ου και το παρά Θεοκρίτω "όρεα μακρά" (1, 123). Το όρος είχε πολλά δάση κατά την αρχαιότητα καθώς και πολλές πηγές (Παυσανίας 8, 38, 3 κ.ο.κ.).

Ο ορεινός όγκος του Λυκαίου αποτελείται από δύο κορυφές, την κορυφή Στεφάνι με υψόμετρο 1400 μέτρα προς Βορρά και την αμέσως χαμηλότερη αλλά περισσότερο ελεύθερη και περίοπτη που ονομάζεται κορυφή του Προφήτου Ηλία από το ομώνυμο παρεκκλήσιο ή Διαφόρτι. Μεταξύ των δύο κορυφών βρίσκεται μικρός επίπεδος χώρος 350 Χ 120 μέτρα σε υψόμετρο 1200 μέτρα, όπου ιδρύθηκαν Ιππόδρομος και Στάδιο με μεγάλη Στοά καθώς και συμπληρωματικά κτίρια μεταξύ των οποίων ο Παυσανίας μνημονεύει Ιερόν Πανός. Τα κτίρια χρονολογούνται κυρίως στους πρώιμους Ρωμαϊκούς χρόνους. στη θέση αυτή εορτάζοντο τα Λύκαια, δηλαδή πανελλήνιοι αθλητικοί αγώνες ανά τετραετία, το έπαθλο της νίκης των οποίων ήταν ένα χάλκινο αντικείμενο. Το καθ' αυτό ιερό του Διός ευρίσκετο επί της κορυφής του υψώματος του προφήτη Ηλία και απετελείτο από δύο σημεία δηλαδή τον βωμό του Λυκαίου Διός και το Τέμενος του ιδίου Θεού.

Ο βωμός ευρίσκεται Επί της κορυφής του υψώματος και χαρακτηρίζεται από τον Παυσανία ως "γης χώμα". 20 μέτρα χαμηλότερα από το βωμό επί της νότιας πλαγιάς του ευρίσκετο επί μικρού ανδήρου το τέμενος του Λυκαίου Διός εις το οποίο κατά τον Παυσανία απηγορεύετο η είσοδος στους ανθρώπους. Ο Κουρουνιώτης εις την Α.Ε. 1904 σελ. 162 σημειώνει ότι: "Ο βωμός του υπήρχε Επί της κορυφής του Αη Λιά ήταν φανερό εκ των λειψάνων των θυσιών και των λοιπών σημείων, άτινα ήταν πάντοτε ορατά επί της επιφανείας αυτής" Το μέρος εκείνο της κορυφής όπου ο βωμός του Διός ονομάζεται και σήμερα από τους χωρικούς "κόκαλα", αναλόγους δε λαϊκούς θρύλους για καμένα και ημιαπολιθωμένα τεμάχια οστών καθώς και για φρικτές θανατώσεις ομήρων από τους Αρχαίους στην κορυφή του Λυκαίου έχουν καταχωρήσει στα βιβλία τους οι περιηγητές Gell και Ross.

Για το τέμενος του Διός ο Κουρουνιώτης γράφει: "Μακρά γραμμή εκ μεγάλων αργών λίθων ορίζει την περιοχή του τεμένους και αναγνωρίζεται σήμερον μέχρις αποστάσεως 120 μέτρων. Ώστε το αρχαίον τέμενος είχε πλάτος 55 μέτρα και μήκος τουλάχιστον 120 μέτρα".

