Ιστορικά Θέματα


Σελ. 1, 2
Ο ΜΟΡΑ ΒΑΛΕΣΗ
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΚΥΡΚΙΝΗ-ΚΟΥΤΟΥΛΑ
Δρ. Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Σύμβουλος Παιδαγωγικού Ινστιτούτου

Αναδημοσίευση από την "Ελευθεροτυπία", 25 Σεπτ. 2003

Χάρτης του Μοριά της εποχής της Βενετοκρατίας

Κατά τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας, η Πελοπόννησος χωριζόταν σε ευρύτερες περιφέρειες, σαντζάκια, μερικές από τις οποίες (Μυστράς, Ναύπλιο) είχαν υπαχθεί στη δικαιοδοσία του αρχιναυάρχου του οθωμανικού στόλου, του καπουδάν πασά. Κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία όμως (1716-1821), η Πελοπόννησος αποτέλεσε ξεχωριστό πασαλίκι, με διοικητή πασά που έδρευε στην Τριπολιτσά, η οποία αναδείχθηκε έτσι σε ισχυρό διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως π.χ. ήταν η περίοδος της Αλβανοκρατίας (1770-1779) μετά την εξέγερση των Ορλοφικών (1769-1770), η έδρα μεταφέρθηκε εξ ανάγκης στο Ναύπλιο, το πολεμικό λιμάνι του οποίου βρισκόταν υπό την άμεση προστασία του οθωμανικού στόλου.

Ο τίτλος του πασά της Πελοποννήσου ήταν Μόρα βαλεσή (MORA VALISI), δηλαδή βαλής (διοικητής) του Μοριά, και συγκέντρωνε στο πρόσωπο του ευρύτατες αρμοδιότητες διοικητικές, στρατιωτικές και οικονομικές. Επρόκειτο για αξίωμα με μεγάλο κύρος και υψηλές απολαβές, το οποίο ανατέθηκε κατά καιρούς σε σημαντικές προσωπικότητες της οθωμανικής εξουσίας, όπως π.χ. στον Μουχσινζαντέ Μεχμέτ πασά που είχε διατελέσει μέγας βεζίρης, στον Γαζή Χασάν Τζεζαερλή, που υπήρξε εξαιρετικά επιτυχημένος αρχιναύαρχος του οθωμανικού στόλου, στο γυναικάδελφο του σουλτάνου Σελίμ Γ΄, Μουσταφά Περισάν πασά κ.ά.

Ως στρατιωτικός διοικητής (SERASKER, BEYLERBEY, Muhafiz), ο Μόρα βαλεσή είχε την ευθύνη όχι μόνο της υπεράσπισης της Πελοποννήσου από τυχόν εξωτερικούς κινδύνους ή εσωτερικές ανατρεπτικές κινήσεις, αλλά και της ενίσχυσης του οθωμανικού στρατού με τις στρατιωτικές δυνάμεις του Μοριά σε όποιο σημείο της αυτοκρατορίας κρινόταν απαραίτητο από την Υψηλή Πύλη. Έτσι, το 1810 ο Βελή πασάς διατάχθηκε να ενισχύσει τον οθωμανικό στρατό στον Δούναβη κατά τη διάρκεια πολέμου με τη Ρωσία, ενώ το 1821 ο Χουρσίτ ανέλαβε την ηγεσία του αγώνα για την καταστολή της ανταρσίας του Αλή πασά των Ιωαννίνων. Επειδή η Πελοπόννησος αποτελούσε μεθόριο περιοχή για το οθωμανικό κράτος, και μάλιστα στο θαλάσσιο χώρο όπου γενικά κυριαρχούσαν οι ιταλικές ναυτικές πόλεις και ιδιαίτερα η Βενετία, η σημασία της στρατιωτικής της υπεράσπισης ήταν μεγάλη και ο πασάς, στον οποίο ανετίθετο, προαγόταν συνήθως, αν δεν κατείχε ήδη το αξίωμα αυτό, σε πασά τριών ιππουρίδων, ενώ σε πολλά άλλα πασαλίκια του κράτους οι πασάδες διοικητές είχαν μόνο δύο ιππουρίδες. Η ιππουρίδα (tug) δεμένη στο επάνω μέρος του κονταριού του πασά ήταν δηλωτική του στρατιωτικού του βαθμού. Οι διοικητές φρουρίων μεγάλης στρατηγικής σημασίας, όπως ήταν το Ναύπλιο και η Μεθώνη, είχαν κι αυτοί το βαθμό του πασά, όμως με μόνο δύο ιππουρίδες.

