Ιστορικά Θέματα

Ιστορική Διαδρομή της Τεγέας


 

Αναπαράσταση του ναού της Αλέας Αθηνάς

Αρχαιολογικός χώρος Επισκοπής Τεγέας

Αρχαιολογικός χώρος Ιερού Αλέας Αθηνάς

 

Η Τεγέα ήταν η σημαντικότερη πόλη της Αρκαδίας πρίν από την ίδρυση της Μεγαλόπολης. Βρίσκεται στο δρόμο που από την Τρίπολη οδηγεί στη Σπάρτη. Στην αρχαιότητα η Τεγέα κατείχε το νοτιοανατολικό τμήμα της Αρκαδίας που ονομαζόταν Τεγεάτις. Η ίδρυσή της ανάγεται στην προϊστορική εποχή. Σύμφωνα με τη μυθολογία κτίστηκε από τον Τεγεάτη ή τον ’λεο. Αρχικά ήταν μία μικρή κωμόπολη, η οποία όμως κατάφερε να επιβληθεί πολιτικά στους γειτονικούς οικισμούς και να τους συσπειρώσει γύρω από τη λατρεία της θεάς Αλέας, η οποία ταυτίστηκε αργότερα με την Αθηνά.

Η Τεγέα, που λεγόταν και Αφειδάντιος Κλήρος, στους ιστορικούς χρόνους αποτελείτο από εννέα δήμους: των Κορυθέων, Γαρεατών, Φυλακέων, Καρυατών, Οιατών, Βωταχιδών, Μανθυρέων, Εχενιδών, Αφειδάντιων και τις φυλές Ιποθίτιδα, Καριώτιδα, Απολονιάτιδα, Αθηναιάτιδα ή Αθηναία. Ο τελευταίος δήμος προστέθηκε επί βασιλείας του Αφείδα. Ήταν σημαντικότατη πόλη της Ελλάδας, με πρωτεύουσα το Πιαλί (Αλέα) και Ακρόπολή της τη Φύλακρη που τοποθετείται στο χωριό ’γιος Σώστης. Είχε ισχυρά τείχη, περιφέρειας 5.500μ και ύψους 3,5-6,5μ ανάλογα με τη φύση του εδάφους με πολλούς πύργους και 5 πύλες-εισόδους.

Η Τεγέα κατείχε την έκταση των σημερινών χωριών ’γιος Σώστης, ’κρα, Αλέα, Επισκοπή και Στάδιο. Τα σύνορά της ήταν προς την ανατολή (προς τους Αργείους), το βουνό Παρθένι, προς τα νότια ανατολικά (προς τους Σπαρτιάτες και τους Αργείους), η κορυφή του Πάρνωνα, προς τη Δύση (προς τους Παλλαντιείς και Μεγαλοπολίτας), το βουνό Βόρειο, προς τα βόρειοδυτικά, η πρώτη κορυφή προς τα αριστερά του Μαίναλου και προς βορρά (προς του Μαντινείς), βωμός που βρισκόταν μάλλον βόρεια του σημερινού χωριού Πέλαγος.

Οι κάτοικοί της έφταναν κατά τον Ε' π.χ. αιώνα τις 40.000 περίπου.   Είχε μεγαλοπρεπή οικοδομήματα, Γυμνάσιο, θέατρο, Στάδιο, Αγορά και Βουλή με τριακόσιους βουλευτές. Οι δήμοι και οι συνοικισμοί που συγκροτούσαν την Τεγέα, συνδέονταν με την κοινή λατρεία της Αλέας Αθηνάς, της οποίας ο ναός αποτελούσε απαραβίαστο άσυλο. Ο ναός της Αλέας Αθηνάς ήταν ένας από τους τρεις μεγαλύτερους ναούς της Πελοποννήσου, ενώ ήταν μεγαλοπρεπέστερος από τους δύο άλλους, του Δία στην Ολυμπία και του Επικούρεια Απόλλωνα στις Βάσσες. Πρός τιμήν της Αλέας Αθηνάς διοργανώνοντο γιορτές και θυσίες, όπου οι κάτοικοι προσέφεραν στη θεά αναθήματα και ζώα.   Επίσης εγίνοντο και αθλητικοί αγώνες, τα Αλαίεα. Πλούσια είναι τα αρχαιολογικά ευρήματα που μαρτυρούν τη σημασία και τη διάδοση της λατρείας της θεάς.