Τα πορίσματα της ανασκαφής Κουρουνιώτη έχουν εν συντομία ως εξής: Ο βωμός ήταν τεχνητός και εκ συσσωρεύσεως πολλών οστών και των λειψάνων των θυσιών. Η διάμετρος της επιφάνειας είναι 30 μέτρα, το δε βάθος των χωμάτων 1,5 μέτρα μέχρι τον στερεόν βράχον. Το χώμα περιγράφει ο Κουρουνιώτης, "ως λεπτότατον, μέλαν ως η τέφρα εκ της πυράς των θυσιών μετά πλήθους μικρών οστών. Αναφέρει δε και λίθους μεγάλους, ων τινές ημίκαυστοι, αλλαχού μεν σποραδικώς αλλαχού δε ως εις μικρούς σωρούς, ευρίσκοντο δε μετά του μέλανος χώματος και πολλά σχετικώς αλλά λιαν μικρά τεμάχια λεπτών αγγείων", τα οποία χρονολόγησε εις τον 5ο και 4ο αιώνα π.χ. Με απογοήτευση παρατηρεί ότι δεν απεκάλυψε εις τον βωμόν μικρά αφιερώματα ή άλλα πανάρχαια πράγματα, εξ ων θα εγινετο δυνατόν να βεβαιωθεί η επικρατούσα ιδέα περί της μεγίστης αρχαιότητος της λατρείας του Διός, να καθορισθεί δε και το είδος ταύτης. Συμπεραίνει ότι ο βωμός δεν υπέστη αλλοίωσιν τινά υπό του χρόνου από της αρχαιότητος μέχρι σήμερον, βεβαιώνει κατηγορηματικώς ότι εξετασας μετά προσοχής τα οστά δεν εύρεν μεταξύ τούτων ουδέν χαρακτηριστικόν ανθρωπίνου οστού. Τα μεγαλύτερα οστά ανήκουν εις βόας και χοίρους. Του τεμένους η επίχωσις είχε ύψος περίπου 60 εκατοστά επειδή δε ήτο μελανού χρώματος υπέθεσεν ο Κουρουνιώτης ότι τούτο ωφείλετο εις το αίμα των ζώων και θεωρεί την θέση τρόπον τινά πρόθυσιν. Εντός του τεμένους εύρεν χάλκινα αγαλμάτια του Διός με τον αετό και τον κεραυνό, του Ερμού, Αρκαδικών ποιμένων, του Απόλλωνος καθώς και κρίκους και ελάσματα χρονολογούμενα από τον 6ο ως τον 4ο αιώνα π.χ. Ο αυτός ανασκαφέας εύρεν κατά χώραν και συνεπλήρωσε περαιτέρω τις βάσεις επί των οποίων ίσταντο οι δύο κίονες για τους οποίους ο Παυσανίας γράφει τα εξείς: "Προ δε του βωμού κίονες δύο ως επί ανίσχοντα εστήκασιν ήλιον, αετοί δε επ' αυτοίς επίχρυσοι τα γε έτι παλαιότερα επεποίηντο". Οι βάσεις είναι τρίβαθμες, χρονολογούνται από τον Κουρουνιώτη κατά τον 5ο ή 4ο αιώνα π.χ. ο δε σπόνδυλος που ευρέθη ητο εκ μαρμάρου Δολιανών μετά 20 ραβδώσεων ύψους 0,48 μέτρων και διαμέτρου 0,78 μέτρα.

Από τις ανασκαφές του Κουρουνιώτη διεφωτίσθη αρκούντως η Τοπογραφία των Μνημείων του Λυκαίου όρους και πολλά των μνημείων του χώρου ήλθαν στο φως, καίτοι μερικώς μόνον ως το ιερόν του Παρρασίου Απόλλωνος, δεν απεκαλύφθησαν όμως αλλά, εν οις και το μνημονευόμενον υπό του Παυσανία Ιερόν του Πανός. Διαπορεί δε και ο ανασκαφέας και άλλοι πώς εις θεσιν δυσπρόσιτον και μετέωρον οι αρκάδες εγκατέστησαν πλήρη αθλητικόν στίβον, εις τον οποίον προσέτρεχαν ανά τετραετίαν κατά μήνα Ιούλιον, ως υποθέτει, αθληταί εξ όλων των σημείων του Ελληνικού και είτα του Ελληνορωμαϊκού Κόσμου, ως μαρτυρείτε και εκ των ολίγων επιγραφών των Λυκαιονικών, που ευρέθησαν εις τον χώρον της Αγοράς. Η χρονολογία των κτιρίων, της αγοράς είναι ως είπομεν οι πρώιμοι ελληνιστικοί και αυτοκρατορικοί χρόνοι, όταν φαίνεται αναβίωσαν οι αγώνες με την ενίσχυσιν των αυτοκρατόρων, ιδιαίτερα πιστεύουμε του φιλέλληνος αυτοκράτορος Ανδριανού και του μεγάλου Έλληνος των χρόνων εκείνων Ηρώδου Αττικού, ο οποίος ίδρυσε μέγα Παλλάδιον της Ελληνικής Παραδόσεως, καλλιτεχνίας και θρησκείας εις την πόλιν Εύα της Αρκαδίας, από όπου επισκοπούσε τα κατά Αρκαδία και Πελοπόννησον θέσμια, μύστης ο ίδιος των Ελευσινίων και ίσως και άλλων μυστηρίων και ανακαινιστής των Ασκληπιείων και των ολυμπίων. Εκείνο που δεν διεφώτισαν οι ανασκαφές του Κουρουνιώτη ήταν η μαρτυρούμενη υπό των Πηγών και του γενεαλογικού δένδρου των Αρκαδικών δυναστειών μακροτάτη ιστορία του Ιερού του Διός, των τελεουμένων εν αυτώ ανθρωποθυσιών αλλά και των ιδίων των Αγώνων.

