Ιστορικά Θέματα


Ο θεός Πάνας, ο θεός των αρκαδικών βουνών


Σπήλαιο Πανός

The Old Shepherd

Daphnis, I that piped so rarely,
I that guarded well the fold,
'Tis my trembling hand that fails me;
I am weary, I am old.
Here my well-worn crook I offer
unto Pan the shepherd's friend;
Know ye, I am old and weary;
of my toil I make an end!
Yet I still can pipe it rarely,
still my voice is clear and strong;
Very tremulous in body,
nothing tremulous in song.
Only let no envious goatherd
tell the wolves upon the hill
That my ancient strength is wasted,
lest they do me grievous ill.

Macedonius (6th century A.D)

"Αρκάσι γάρ θεών αρχαιότατός τε και τιμιώτατος ο Πάν..."

Διονύσιος ο Αλικαρναυσεύς (6th century A.D)

 

Ο Πάνας ήταν ο τραγοπόδαρος θεός των ποιμένων και των ποιμνίων και κατοικούσε σύμφωνα με τους αρχαίους Έλληνες στα βουνά της Αρκαδίας. Ήταν γιος του αγγελιοφόρου των θεών, του Ερμή και της Νύμφης Δρυόπης. Το παιδί που αυτή γέννησε είχε αποκρουστική όψη, πόδια τράγου, μυτερά αυτιά, δυο κέρατα στο κεφάλι και το προσωπό που καλυπτόταν από πυκνή γενειάδα. Η Δρυόπη μόλις τον είδε τρόμαξε και τράπηκε σε φυγή εγκαταλείποντας το παιδί της. Ο Ερμής τότε τον λυπήθηκε, τον πήρε στην αγκαλιά του και τον έφερε στην κατοικία των θεών, στον Όλυμπο. Όλοι οι θεοί μόλις τον είδαν άρχισαν να γελούν γοητευμένοι από τη μορφή του. Περισσότερο δε απ' όλους, ο θεός του κεφιού, ο Διόνυσος, που με χαρά δέχτηκε να έρθει στη συντροφιά του και τον ονόμασε Παν, επειδή οι πάντες ευχαριστήθηκαν όταν τον είδαν.

Οι ποιμένες τον θεωρούσαν ως προστάτη τους και έκαναν συχνά σπονδές και αφιερώσεις σε αυτόν. Προστάτη τους τον θεωρούσαν επίσης και όσοι μάχονταν κι αγωνίζονταν δίκαια, γιατί θεωρούσαν ότι με τη βοήθειά του θα καταφέρναν να τρέψουν σε φυγή τους εχθρούς τους, σπέρνοντάς τους τον πανικό, λέξη που προέρχεται από το όνομα του θεού. Αλλά και ο ίδιος ο Πάνας απαιτούσε από τους θνητούς να μην ολοιγορούν να του κάνουν αφιερώσεις. Ιδιαίτερα οι αρχαίοι Αρκάδες λάτρευαν τον Πάνα και τον αναγνώριζαν σαν το δικό τους θεό. Του αφιέρωσαν ιερά, όπως στο Λύκαιο και στη Μεγαλόπολη, έκτισαν βωμούς και του αφιέρωσαν μυσταγωγικές τελετουργίες προς τιμήν του, τελετουργίες που απαιτούσαν μύηση από τους νέους λατρευτές. Η μορφή του εμφανίζεται - συχνά επιβλητική και άλλοτε αινιγματική - σε ανάγλυφες επιτύμβιες στήλες, σε αναθήματα, γλυπτά και σε νομίσματα.

