Ιστορικά Θέματα


Η Τεγέα και τα Μνημεία της


Aργύρης Πετρονώτης †
τ.α. Καθηγητής Ιστορίας Αρχιτεκτονικής Α. Π. Θ.

 

Εισαγωγή

Η Αρκαδία ως πρόπλασμα οράματος ειδυλλιακής ζωής απλώθηκε πολύμορφα πολύ πέρα και κυρίως έξω από τα σύνορα της. Εκεί έξω ενίοτε ταυτίζεται ή ταυτιζόταν η Αρκαδία ως ιδέα και με την Τεγέα. Πραγματικά η Αρκαδία είχε και έχει πολλές μορφές, πράγματι η Αρκαδία είναι πολλές Αρκαδίες:

Η αρχαιότατη Αρκαδία, σύμφωνα με την τότε τοπική παράδοση θα αναζητηθεί στη Μαιναλία: εκεί δε ήταν και ο Τάφος του Αρκάδος (και η θέση Τρίοδοι, όπου έφτανε αρχαία οδός και από την Τεγέα). Θα αναζητηθεί η αρχαιότατη Αρκαδία και στο Όρος Λύκαιον και στη Λυκόσουρα. Γιατί η Λυκόσουρα κατά την παράδοση (Παυσανίας VIII, 38,1) ήταν η πόλις η "πρεσβυτάτη, και ταύτην είδεν ο ήλιος πρώτην". Αυτή η Λυκαιάτις χώρα και το όρος της είναι (ήταν) η κατ' εξοχήν ιερή Αρκαδία. Η προϊστορική Αρκαδία αναγνωρίζεται ως η θαλασσοπόρος σε Δύση και Ανατολή. Τη φιλοσοφική Αρκαδία θα αναζητήσουμε στη Μαντινεία στο πρόσωπο της Διοτίμας, της μόνης γυναίκας στο Συμπόσιο του Πλάτωνος, των σοφών ανδρών, παρακαθήμενης του Σωκράτη, όπου δίδαξε περί Έρωτος. Ως ώριμος κρατικός θεσμός θα αναζητηθεί η Αρκαδία στο "Κοινόν των Αρκάδων": που ενέδρα του ήταν η Μεγάλη Πόλις (=Μεγαλόπολη), η "συνοικισθείσα υπό αρκάδων και επί μεγίσταις των ελλήνων ελπίσιν" (Παυσανίας VII, 33,1) γύρω στα 370 π.Χ.

Η ειδυλλιακή Αρκαδία του Μύθου, δεν θα αναζητηθεί στις αρκαδικές πεδιάδες. Με οδηγό το Νικολά Πουσέν (Nicolas Poussin, 1594-1665) θα ανέβουμε στον ορεινό χώρο της, στα δάση και στα ποτάμια της, στα λιβάδια και στα κοπάδια της των οποίων ηγείται ο θεός Παν, τραγόμορφος και τραγοσκελής, αυλώδος και ερωτικός, που εμπνέει τα νεαρά βοσκόπουλα. Όμως "μηδέν άγαν" (=όλα με μέτρο) γιατί ο εκεί τάφος του γεροποιμένα υπενθυμίζει ότι όλα τα ανθρώπινα έχουν τα όριά τους και η ευτυχία και η ζωή ένα τέλος: κι εγώ - σαν να λέει - γεύτηκα τις ίδιες με σας χαρές, καθώς κι εγώ εδώ γεννήθηκα / "Et ego in Arcadia", ευτύχησα και τώρα είμαι νεκρός. - Αυτή δε η Αρκαδία έχει υπεραρκαδικό νόημα, γιατί μπορεί να βρεθεί και να ανιχνευτεί και σε άλλους τόπους μακριά απ' αυτή. Ναι! Υπάρχουν και Άλλες Αρκαδίες.