Πρώτος λοιπόν και αυτόχθων κατά τον ποιητή Άσιο (Σάμιος περί το 630 π.χ.) βασιλεύς των αρκάδων υπήρξεν ο Πελασγός - ".....αντίθεον δε Πελασγόν εν υψικόμοισι όρεσσι γαία μέλαιν' ανέδωκε ίνα θνητών γένος είη....". Διάδοχος και υιός του μυθικού Πελασγού και κορυφαίο πρόσωπο της Αρκαδικής γενεαλογίας και μυθογραφίας ο περιβόητος Λυκάων. Αλληλοσυγκρουόμενες είναι οι παραδώσεις για το πρόσωπο και τη δράση του Λυκάονος. Από την μία πλευρά παρουσιάζεται ως ο εισηγητής αποτρόπαιων ανθρωποθυσιών και ασεβών καταδολιεύσεων κατά του Διός. Κατά τον Παυσανία "Λυκάων επί τον βωμόν του Λυκαίου Διός βρέφος ήνεγκεν ανθρώπου και έθυσε το βρέφος και έσπειρε επί του βωμού το αίμα, και αυτόν αυτίκα επί τη θυσία γενέσθαι λύκον φασίν αντί ανθρώπου".Η μεταγενεστέρα παράδοσις αποδίδει στον Λυκάονα και τον οίκο του μέγιστα ανοσιουργήματα. Καθώς τους επισκέφθη ο Ζευς σε ενδεή (πενιχρα) εμφάνιση του παρέθεσαν γεύμα τα εντόσθια ενός σφαγμένου παιδιού αναμεμιγμένα με το κρέας της θυσίας κατά ανάλογα ανοσιουργήματα του Ταντάλου και των Θυέστιων δείπνων.

Αποτροπιασμένος ο Ζευς ανατρέπει την Τράπεζαν (εξ ου έκτοτε καλείται η θεσις Τραπεζούς) και φονεύει τον Λυκάονα και όλους τους υιούς του (50 τον αριθμό) μέχρι του νεότατου (ή του πρωτότοκου) Νύκτιμου, του οποίου εφείσθη κατά παράκλησιν της Γης. Κατά την βασιλείαν του τελευταίου επισυνέβη όμως ο Κατακλυσμός του Δευκαλίωνος για να εξαφανισθεί το ανόσιο γένος των ανθρώπων. (Απολλόδωρος, 3, 97,κε). Κατά τον Οβίδιον (Μεταμορφώσεις 1, 163 κε, 211 κε) ο Ζευς εμφανίζεται στην Αρκαδία ως θεός. Αλλά ο Λυκάων αμφισβητεί την θεϊκή του υπόσταση και μετά από μία αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του, του παραθέτει τα προμνησθέντα ανάμικτα δείπνα. κατά τον Ερατοσθένη Καταστερισμοί, 8) ο Λυκάων έσφαξε τον εγκονόν του Αρκάδα. Ο Ζευς τον επανασυγκολά και τον μετατρέπει σε αστερισμό (Αρκτούρος).

Οι σύγχρονοι μελετητές συνδέουν λογικοφανώς την ανωτέρω Παράδοσιν με τις τελούμενες εις το Λύκαιον όρος ανθρωποθυσίες οι οποίες εγίνοντο εκεί ακόμη και κατά τον 4ο αιώνα π.χ. όπως προκύπτει από το σχετικό χωρίον της Πολιτείας του Πλάτωνος (Πολιτεία, 8,5 6 5d και Μίνως σ. 315κε). Για μας, λέει ο Πλάτων, οι ανθρωποθυσίες όχι μόνον δεν είναι Νόμος αλλά και ασέβεια. για τους Καρχηδόνιους αντίθετα, είναι μια ιερά συνήθεια και σ' αυτούς, όπως αναμφίβολα ήδη σου ανεφέρθη, μερικές φορές κάποιος πατέρας θυσιάζει τα παιδιά του στον Κρόνο.

Ως εκ τούτου συμπεραίνουμε ότι μόνον οι βάρβαροι έχουν τόσο διαφορετικούς νόμους από τους δικούς μας. Στις γιορτές του Λυκαίου, όπως και στους απόγονους του Αθαμαντα, οι Έλληνες κάνουν τις ίδιες ανθρωποθυσίες. Ανάλογα γράφει και ο Θεόφραστος, όπως προκύπτει από το χωρίον του Πορφυρίου, Νεοπλατωνικού φιλοσόφου εκ Τύρου, του 3ου αιώνα μ.χ. στο έργο του Περί Αποχής των εμψύχων. "Αφ' ου μέχρι του νυν ουκ εν Αρκαδία μόνον τοις Λυκαίοις, ούδ' εν Καρχηδόνι τω Κρονω, κοινή πάντες ανθρωποθυτούσι, αλλά κατά περίοδον της του νομιμου χάριν μνήμης εμφύλιον αεί αίμα φαίνουσιν προς τους βωμούς, καίπερ τοις παρ' αυτοίς οσίας εξειγούσης των Ιερών, τοις περιρραντηρίοις κηρύγματι, ει τις αίματος ανθρωπείου μεταίτιος".