Κατά τους αρχαίους, ο Πάνας περιφερόταν συνήθως στη φύση, κύρια στα βουνά της Αρκαδίας, το Μαίναλο, το Λύκαιο, στον ποταμό Λάδωνα και το Αφροδίσιο όρος. Τριγυρνούσε ανάμεσα στα βράχια, στα βουνά και στα ποτάμια σκορπώντας τις μελωδίες του αυλού του. Πλούσιες άλλωστε είναι οι αναφορές της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας στο θεό. Μάλιστα φέρεται να είναι αυτός που επινόησε τη σύριγγα, δηλαδή τον αυλό. Δεμένος με αυτήν είναι ένας από τους κορυφαίους σχετικούς μύθους, που αναφέρεται στον Πάνα και τη νύμφη Σύριγγα. Ο Πάνας περιφερόταν συχνά στην περιοχή του Λάδωνα, οπότε όταν συνάντησε την ωραία νύμφη άρχισε να την κυνηγά. Κάποια στιγμή την πλησίασε και άπλωσε τα χέρια του να την πιάσει, ενώ εκείνη έφτανε στις όχθες του ποταμού. Τότε εκείνη εξαντλημένη, παρακάλεσε τον Λάδωνα να την βοηθήσει και αυτός, την μεταμόρφωσε σε καλαμιά. Έτσι ο Πάνας βρέθηκε να κρατά, αντί για την νύμφη, ένα καλάμι. Απογοητευμένος ο Πάνας στάθηκε δίπλα στην όχθη του ποταμού κρατώντας το καλάμι, οπότε άκουσε τον ήχο του αέρα που περνούσε μέσα απ' αυτό. Τότε έκοψε και άλλα καλάμια σε διαφορετικό μήκος, τα ένωσε κλιμακωτά με κερί κι έτσι έφτιαξε τη σύριγγα που επικράτησε να λέγεται "αυλός του Πανός".

Στις αναπαραστάσεις του ο Πάνας πάντα κρατούσε στο ένα χέρι τη σύριγγα και στο άλλο συνήθως μια γκλίτσα. Επειδή η μορφή του ήταν αλλόκοτη και τρόμαζε όσους πλησίαζε, ήταν συνήθως μόνος του, βρίσκοντας πάντα θερμή υποδοχή στην παρέα των Σάτυρων και του Διονύσου. Ο Πάνας φημιζόταν για τη μουσική και τις μελωδίες του με τις οποίες μάγευε τα ζώα, τα πουλιά και τις Νύμφες του δάσους. Αγαπούσε το τραγούδι, το χορό και το γλέντι και επιδιδόταν σε αυτά, με συντροφιά τις Νύμφες, το Διόνυσο και τους Πανίσκους.

H άμιλλα του Πάνα με τον Απόλλωνα στη μουσική ήταν παροιμιώδης. Ο Πάνας που καμάρωνε για τη μουσική που έβγαξε με την φλογέρα του, κάποτε κάλεσε τον ίδιο το θεό Απόλλωνα να παραβγεί μαζί του. Ο Απόλλωνας ήρθε ντυμένος με πορφυρό μανδύα, με τη χρυσή του λύρα στο χέρι και δάφνινο στεφάνι στο κεφάλι. Πρώτος άρχισε να παίζει ο Πάνας. Οι απλές και γλυκές μελωδίες από την τσομπάνικη φλογέρα του αντιλαλούσαν στις γύρω βουνοπλαγιές. Μόλις τελείωσε το τραγούδι του ο Πάνας και έσβησε και ο τελευταίος απόηχος από τη μουσική του, ο Απόλλωνας άγγιξε τις χρυσές χορδές της λύρας του. Τότε οι εξαίσιοι ήχοι μιας θεικής μουσικής και μιας ουράνιας μελωδίας ξεχύθηκαν και όλοι εκεί τριγύρω μαγεμένοι άκουγαν το τραγούδι. Μόλις έσβησαν και οι τελευταίοι ήχοι της λύρας, όλοι δοξάσανε τον τρανό λυράρη θεό. Ο Πάνας νικημένος από τον Απόλλωνα, χώθηκε λυπημένος ακόμα πιο βαθιά μέσα στα λαγγάδια. Εκεί συχνά αντηχούνε οι τρυφεροί και θλιμμένοι ήχοι της φλογέρας του που τους αγροικούν με αγάπη οι νεαρές Νύμφες.