Στην Αρκαδία συνυπάρχουν ακόμα άλλες δυο Αρκαδίες: η "Ανοιχτή Αρκαδία" και η "Κλειστή Αρκαδία". "Ανοιχτή" είναι η δυτική Αρκαδία που διώχνει τα νερά της με επίγεια ποτάμια: τοπίο γραφικό και εξωστρεφές. "Κλειστή" ονομάζουμε την ανατολική Αρκαδία που συγκεντρώνει τα νερά της σε λίμνες και κλειστές λεκάνες, από όπου τα νερά αποχετεύονται στη θάλασσα από "καταβόθρες" (τα ζέρεθρα των αρχαίων): τοπίο μάλλον περισυλλογής και επιβλητικού μέτρου. Σ' αυτήν την τελευταία Αρκαδία κατέχει θέση η Τεγέα, και γι' αυτήν (την Τεγέα) τώρα ο λόγος.

ΤΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΤΕΓΕΑΣ

Η ιστορικότερη και διαχρονική Αρκαδία μάλλον θα αναζητηθεί στο χώρο της Τεγέας. Σ' αυτό συνάδουν οι παραδόσεις, οι φιλολογικές πηγές, τα αρχαιολογικά ευρήματα, τα αρχιτεκτονικά μνημεία.

Ο Αγαπήνωρ, βασιλέας της Τεγέας, ηγήθηκε των Αρκάδων κατά την υπερπόντια, πανελλήνια εκστρατεία στην Τροία, που ύμνησε ο Όμηρος. Τον ίδιο βασιλιά και τους Αρκάδες συνδέει εν συνέχεια η παράδοση με την Κϋπρο. Η σχέση Αρκαδίας και Κϋπρου επιβεβαιώνεται γλωσσολογικά, επιγραφικά, κ.α. - Υπήρξε αποικισμός Αρκάδων και προς τη Δϋση από τον ίδιο ευρύτερο χώρο (το Παλλάντιον) νωρίτερα δε πριν τα Τρωϊκά. Μάλιστα τέτοιας σημασίας εγκατάσταση, ώστε αυτοί οι Αρκάδες άποικοι να θεωρούνται (από την ρωμαϊκή παράδοση) ως πρώτοι οικιστές της Ρώμης.

Η Τεγέα δεν είχε να επιδείξει μόνο αξιόλογους άντρες, αλλά και ονομαστές γυναίκες στον μύθο, στην ιστορία, στην τέχνη: Αταλάντη, Αύγη, Μάρπησσα, Ανύτη. Στην Τεγέα φαίνεται ότι ιδρύθηκαν οι παλαιότεροι (γεωμετρικών χρόνων) ναοί. Ο υστεροκλασσικός ναός της Αλέας Αθηνάς (που διαδέχθηκε έναν τρίτο αρχαϊκό) είναι από τους σημαντικότερους της Πελοποννήσου.

Σημαντική ήταν η συμβολή των Τεγεατών καλλιτεχνών κατά τον 6ον αρχαϊκόν αιώνα στην τελική διαμόρφωση των "ελικωτών κοίλων" επικράνων (των λεγομένων μάλλον αδόκιμα "ανακλιντροειδών") πάνω σε παραστάδες τοίχων.

Θα σταθούμε σε μια άλλη αρχιτεκτονική προσφορά: Τα υπαίθρια θέατρα στην αρχαιότητα διαρυθμίζονταν πολύ λογικά στο ξεκίνημα πλαγιάς. Στην πλαγιά διαμορφωνόταν το κοίλον με τα καθίσματα των θεατών, στο δε εν συνεχεία επίπεδο χώρο η ορχήστρα και ησκηνή για τους ηθοποιούς. Στη Μαντίνεια και Τεγέα, πόλεις χτισμένες σε πεδιάδα, υποχρωτικά δόθηκε άλλη λύση: Δίπλα στη νεπίπεδη ορχήστρα δημιουργήθηκε χάριν του κοίλου τεχικό ανάχωμα που το κρατούσε λιθόκτιστο ανάλλημα. (Στην Τεγέα είανι αυτό που βλέπουμε κάτω από το ιερό βήμα και την ανατολική όψη της "Παλαιάς Επισκοπής"). Αλλά το θέατρο συνδυάστηκε και με την αγορά κατά αξονικότρόπο. Υποστηρίζεται λοιπόν, κι αυτό είναι το σημαντικό, ότι η λύση αυτή υπήρξε πρότυπο για παρόμοιες δημιουργίες στα fora (=αγορές) της Ρώμης. Τα υπάρχοντα λείψανα του θεάτρου της Τεγέας ανήκουν στο έτος 175 π.Χ. Ήταν δε καινούργιο, μόλις 39 ετών, όταν οι Ρωμαίοι επιβλήθηκαν στον τόπο μας. Στα χρόνια της Ρωμαιοκρατίας ακριβέστερα περί το έτος 174 μ.Χ. είναι που επισκέφθηκε την Τεγέα ο περιηγητής Παυσανία που μας άφησε την πολύτιμη περιγραφή του και για την Τεγέα.