Οι Θυσίες αυτές συνέχισαν να τελούνται ακόμη και κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους, αν κρίνουμε από την ακόλουθη παρατήρηση του Παυσανία. "Επί τούτου του βωμού τω Λυκαίω Διί θύουσιν εν απορρήτω πολυπραγμονήσαι δε ου μοι τα ες την θυσίαν ηδύ ην, εχέτω δε ως έχει και ως έσχεν εξ αρχής". (8,38,7). Κατά τον Otto Kern, Die Religion der Griechen I,187 κε οι ανθρωποθυσίες του Λυκαίου και η μεταμόρφωση του Λυκάονος και παντός γευομένου ανθρωπίνη σάρκα σε λύκο ανήκουν στην λατρεία ενός Προελληνικού Θεού - Λύκου, ο οποίος εξεβλήθη αργότερον υπό του Διός. Ας ενθυμηθούμε ότι λύκοι ανέσωσαν τους κατοίκους της Παρνασσίδος κατά τον κατακλισμόν του Δευκαλιωνος. "....των δε ανθρώπων όσοι διαφυγειν τον χειμώνα ηδυνήθησαν, λύκων ωρυγαις απεσώθησαν ες του Παρνασσού τα άκρα υπό ηγεμόσι της πορείας τοις θηρίοις, πόλιν δε ην έκτισαν εκκάλεσαν επί τούτω Λυκώρειαν" (ΙΧ,6, 2-3)
Για το κεφάλαιο των ανθρωποθυσιών του Λυκαίου η νεωτέρα έρευνα δεν προσήγαγε στοιχεία, αφού η έρευνα του Κουρουνιώτη δεν εδικαιολόγησε τις αναφορές των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Επιχειρήθηκαν όμως διάφορες ερμηνείες που ανάγονται στην σφαίραν της Ιστορίας των θρησκειών και εις άλλα παράλληλα, γνωστά επίσης εκ της φιλολογικής παραδόσεως. Πρώτος ει μη μόνος ο γνωστός συγγραφέας Berard στο σύγγραμμά του, De l' origine des cultes arcadiens, Raris 1894, υπεστήριξε ότι οι πρακτικές του Λυκαίου ομοιάζουν προς τις πρακτικές των Φοινικικών φύλων, τις οποίες καταδίκασαν οι Προφήτες του Ισραήλ και αναφέρεται στο χωρίον εκ της "Σοφίας Σολομώντος" (ΧΙV, 23) όπου κατά την μετάφραση των εβδομήκοντα σημειώνεται: "Ή γαρ τεκνοφόνους τελετάς ή κρύφια μυστήρια ή εμμανείς εξ άλλων θεσμών κώμους άγοντες (εν. αν. σ. 59). Συμπεραίνει ότι στην λατρεία του Λυκαίου Διός υπάρχουν ξένες τελετουργίες (rites), ίσως σημιτικές, ή πάντως συναφείς προς τις Σημιτικές συνήθειες και επάγεται: Zeus Lycaios est peut- tre un dieu importe (σ.60).

Ο Berard έγραψε την μελέτη του μία δεκαετία περίπου πριν ο Κουρουνιώτης αναλάβει την ανασκαφή του Λυκαίου. Ανεφέρθη στο ιερό του Ηρακλέους στις Ερυθρές της Μ. Ασίας, το οποίο κατείχε άγαλμα του ήρωος "ούτε τοις καλουμένοις αιγιναίοις, ούτε των αττικών τοις αρχαιοτάτοις εμφερές, ει δε τι και άλλο, ακριβώς εστίν αιγύπτιον. Σχεδία γαρ ήν ξύλων και επ' αυτή ο θεός εκ Τύρου της Φοινίκης εξέπλευσεν καθ' ήντινα δε αιτίαν, ουδέ αυτοί τούτο οι Ερυθραίοι λέγουσι" (Παυσ. VII,5,4-5). Τον σημιτικόν Δία αναζητεί εις το λύκαιον ο Berard ταξινομών τριπλήν την φύσιν και έλευσιν του Θεού, Αρείαν την του Δωδωναίου Πελασγικού Διός, σημιτικήν την του Κρηταγενούς, καθαρώς ελληνικήν και επίμεικτον του Ολύμπου.

Περαιτέρω σημειώνει ο Berard ότι:"dans tous le pays semitiques, le sacrifice humain fut le sacrifice par excellence". O Melqart στην Τύρο, η Αστάρτη στην Λαοδικεία, η Tanit και ο Κρόνος στην Καρχηδόνα, η Atergatis στην Ιεράπολη, ο Ζευς στην Κύπρο απαιτούν ανθρώπινες θυσίες, κυρίως των πρωτότοκων ή γενικά των νεογέννητων. Εδώ εντάσσει και την θυσίαν του Αβραάμ.

Ο Λύκαιος Ζευς παρατηρεί ο Berard λατρεύεται σε τρεις περιοχές, στο Λύκαιο, την Μεγαλόπολη και την Τεγέα (Παυσ. 53, 11 Εκ Τεγέας δε ιόντι εις την Λακωνικήν έστι μεν βωμός εν αριστερά της οδού Πανός, έστι δε και Λυκαίου Διός). Σε καμιά από τις παραπάνω περιπτώσεις ο Ζευς Λύκαιος δεν παρίσταται με κάποια εικόνα ή άγαλμα (σ.67). Στην αγορά της Τεγέας ο Ζευς Τέλειος έχει Βωμόν και αντί εικόνος τετράγωνον στήλην. (Παυσ. VΙΙΙ,48,6. Πεποίται δε και Διός τελείου Βωμός και άγαλμα τετράγωνον, περισσώς γαρ δη τι τω σχήματι τούτω φαίνονταί μοι χαίρειν οι Αρκαδες). Ο Berard σημειώνει την αποστροφή των ανατολικών λαών, Αιγυπτύων, Φοινίκων και Εβραίων στην παράσταση των Θεών τους υπό ανθρώπινη μορφή (σ.68) και παραπέμπει εις τον Στράβωνα, ο οποίος περιγράφων τους Αιγυπτιακούς ναούς παρατηρεί (XVII, σ.805) "Τον σε σηκόν σύμμετρον, ξόανον δε ουδέν ή ουκ ανθρωπόμορφον αλλά των αλόγων ζώων τινός".