Εκτός από τη στρατολόγηση, συντήρηση και διατήρηση σε διαρκή πολεμική ετοιμότητα των στρατιωτικών σωμάτων της Πελοποννήσου, ο Μόρα βαλεσή όφειλε να μεριμνά και για τη συντήρηση των οχυρωματικών έργων της επαρχίας του. Οι υποχρεώσεις αυτές ήταν εξαιρετικά πολυδάπανες και έπρεπε να καλυφθούν από τα φορολογικά έσοδα της περιοχής, πράγμα το οποίο, ειδικά σε καιρό πολέμου, οδηγούσε σε υπέρογκη και συχνά ανεξέλεγκτη φορολόγηση του τοπικού πληθυσμού, ο οποίος μέσω της κοινοτικής του αυτοδιοίκησης προσπαθούσε να επιτύχει μειώσεις με την υποβολή στην Υψηλή Πύλη σχετικών αιτήσεων. Στις περιπτώσεις αυτές, ο πασάς φρόντιζε να διασκεδάζει τις εις βάρος του εντυπώσεις δωροδοκώντας αξιωματούχους των ανακτόρων, με τους οποίους διατηρούσε φιλική σχέση, και κατηγορώντας τούς διαμαρτυρόμενους κατοίκους για στασιαστικές προθέσεις. Σε καιρό ειρήνης, όταν οι ανάγκες σε στρατιωτικές δυνάμεις μειώνονταν, ο πασάς επιχειρούσε συνήθως να απολύσει μέρος των στρατιωτών που είχε στρατολογήσει για τις ανάγκες του πολέμου. Εκείνοι όμως (οι λεγόμενοι σεϊμένηδες, seymen) αντιδρούσαν βίαια για την απόλυση τους και την απώλεια του μισθού τους (λουφές, ulefe) και συνιστούσαν κίνδυνο για τη δημόσια τάξη και για τον ίδιο τον πασά, ο οποίος αναγκαζόταν σε πολλές περιπτώσεις να υποχωρήσει στις αξιώσεις τους σε βάρος πάντοτε της τοπικής οικονομίας.

Είναι χαρακτηριστικό της οικονομικής επιβάρυνσης που προκαλούσε η παρουσία των στρατιωτικών αυτών δυνάμεων στον πληθυσμό, η θεσμοθετημένη από το οθωμανικό κράτος πρακτική να διατρέφονται και γενικώς να φιλοξενούνται επί τρεις ημέρες με κάθε δυνατή άνεση από τον ντόπιο πληθυσμό οι στρατιώτες που συνόδευαν ως φρουρά τον Μόρα βαλεσή σε κάθε περιοδεία του στην ενδοχώρα. Το κόστος μιας τέτοιας φιλοξενίας μπορούσε να φθάσει, κατά τις πηγές της εποχής, και σε 15.000 γρόσια, ποσόν εξαιρετικά μεγάλο, αν ληφθεί υπόψη ότι ένα αρνί κόστιζε την ίδια περίοδο περίπου 3 γρόσια.

Οι στρατιωτικές δικαιοδοσίες του Μόρα βαλεσή ποίκιλλαν ανάλογα με την ιστορική συγκυρία και την προσωπική πολιτική επιρροή του στα ανάκτορα. Παράγοντας περιοριστικός της δικαιοδοσίας του ήταν ο ναυτικός χαρακτήρας της Πελοποννήσου, νοούμενης από τη σχετική οθωμανική νομοθεσία ως νήσου, της οποίας τα παράλια φρούρια ανήκαν περισσότερο στη δικαιοδοσία του καπουδάν πασά, δηλαδή του αρχιναυάρχου του οθωμανικού στόλου. Περιηγητές του τέλους της Τουρκοκρατίας αναφέρουν ότι ο πασάς δεν είχε δικαίωμα να επιθεωρήσει τα φρούρια ούτε να χορηγήσει άδεια επίσκεψης τους σε τρίτους (π.χ. Ευρωπαίους επισκέπτες) χωρίς την έγγραφη σύμφωνη γνώμη της κεντρικής εξουσίας. Η προτίμηση, εξάλλου, των πασάδων για την Τριπολιτσά ως έδρα της εξουσίας τους, πρέπει να οφειλόταν εν μέρει και στη σχετική ανεξαρτησία που αισθάνονταν εκεί, μακριά από την επιτήρηση του καπουδάν πασά.