Δεν γνωρίζουμε πότε δημιουργήθηκε η πρώτη χριστιανική κοινότητα στην Τεγέα. Το παλαιότερο όνομα επισκόπου της, που παραδίδεται είναι αυτό του Ωφέλιμου, 451 μ.Χ. Στον αιώνα αυτόν και τον επόμενο 60 χτίστηκαν οι πρώτες παλαιοχριστιανικές βασιλικές (όπως του Προβαντινού, του Θύρσου, κ.α.) Ο δε ναός της Αλέας Αθηνάς υποστηρίζεται ότι δεν μετατράπηκε ποτέ σε βασιλική, σε τέμενος της νέας λατρείας. Πρόκειται για μια εξαίρεση, που αν αληθεύει, σχετίζεται με την εμμονή των Τεγεατών στα πάτρια, όπως προκύπτει και από άλλα φαινόμενα.

Ο αρχαίος βίος λοιπόν εξακολούθησε για πολύ, και φαίνεται ακόμα - πάλι κατ' εξαίρεση - και στους λεγόμενους "σκοτεινούς αιώνες". Τότε όλες οι μεγάλες αρχαίες αρκαδικές πόλεις, όπως η Μαντινεία, η Μεγάλη Πόλις, η Ηραία, το Μεθύδριον, αι Καφυαί, το Παλλάντιον, η Μαίναλος είχαν ερημωθεί ή μερικές, όπως η πόλις Κλείτωρ ή ο Ορχομενός απόμειναν άσημα χωριά ως ο Κλείτορας η πρώτη και Καλπάκι ο δεύτερος.

Ενώ ο οικισμός της Τεγέας, έστω τώρα με άλλο όνομα, όχι μόνον επιβιώνει, αλλά γι' αυτόν η μεσοβυζαντινή περίοδος (11ος - 12ος αι.) είναι περίοδος ακμής: λαμπρό τεκμήριο υψώνεται ακόμα η εκκλησία της Κοιμήσεως της "Παλαιάς Επισκοπής" (12ος αι.). Το όνομα της θυμίζει την τοπική επισκοπή που ιδρύθηκε σε προηγούμενα χρόνια (1080 μ.Χ.) ως "Επισκοπή Αμυκλών". Είχε πια ξεχαστεί η αρχαία τοπωνυμία Τεγέα. Από ακόμα νωρίτερα (10ος αι.) είχε ονομαστεί ο τόπος Αμύκλ(ε)ιον και τελικά όταν ήρθαν και τον κατέλαβαν οι Φράγκοι ήταν γνωστός ως Νίκλι [ή Νύκλι;].

Το Νίκλι όταν ήρθαν οι Φράγκοι (1209) ήταν πολιτεία τειχογυρισμένη. Αυτήν όρισαν έδρα βαρωνίας. (Από τα τείχη σώζονται ακόμα κατάλοιπα στο αγροκήπιο της "Παλαιάς Επισκοπής"). Είχε στρατιωτική σημασία για τους Φράγκους καθώς ήταν "frontera de los Grieguos": σύνορο των Ελλήνων, που κυριαρχούσαν από εκεί και κάτω στην Νότια Πελοπόννησο.