Κατά τον Berard ο Λύκαιος Ζευς δεν έχει Ναόν. Ο Κουρουνιώτης βεβαιώνει ότι ουδέν κτίσμα ευρέθη επί του καθαυτού ιερού του Λυκαίου Διός, δηλαδή του Βωμού και του Τεμένους. Όταν ο Θουκυδίδης αναφέρεται στην αναζήτησιν του ασύλου επί του Λυκαίου από τον φυγάδα βασιλέα της Σπάρτης Πλειστοάνακτα σημειώνει: (V,16,3) "Χρόνω δε προτρέψας τους Λακεδαιμονίους φεύγοντας αυτόν εις το Λύκαιον δια την εκ της αττικής ποτε μετά δώρων δοκησεως αναχώρησιν και ήμισυ της οικίας του ιερού τότε του Διός οικούντα". Ο Berard φρονεί ότι παρά το Τέμενος του Διός υπήρχε μικρά οικία στην οποία εφυλάσσοντο σκεύη του ιερού, το ήμισυ της οποίας εχρησιμοποίησε ο Πλειστοάναξ. Ο Κουρουνιώτης (ΕΑ εν.αν.σ.178) γράφει: "της υπό Θουκιδιδου μνημονευομένης οικίας του Ιερού δεν είρων ίχνη πλησίον του τεμένους. Δυνατόν είναι, ότι έκειτο αύτη εκεί όπου είναι σήμερον το εκκλησίδιον του Αγίου Ηλιού, εις την οικοδομήν του οποίου θα περιελήφθησαν άσημα λείψανα αυτής". Ο Berard επιμένει ότι η απουσία Ναού εις το Λύκαιον είναι ανάλογος προς τας σημιτικάς συνηθείας με μόνην εξαίρεσιν τον Ναον του Σολομώντος, ο οποίος ηγέρθη για λόγους πολιτικής σκοπιμότητος και προπαγάνδας. Ένα άλλο συμπλήρωμα του Ιερού του Λυκαίου Διός (Βωμός-Τέμενος) είναι οι δύο κίονες που εμνημονεύσαμε ανωτέρω. Το κείμενο του Παυσανίου αναφέρει (VIII,38,7): "Προ δε του Βωμού κίονες δύο ως επί ανίσχοντα εστήκασιν ήλιον, αετοί δε επ' αυτοίς επίχρυσοι τα γε έτι παλαιότερα επεποίηντο". Ο Berard υπενθυμίζει τηνασέβειαν των Ισραηλιτών, οι οποίοι δια τον Βάαλ "ωκοδόμησαν εαυτοίς υψηλά και στήλας και άλση εις πάντα βουνόν" (Βασιλέων XIV,7-10).

Ο Κουρουνιώτης (ΕΑ1904,σ.177) σημειώνει: Ο Παυσανίας ομιλών περί των κιόνων λέγει ότι "επί τούτων αετοί τα γε έτι παλαιότερα επεποίηντο". Ο Berard αναφέρει το "παλαιότερα" εις την τεχνοτροπίαν των αετών και δέχεται ότι ούτοι ήσαν εισαγόμενοι ομοίως προς τους επί των αρχαίων ασιατικών μνημείων εικονιζομένους αετούς, αλλ' η υπόθεσίς του αυτή πίπτει μετά της όλης αυτού εικασίας περί του ιερού του Λυκαίου, εκ των εξαγομένων της ανασκαφής ημών. Ορθοτέρα είναι η άλλη εξήγησις του χωρίου του Παυσανίου, ην οι πλείστοι δέχονται, ότι δηλαδή ο Παυσανίας θέλει να δηλώσει ότι επί των χρόνων αυτού υπήρχαν ακόμη οι κίονες, αλλ' οι αετοί ήσαν επ' αυτών εις παλαιότερους χρόνους, ουχί δε καθ' ον χρονον αυτός ήτο επί του Λυκαίου. Είναι πολύ πιθανή γνώμη, συνεχίζει ο Κουρουνιώτης, ότι και οι αετοί μετεφέρθησαν εις Μεγαλόπολιν, όπως ίσως και οι ανδριάντες των Λυκαιονικών, ων μόνον αι βάσεις ευρίσκοντο εν τω ιπποδρόμω, ότε ο Παυσανίας είδε τούτον. Είναι επίσης πολύ πιθανόν ότι οι εν τω ιερώ του Λυκαίου Διός εν Μεγαλοπόλει δύο αετοί ήσαν αυτοί, οι εκ του Λυκαιου όρους ληφθέντες. (ΕΑ εν.αν.σ.177).