Έχοντας μια πολύ ερωτική φύση, ο Πάνας προσπάθησε να κατακτήσει και άλλες Νύμφες, χωρίς όμως επιτυχία. Η Νύμφη Ηχώ, που τον σαγήνεψε με τη μελωδική φωνή της, αρνήθηκε να ενωθεί με τον τραγοπόδαρο θεό. Τότε αυτός για να την εκδικηθεί, έβαλε τους προστατευόμενούς του βοσκούς να της επιτεθούν. Αίφνης η Νύμφη Πίτη δέχτηκε να μείνει μαζί του, αλλά για κακή του τύχη ο αντίζηλός του Βορέας, θύμωσε και την γκρέμισε από ένα βράχο. Η Γη τότε την λυπήθηκε και τη μεταμόρφωσε σε πεύκο. Για τη φύση αυτή του θεού εύγλωτες είναι οι αναπαραστάσεις του σε αγγεία και σε γλυπτά στις οποίες φαίνεται να εκδηλώνει τις ερωτικές του ορέξεις σε νύμφες και σε θνητές...

Αλλά και σε ιστορικά γεγονότα φαίνεται να έλαβε μέρος ο θεός σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφείς, προστρέχοντας τους Έλληνες εναντίον των εχθρών τους. Στην ιστορική λοιπόν μάχη του Μαραθώνα, ο Παυσανίας ("ΑΤΤΙΚΑ" Ι, 15,3 ) τον αναφέρει στο πλευρό των Αθηναίων, μαζί με την Αθηνά και το Θησέα. Ο Πάνας μαζί με τους Πανίσκους του σκόρπισαν τον τρόμο και τον πανικό στους Πέρσες και οι τελευταίοι τράπηκαν σε φυγή. Μάλιστα ο Ηρόδοτος γράφει (ΣΤ',105) ότι ο δρομέας μεγάλων αποστάσεων Φειδιππίδης κατά την διαδρομή του προς την Σπάρτη, λίγο πριν την μάχη, συνάντησε στο Παρθένιον όρος, πάνω από την Τεγέα το θεό. Σύμφωνα λοιπόν με τη διήγηση του Φειδιππίδη στους Αθηναίους, ο Πάνας τον φώναξε με το όνομα του και τον ρώτησε γιατί δεν φροντίζουν οι Αθηναίοι γι' αυτόν, ενώ ο ίδιος τους είχε βοηθήσει κατά το παρελθόν και ότι το ίδιο θα κάνει και στο μέλλον… Οι Αθηναίοι μετά την νίκη τους του αφιέρωσαν ένα ιερό σε σπήλαιο που βρίσκεται στην βόρεια πλευρά της Ακρόπολης. Εξ' άλλου ο Μιλτιάδης, στρατηγός της μάχης του Μαραθώνα,, μερίμνησε για την κατασκευή αγάλματος του θεού, το οποίο έφερε την επιγραφή "Τον τραγόπουν εμέ Πάνα, τον Αρκάδα, τον κατά Μήδων, τον μετ' Αθηναίων, στήσατο Μιλτιάδης". Έτσι ο Πάνας έτυχε ευρύτερης αναγνώρισης στον αρχαίο ελληνικό κόσμο.