Όταν, μάλλον στα 1296 (οπωσδήποτε 1302), επανήλθε το Νίκλι στην εξουσία των βυζαντινών Ελλήνων του Μυστρά, έχασε τη σπουδαιότητα του και αυτοί το κατεδάφισαν. Αντ' αυτού ίδρυσαν τα ορεινά φρούρια Τσηπιανά και μάλιστα το Μουχλί, που θα θεωρήσουμε ότι κατ' εξοχήν διαδέχτηκε το Νίκλι. Το Μουχλί παρουσίασε αξιόλογη πρόοδο, ακόμα δημιούργησε και αγιογραφικό εργαστήριο.

Οι Οθωμανοί Τούρκοι έχουν ήδη κάνει την εμφάνισή τους ως μισθοφόροι στρατιώτες (κατ' αρχήν στην υπηρεσία των Ελλήνων του Μυστρά). Εν συνεχεία επέρχονται ως επιδρομείς (όπως το 1420 με τον Τουραχάν Μπεγ) και τελικά κατέρχονται ως κατακτητές. Στα 1460 μαζί με την άλλη Πελοπόννησο κατακτού και το Μουχλί (έχοντα ως επικεφαλής τον Σουλτάν Μωάμεθ Β'). Οι κάτοικοι του σκορπίζουν στα παλιά τεγεατικά χωράφια τους και στα χωριά Νεοχώρι, Παλία Μπερτζοβά, Στενό και Αγιωργίτικα. (Διασώζονται εδώ τα τοπονύμια "Μουχλί" και "Μουχλιά" στους αμπελώνες ανάμεσα στον Ομέρ Τσαούση (Άκρα) και στα δύο τελευταία παραπάνω χωριά). Το Μουχλί δεν ερήμωσε. Στην πρώτη Οθωμανική απογραφή του Μοριά, 1461 -1463 εμφανίζεται ως έδρα ενός από τους 17 "ναχιγιέδες" της χερσονήσου. Καταγράφεται με την ονομασία "Minhalu nahigesi". Εκεί προφανώς υπαγόταν και η περιόχη Τεγέας, αλλά ούτε ένα όνομα των σημερινών χωριών της καταγράφεται. Ένα πρόβλημα. Και είναι πρόβλημα γιατί και έστω 210 χρόνια αργότερα Οθωμανός ταξιδευτής και συγγραφέας Εβλιγιά Τσελεμπί (Evliya ?elebi, 1611 - μετά 1682) καταγράφει στο οδοιπορικό του κατά το έτος Εγείρας 1081 (= 1670 - 1671) ερχόμενος από το Άργος (Archos), το Μουχλί (Moholi), το πέρασμα "Παρθένι" (ως Partani, διαχρονική και αρχαιοπινής τοπωνυμία) και το χωριό Αχούρια (Ahurlar). Νωρίτερα δε στο πρώτο του ταξείδι είχε αναφέρει του Θάνα (Tana) ως έδρα Καζά και μεταξύ άλλων ότι είχε και τζαμί. Το τζαμί αυτό ερειπωμένο μεν, αλλά σε τέτοια σχετικά ικανοποιητική κατάσταση μπορεί να αποκατασταθεί και να γίνει πόλος έλξης. Είναι το καλλίτερα διατηρούμενο οθωμανικό μνημείο της Αρκαδίας.

Δεκατέσσερα χρόνια μετά τον Εβλιγιά Τσελεμπί η Πελοπόννησος περνάει στα χρόνια των Βενετών, για 30 συναπτά χρόνια, 1685 -1715. Ονομάζουμε την περίοδο Β΄Βενετοκρατία. Δεν έχουμε αρχιτεκτονικά μνημεία. (Γνωρίζουμε βέβαια ότι το τζαμί του Θάνα καθιερώθηκε στο όνομα του πολιούχου της Βενετίας του Αγίου Μάρκου). Διαθέτουμε όμως λεπτομερέστατες απογραφές των χωριών και των εκκλησιών τους. Στην απογραφή Grimani, 1700, αναγνωρίζουμε χωριά της περιοχής μας τότε υπαγόμενα στην περιφέρεια Τριπολιτσάς (Territorio di Tripolizza): όπως του Τζίβα (Ziva), Θάνα (Tana), Βουνό (Vuno), Αχούρια (Acuria), Μαυρίκι (Mavrichi) και πολλά άλλα.