Ο Berard όμως προσάγει πλείονα παραδείγματα φοινικικών ή σημιτικών ιερων με διπλούς κίονας, ως το ιερόν του αιγυπτίου (κατά τον Φιλόστρατον) Ηρακλέους εν Τύρω όπου ο Ηρόδοτος είδε δύο στήλες, μίαν εν χρυσού και ετέραν εξ εβέννου στίλβοντος κατά την νύκτα (Ηροδ. 11, 44). Παρομοίως ο Λουκιανός είδε στην είσοδο του Ναού της Ιεράς πόλης δύο πελώριους φαλλούς που ανηγερθησαν για τον Διόνυσο κ.ο.κ. αξίζει να αναφέρουμε η τοποθέτηση διπλών οβελίσκων προ των πυλών των ιερών των θεών είναι συνήθεια Αιγυπτιακή. Ο ναός στο LUXOR έχει στην πρόσοψή του έναν πυλώνα του Ραμσή του β΄ με ανάγλυφες παραστάσεις και εγχάρακτα κείμενα στην εξωτερική του πλευρά που αναφέρονται στην ιστορία της περίφημης μάχης των Χετταίων στο Σαντές της Συρίας το 1285 π.χ. Δύο οβελίσκοι από ερυθρό γρανίτη ίσταντο αρχικώς προ του πυλώνος, εκ των οποίων ο ένας ύψους 25 μέτρων παραμένει στη θέση του, ενώ ο άλλος μετεφέρθη στη πλατεία Ομονοίας των Παρισσίων το έτος 1835.

Στο Καρνάκ, στο τέμενος του Άμμωνος μεταξύ των πυλώνων 4 και 5, έργων και των δύο του Τουθμώδιος του 1ου, υπάρχει το αρχαιότατο τμήμα του ναού που διατηρείται εισέτι με 14 κίονες παπύρου αρχικά επιχρυσωμένους και πάλι 2 οβελίσκους της HATSHEPSUT. Στο Αμπουζίρ υπάρχει ναός του Ήλιου, ο οποίος εκτίσθη από τον βασιλέα UZERKAF. Είναι ο αρχαιότερος ναός του ηλίου στην Αίγυπτο και γι αυτό το λόγο είναι απλός και στερείται αναγλύφου διακοσμήσεως. Ορισμένα Αιγυπτιακά κείμενα αναφέρονται στο ναό με ένα ιερογλυφικό σημείο το οποίο δείχνει μιά βάση οβελίσκου περικλειομένη από έναν περίβολο.

Ο Berard έχει διατυπώσει μια ευφυή άποψη για την μορφή του ιερού του λυκαίου Διός στη Μεγαλόπολη, η οποία όμως δεν επιβεβαιώνεται από τις ανασκαφές του Κουρουνιώτη στο Λύκαιο όρος. Για το ιερό της Μεγαλόπολης γράφει ο Παυσανίας (8,30,2) "Περίβολος δε εστί εν τη αγορά λίθων και ιερόν Λυκαίου Διός έσοδος δε ες αυτό ούκ έστι τα γαρ εντός έστι δη σύνοπτα, βωμοί τε εισί του θεού και τράπεζαι δύο και αετοί ταις τραπέζαις ίσοι". Ο Κουρουνιώτης ερμηνεύει το "ίσοι" ως ισάριθμοι, ο Berard τους θεωρεί ισομήκεις προς τας τραπέζας, αναγλύφους και ομοίους προς τα Χερουβείμ, τα οποία ετεχνούργησε ο Σιλομών στο ναό της Ιερουσαλήμ.

Ο Κουρουνιώτης πιστεύει ότι μετά τον συνοικισμό της Μεγαλόπολης και την παρακμή του Λυκαίου πλείστα αναθήματα μετεφέρθησαν στην αγορά της Μεγάλης Πόλεως. Αρνείται όμως την άποψη του Berard, ότι μεταξύ των άλλων μετεφέρθη στο ιερό του Διός και ο μικρός σηκός με τας δύο τραπέζας, τους δύο βωμούς και τους αετούς, τα οποία ο Berard υποθέτει ότι υπήρχαν στο αρχικό τέμενος του Διός Λυκαίου στο Λύκαιον. Η υπόθεση του Berard είναι ευφυής αλλά δεν επιβεβαιώνεται από τις ανασκαφές του τεμένους στο Λύκαιον, οι οποίες όμως πρέπει να ομολογηθεί ότι δεν υπήρξαν πλήρεις και εξαντλητικές. Το θέμα είναι μέγα, πρέπει όμως έστω και μετά προσωρινότητος να καταχωρίσουμε τις σκέψεις μας.