Σε ό,τι αφορά τις διοικητικές του αρμοδιότητες, ο πασάς της Πελοποννήσου είχε όλη τη δικαιοδοσία του σουλτάνου σε τοπικό επίπεδο. Περιστοιχιζόταν, όπως ο σουλτάνος, από "υπουργικό συμβούλιο" Οθωμανών αξιωματούχων, το "διβάνιο", που ήταν το ανάλογο της Υψηλής Πύλης για τα δεδομένα του πασαλικιού. Επίσης, συνεργαζόταν στενά με τούς εκπροσώπους της κοινοτικής αυτοδιοίκησης, μουσουλμάνους και χριστιανούς, στους οποίους ανέθετε την ευθύνη της κατανομής και είσπραξης των φόρων από ης περιοχές που αντιπροσώπευαν, καθώς και την ενημέρωση των συμπατριωτών τους για τις αποφάσεις της οθωμανικής εξουσίας. Ο πασάς εξέδιδε έγγραφες αποφάσεις, τους λεγόμενους "ορισμούς" (buyuruldu), που οι ελληνικές πηγές αποκαλούν "μπουγιουρντιά", για όλα τα διοικητικά θέματα. Για την επικοινωνία του με τους χριστιανούς κατοίκους της Πελοποννήσου, που αποτελούσαν και τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού, αλλά και για τη δυνατότητα συνεννόησης με ξένους επισκέπτες, ο πασάς στηριζόταν στις υπηρεσίες του επίσημου διερμηνέα, του δραγομάνου του Μορέως, ο οποίος υποστηριζόταν με τη σειρά του από ειδική γραμματεία, συχνά όμως συνέτασσε ο ίδιος στην ελληνική γλώσσα έγγραφα διοικητικού ενδιαφέροντος, δείγματα των οποίων έχουν διασωθεί σε οικογενειακά αρχεία κοτζαμπάσηδων, όπως π.χ. στο αρχείο της οικογένειας Περούκα στο Αργός.

Οι διοικητικές αποφάσεις του πασά έπρεπε να είναι σύμφωνες με την ισχύουσα οθωμανική νομοθεσία και η νομική τους ορθότητα ελεγχόταν από τους τοπικούς καδήδες, που εκτός από ιεροδικαστές ήταν και νομικοί του σύμβουλοι. Ωστόσο, ο πασάς είχε δικαστικές αρμοδιότητες ευρύτερες εκείνων που είχαν οι ιεροδικαστές, και μάλιστα σε σοβαρά ποινικά ζητήματα ή ζητήματα που αφορούσαν διαφορές μεταξύ κατοίκων διαφορετικών καζάδων (περιφερειών δικαιοδοσίας των τοπικών καδήδων) ή κατάχρησης εξουσίας εκ μέρους των τοπικών αρχών. Παρά το γεγονός ότι η επιβολή θανατικής ποινής περιλαμβανόταν στις δικαιοδοσίες του, ο Μόρα βαλεσή συνήθως επέβαλλε πρόστιμο (curum/τζερεμέ) και μάλιστα υψηλό, το οποίο καρπωνόταν κατά κανόνα ο ίδιος.

Το φρούριο της Καρύταινας στο οποίο οχυρώθηκαν οι Τούρκοι τις πρώτες μέρες μετά την έκρηξη της Επανάστασης του ΄21


Αρχή σελίδας
Επόμενη σελίδα

Παν. Βελισσάριος
Ιστορικός, προϊστάμενος ΓΑΚ-Αρχείων Νομού Αρκαδίας
Copyright 2003©

Τελευταία ενημέρωση: 31/05/2007
Ιστορικά Θέματα
Copyright 2001© - Δ. τόπος ΑΡΚΑΔΙΑ