Στα 1715 άρχεται η Β΄ Τουρκοκρατία στην Πελοπόννησο, που θα της δώσουν τέλος οι Έλληνες το 1821. Συμπεραίνουμε την ύπαρξη ενός ακόμα μουσουλμανικού τεμένους στην Τεγέα από το τοπωνύμιο "Τζαμί" στ' Αχούρια (σήμερα Στάδιο). Φαίνεται και από τις προηγούμενες μνείες του χωριού, ότι πάντοτε ήταν συγκριτικά ένας αξιόλογος οικισμός. Στα χρόνια 1807 - 1812, ο διοικητής (βάλης) του Μοριά (Mora-valesi) ήταν ο Βελή Πασάς, γιός του Αλή Πασά του Τεπενλελή, είχαν οι χριστιανοί κάποια προνόμια, αφού έδωσε άδεια σε τρία χωριά της Τεγέας να χτιστούν ή ανοικοδομηθούν εκκλησίες: η Ζωοδόχος Πηγή στον Άγιο Σώστη (1810), ο Άγιος Κωνσταντίνος στου Τζίβα (1810), ο Άγιος Νικόλαος στο Πιάλη (Αλέα) (1810), ίσως και στα Σβολέικα.

Στην Επανάσταση οι Τεγεάτες έδωσαν το παρόν, έδωσαν ενίοτε και θύματα (μάχες Βερβαίνων και Δολιανών, Μάιος 1821, στον Άγιο Σώστη, Ιούλιος 1821, Πολιορκία Τριπολιτσάς, κ.ά.). Πολλούς επώνυμους οπλαρχηγούς γνωρίζουμε, περισσότερο ακούγεται ο Λάμπρος Ριζιώτης.

ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ

Οι 19ος και 20ος αιώνες είναι εποχές ανόρθωσης και προόδου. Ο Δήμος Τεγέας σχηματίζεται το 1834. Αθρόες κτίζονται οι εκκλησίες στα χωριά. Στα 2849 η "Παλαιά Επισκοπή" ξαναλειτούργησε. Στα 1883 ιδρύεται ο "Τεγεατικός Σύνδεσμος". Το 1885 κτίζεται σε τεγεατικό χωριό η πρώτη διώροφη κατοικία. Το 1888 αποπερατώνεται η ανοικοδόμηση της "Παλαιάς Επισκοπής" (έργο του Τεγεατικού Συνδέσμου και του αρχιτέκτονα Τσίλλερ). Το 1893 αρχίζει η δημιουργία του Αγροκηπίου του Τεγεατικού Συνδέσμου στο χώρο του φρουρίου του Νικλίου. Και ο 20ος αιώνας άφησε μνείες και μνημεία της δραστηριότητας των Τεγεατών.

† Ο Aργύρης Πετρονώτης είναι από τους πλέον σημαντικούς ερευνητές του αρχιτεκτονικόύ και αρχαιολογικού πλούτου της Αρκαδίας. Είναι συγγραφέας πολλών ερευνητικών εργασιών, μελετών και δοκιμίων αρχιτεκτονικού και αρχαιολογισκού κύρια ενδιαφέροτος, όπως και βιβλίων.

Αρχή σελίδας

Aργύρης Πετρονώτης,
τ.α. Καθηγητής Ιστορίας Αρχιτεκτονικής Α. Π. Θ.
Διπλ. - Αρχιτέκτων, Δρ. - Μηχανικός, Διπλ. Φιλ. (Αρχαιολόγος)
Copyright 2006©

Τελευταία ενημέρωση: 17/03/2006
Ιστορικά Θέματα
Copyright 2001© - Δ. τόπος ΑΡΚΑΔΙΑ