Τα πορίσματα των ανασκαφών Κουρουνιώτη δεν εδικαιολόγησαν την πλουσιότατη μυθολογική και θρησκευτική παράδοση του Λυκαιου, την οποία όμως θα ήταν λάθος να αθετήσουμε, επειδή τα αρχικά ευρήματα δεν την τεκμηρίωσαν, όπου ήταν δυνατόν να την τεκμηριώσουν. Κατ' αρχήν η αρχαιότητα του ιερού σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα δεν άγεται πέραν του τέλους του 7ου αιώνα π.χ. Το γενεαλογικόν όμως στέμμα των Αρκαδικών δυναστειών, που εμφανίζει πέντε γενεές (Λυκάων - Καλλιστώ - Αρκάς- Αφείας - Άλεος) εμφανίζει μακροτάτη παράδοση στην Αρκαδική παράδοση με επίκεντρο το Λυκαιον. Κεντρικό πρόσωπο της γενεαλογίας και μυθολογίας του Λυκαίου είναι ο Λυκάων, του οποίου διεκτραγωδήσαμε ήδη τις τραγικές περιπέτειες και την ύβριν της ανθρωποθυσίας η οποία ενέχει πολλά στοιχεία μεταγενεστέρας ηθικοληψίας.

Οι Έλληνες των κλασσικών χρόνων μόνον ως βάρβαρον και ασεβή ηδύναντο να δεχθούν την εθιμοπραξίαν των ανθρωποθυσιών του Λυκαίου, ο δε Παυσανίας δεν στέργει εις την υιοθέτηση του εθίμου ομιλεί όμως μετά ανοχής περιττών συντελουμένων εκεί αποκρύφων θυσιών. Πρέπει όμως να τονισθεί ότι τα θέσμια εκείνα διέδραμον όλη την αρχαιότητα και ουδείς διενοήθη να τα καταργήσει.

Έτσι πλέον ο ίδιος ο Ζευς ανατρεψας την τράπεζαν των ανοσίων προσφορών, όχι μόνον δεν κατήργησε τα θέσμια, αλλά και το προσωνύμιον Λυκαιος έλαβε εκ του Λυκάονος, του εισηγητού των εθίμων εκείνων. Δικαιούμεθα να πιστεύουμε ότι τα θέσμια εκείνα εθεσπίσθησαν υπό του Λυκάονος κατά το απώτατον παρελθόν και ότι δεν ενείχον ίσως τον φρικώδη αποτροπιασμόν των μεταγενεστέρων Ελλήνων, όχι διότι κατ' ανάγκην οφείλοντο εις έναν βάρβαρον πρωτογονισμόν αλλά κυρίως εις μίαν επείσακτον θεσμοφορίαν. Ο ίδιος ο Λυκάων θεωρείται συνετός ηγεμών, ο οποίος με τις επινοήσεις του βελτίωσε την ανθρώπινη διαβίωση. Εκείνος ίδρυσε την Λυκόσουρα επί του Λυκαίου όρους για την οποία ο Παυσανίας προφανώς εκ πληροφοριών των επιχωρίων γράφει: "Πόλεων δε οπόσος επί τη ηπείρω έδειξε γη και εν νήσοις, Λυκόσουρα εστι πρεσβυτάτη και ταύτην είδεν ο Ήλιος πρώτην, από ταύτης δε οι λοιποί ποιείσθαι πόλεις μεμαθήκασιν άνθρωποι". Ο ίδιος καθιερωσε τους αθλητικούς αγώνες των Λυκαίων για τους οποίους ο Παυσανίας γράφει: "Επί δε Αζάνι τω Αρκάδος τελευτήσαντι άθλα ετέθη πρώτον". Και είναι γνωστόν σήμερα ότι οι μεγάλοι πανελλήνιοι αγώνες υπήρξαν κατ' αρχήν επιτάφιοι αγώνες, οι δε ολυμπιακοί τοιούτοι φαίνεται ότι ανάγουν την καθιερωσή τους εις τους περί το 2000π.χ. χρόνους (Πελόπιον Ολυμπίας). Συνεπώς τα ιστορούμενα υπό του Παυσανία, εκ των διηγήσεων των εντοπίων κυρίως, ως συμβαίνει και εις άλλας περιπτώσεις εις το παλαιότατον εκείνο παρελθόν της Ελλαδος πρέπει να αναχθούν και περί αυτών βέβαια ουδέν στοιχείον παρέσχον οι ανασκαφές του Λυκαίου. Δικαιούμεθα μάλιστα να πιστεύουμε ότι και τα άλλα θαυμάσια που συνέβαιναν εις το Λύκαιον εις το απώτατον παρελθόν πρέπει να αναχθούν και να με θεωρηθούν τερατολογίες κατά την εκδοχή της λογικοκρατικής συγγραφής και διανοήσεως (Πλούταρχος, Πολύβιος).