Ο Πάνας λατρεύτηκε και από τους αρχαίους Ρωμαίους. Σαν πολεμικός σύμμαχος αλλά και σαν θεότητα των μακρινών προγόνων τους, των Αρκάδων. Την λατρεία αυτή μετέφερε από τη μακρινή του πατρίδα Παλλάντιο, ο Αρκάδας Εύναδρος, ένας από τους οικιστές της Ρώμης, γιος του Ερμή και της Νύμφης Νικοστράτης. Ο Εύναδρος φθάνοντας και στην περιοχή της μετέπειτα Ρώμης μύησε τους εκεί βοσκούς στις λατρείες του τραγοπόδαρου θεού καθώς και του Ερμή. Και στην κορυφή του ψηλότερου λόφου από αυτούς που αγκαλιάζουν τον Τίβερη - λόφου που τον ονόμασε Παλλάντιον - έκτισε βωμό προς τιμήν του Πανός. Αργότερα ο θεός θα ταυτισθεί στην αρχαία Ρώμη με το ρωμαϊκό θεό Φαύνο και θα λατρευθεί με ετήσιες γιορτές, τη Λουπερκάλια, που έμοιαζαν με τις τελετουργίες των αρχαίων Αρκάδων στο Λύκαιο όρος. Από τους ρωμαϊκούς χρόνους σώζονται πολλές αναπαραστάσεις του με διάφορες προελεύσεις. Η Πομπηία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Η μορφή του Πάνα είναι καταλυτική για την Τέχνη και στους μεταγενέστερους χρόνους. Στους χρόνους της Αναγέννησης και αργότερα, ακόμα και μέχρι τις μέρες μας. Στη ζωγραφική, τη γλυπτική και την ποίηση. Ήδη από τα προγενέστερα χρόνια του Θεόκριτου, αυτός και ο συμβολισμός ή η αλληγορία του -συχνά ερωτική -, αποτελούν κεντρικό σημείο αναφοράς και εύμπνευσης στη βουκολική ποίηση και ειδικότερα στα (μετά Θεόκριτον) ποιμενικά ειδύλλια. Ο Πάνας είναι λοιπόν συχνά ο ο ήρωας ή ο ενσαρκωτής των βουκολικών διαλόγων και θεμάτων. ’λλοτε εμφανίζεται υποδηλώνοντας διάχυτο ερωτισμό, άλλοτε ταύτιση ή προσέγγιση με τη φύση, άλλοτε μυσταγωγία και ποιμενικό πρωτογονισμό. ’λλοτε πάλι εμφανίζεται και σαν πρωτόγονη ενσάρκωση της αρμονίας του κόσμου, κάτι που πρώτα εκφράζεται στους Ορφικούς Ύμνους και που αποτελεί κατά κάποιν τρόπο "αναβάθμιση" του θεού σαν καθολικού θεού, θεού του "Παντός" (κατά το "Πάν"="τα πάντα"), σύμφωνα με τη φιλοσοφική νεοπλατωνική και νεοπυθαγόρεια σκέψη. Ο παρακάτω Ορφικός Ύμνος συνοψίζει αυτή τη θεώρηση:

Τον ισχυρό Πάνα καλώ, προστάτη των ποιμένων,
τον ουρανό, τη θάλασσα κι ολοόκληρο τον κόσμο,
τη γη, όλων βασίλισσα, την άσβεστη τη φλόγα,
όλα αυτά που του Πανός λογίζονται κομμάτια.
Ευλογημένε χορευτή, περιπλανώμενε, έλα
συ των Ω ρών ομόθρονε, με τα τραγίσια πόδια,
συ βακχευτή θε'οπνευστε, που ζεις επάνω στ' άστρα,
την αρμονία απηχείς του κόσμου με τραγούδι
συ των ανθρώπων ξάφνιασμα, που προκαλείς το φόβο,
που σε λατρεύουν στις πηγές ποιμένες και βουκόλοι,
εύστοχος είσαι, θηρευτής και της Ηχώς ο φίλος,
συγχορευτή συ των νυμφών, που από παντού γεννιέσαι,
γεννήτορα των πάντων, θεέ, μ' ονόματα περίσσια,
Παιάνα κοσμοκράτορα, την αύξηση ευοδώνεις,
φέρνεις το φως και τους καρπούς και μες τα σπήλαια μένεις,
οξύθυμε, αληθινός ο κερασφόρος Δίας.
Το απέραντο σώμα της γης στηρίζεται σε σένα
και το νερό, που στα βαθιά με ρεύματα κυλάει,
της άοκνης της θάλασσας σε σένα υπακούει
κι ο Ωκεανός που με νερά τη γη την περιζώνει
κι ο αέρας που αχώριστο του βίου είναι κομμάτι,
ζωής σπηνθήρας και ψηλά, στην κορυφή επάνω,
της αεικίνητης φωτιάς το πυρωμένο μάτι.
Το θείο το πλύμορφο οι προσταγές σου ορίζουν
κι αλλάζεις με φριντίδες σου τις φύσεις των πραγμάτων
και με δική σου μέριμνα όλων τη φύση αλλάζεις
θρέφοντας γενεά θνητών στον άπειρο τον κόσμο.
Αλλά μακάριε, βακχευτή, θεόπνευστε, αποδέξου
τις αγιασμένες τις σπονδές, καλό θάνατο δώσε
στης γης την άκρη διώχνοντας του πανικού τον τρόμο".

Ορφικός Ύμνος στον Πάνα

 

Αρχή σελίδας

 
Θ. Νικολάου Copyright 2007©

Τελευταία ενημέρωση: 25/05/2007
Ιστορικά Θέματα
Copyright 2001© - Δ. τόπος ΑΡΚΑΔΙΑ