Είναι δε τα θαυμάσια και εξαίσια εκείνα τα εξής: Όποιος εισηρχετο εις το τέμενος του Λυκαίου Διός πέθαινε αφεύκτως πριν συμπληρώσει ένα έτος. Θηρία και άνθρωποι που εισηρχοντο στο τέμενος του Λυκαίου δεν έρριπτον σκιάν και οι κυνηγοί έβλεπον απ' έξω ζώα να μη ρίχνουν σκιά όχι μόνον το καλοκαίρι αλλά όλες τις εποχές του έτους. (Παυσ. 8,38,6-7). Είναι τα εξαίσια αυτά συμβάντα αλλόκοτα μυθολογήματα ή απηχούν κάποια εξαίσια τεχνογνωσία, για την οποία, καίτοι δεν αποτολμούμε ακόμα να επιχειρηματολογήσουμε, εν τούτοις δεν δυνάμεθα να αθετούμε παντελώς και να αμελούμε εις την διακρίβωση τους. Τούτο μας οδηγεί στον κεντρικό στόχο της διερευνησής μας. Διατί επέλεξε ο Λυκάων σαν έδρα της ηγεμονίας του το Λύκαιον όρος. Ούτε το υψηλότερον της Πελοποννήσου είναι, ούτε το κεντρικότερον. Ποίες ιδιότητες γεωφυσικές, αστρονομικές και κοιτασματολογικές ή άλλες εμπερικλείει το περίφημο εκείνο όρος, που προσέλκυσε την προσοχή του Λυκάονος; Είναι τώρα γνωστό ότι η Αρκαδία υπήρξε κέντρο βιομηχανικής μεταλλουργίας κατά την 3η και τις αρχές της 2ης χιλιετίας π.χ. και οι εγκαταστάσεις που απεκαλύφθησαν στο Στενό και τα Αγιωργίτικα είναι οι μεγαλύτερες όλου του αρχαίου κόσμου.

Υπήρξε το Λύκαιον επίκεντρο μιάς εξειδικευμένης τεχνολογίας μεταλλουργικής ή άλλης συναφούς; Υπήρξε το όρος εκείνο που λούεται από τον ήλιο ως γράφουν οι Ρίσπεν και Berard επίκεντρο μιάς ηλιακής λατρείας, η οποία έδωσε το όνομά της στην Αρκαδία; Ιδρυτές του Λυκαίου υπήρξαν αναμφιβόλως οι Μινύαι, φύλον ιδιαιτέρως τεχνολογικόν, γνωστόν εκ των επιδόσεων τους εις υψηλά έργα τεχνολογίας (Αποστράγγιση Κωπαϊδας την 3η χιλιετία π.χ., μεταλλοτεχνία στον Ταΰγετο (Αρνα) και τον Αφειδάντιο κλήρο της Τεγέας (Κορυνθείς, Αργοναύται). Αυτοί εισήγαγον την θηριομορφίαν των Αρκαδικών θεοτήτων στην Ελλάδα (Ποσειδών Ίππιος, η Ιππία Μαύρη Δήμητρα της Φιγαλείας και της Μαντινείας, η Δέσποινα της Λυκόσουρας, η Μαύρη Αφροδίτη της Μαντινείας). Αυτοί πρώτοι ελάτρευσαν τον τραγόποδα και κεραόν Πάνα για τον οποίο ο Μακρόβιος στα SATRALIA γράφει: (SATURN. I,22) PAN IPSE SULEM SE ESSE PRUDENTIORIBUS PERMITTIT INTELLIGI.

Και ο Ορφικός ύμνος επιβεβαιώνει: "Επικαλούμαι τον Πάνα, θεό των βοσκών, τον Πάνα, το σύνολο του κόσμου, τον ουρανό, την θάλασσα, την κυρίαρχη γη και το αθάνατον πυρ, γιατί αυτά είναι τα μέλη του Πανός, τον Θεό που οι μελωδικές συμφωνίες του υμνούν την παγκόσμια ζωή, τον θεό με τα χίλια ονόματα, απόλυτο κυρίαρχο του κόσμου που γεννά τα πάντα".

Αλλά και αυτός ο γενάρχης του Έθνους μας, του έθνους των Αρκάδων μετά τον Πάνα Ήλιον και τον φωτεινό Λυκάονα, ο Αρκάς, και αυτός ηλιακή μορφή και υπόσταση έχει. Όταν μετεφέρθησαν, μετά τον χρησμό, τα οστά του από την δυσχείμερον Μαιναλίην εις την αγοράν της Μαντινείας απετέθησαν εις θέσιν καλουμένην "Βωμός του Ηλίου".Αλλ' αυτός και η χώρα που φέρει μέχρι σήμερον το όνομά του, Μινυακόν όνομα ταυτόσημον προς τον ήλιον φέρει κατά την ετυμολογία που το πρώτον σήμερα προσάγουμε. HA - RA - KA - DIA είναι καθ' ημάς η νέα ετυμολογία του εθνικού μας χώρου και του εθνικού μας ονόματος, δηλαδή η χώρα του πνεύματος (ΚΑ) του ΡΑ, τουτέστιν του Ηλίου, η χώρα του φωτός.

Αυτή η ετυμολογία και η ευλάβεια των Αρκάδων συνυφασμένη με την ανείπωτη καθαρότητα και διαφάνεια του Αρκαδικού περιβάλλοντος εδημιούργησαν το πολυσήμαντο μήνυμα του Αρκαδικού ιδεώδους.

 


Τελευταία ενημέρωση: 01/06/2002

Ιστορικά Θέματα

Copyright 2001© - Δ. τόπος ΑΡΚΑΔΙΑ