Η αρχαία Τεγέα έκοβε δικά της νομίσματα, και γνώρισε μεγάλη πνευματική ακμή. Ανέδειξε ποιητές όπως τον Κλονά και την Ανύτη - το θυληκό Ομηρο - τον ιστορικό Αρίανθο, τον τραγικό Αρίσταρχο, τους νομοθέτες Αντισθένη και Κρίσο, τον Τυρωνίδα και Πυρρία και τους ήρωες Αγκαίο, Έποχο, την Αταλάντη, τον Έχεμο και τον Αγαπήνορα.

Οι Τεγεάτες, όντας μια ισχυρή δύναμη της Πελοποννήσου προστάτευσαν σε πολλές περιπτώσεις την ανεξαρτησία και την αυτονομία των Αρκάδων. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι μόνο η Αρκαδία σώθηκε από τις επιδρομές των Δωριέων. Κατά την πρώτη κάθοδο των Δωριέων ο Έχεμος, βασιλιάς των Αρκάδων που είχε την έδρα του στην Τεγέα, σκότωσε τον Ύλλο στον Ισθμό της Κορίνθου, με αποτέλεσμα να υποχωρήσουν οι Δωριείς. Αλλά και κατά τη δεύτερη κάθοδο των Δωριέων, η Τεγέα και η Αρκαδία δεν κατακτήθηκαν. Σε αυτό συνέτεινε, εκτός από το ορεινό και το δύσβατο της περιοχής και της γενναιότητας των κατοίκων, η ενέργεια του Κύψελου, βασιλιά των Αρκάδων, να δώσει την κόρη του Μερόπη ως σύζυγο στον Ηρακλείδη Κρεσφόντη.

Η Τεγέα αναφέρεται επίσης σαν μία από τις χώρες που πήραν μέρος στην αργοναυτική εκστρατεία και στον πόλεμο της Τροίας. με 6.000 Τεγεάτες και με αρχηγό τους τον βασιλιά της, Αγαπήνορα. Ο Αγαμέμνων διέθεσε στους Τεγεάτες 60 πλοία για τη μεταφορά τους στην Τροία.

Καύχημα των Τεγεατών ήταν η νίκη τους επί των Σπαρτιατών οι οποίοι υπό τον Χάριλο επέδραμαν στην περιοχή για να κατακτήσουν την Τεγέα. Μάλιστα τους έδεσαν με τις αλυσίδες που οι Σπαρτιάτες είχαν φέρει και και προόριζαν να δέσουν τους Τεγεάτες. Τις αλυσίδες αυτές οι Τεγεάτες τις αφιέρωσαν στο ιερό της Αλέας Αθηνάς. Στην νίκη αυτή των Τεγεατών είχαν σημαντική συμμετοχή οι γυναίκες των Τεγεατών, οι οποίες, με αρχηγό τη Μάρπησσα ή Χοίρα, εφόρμησαν με γενναιότητα στη μάχη για να ενισχύσουν τπυς άνδρες και συνέλαβαν αιχμαλώτους τους περισσότερους από τους Σπαρτιάτες.

Η Τεγέα βρισκόταν σε μόνιμη διαμάχη με την άλλη μεγάλη αρκαδική πόλη, τη Μαντινεία. Όπως αναφέρει ο Θουκυδίδης, διαρκής αιτία των αντιπαραθέσεων μεταξύ των δύο πλευρών αποτελούσε τα νερά της περιοχής. Οι κάτοικοι της Τεγέας, η οποία έχει μεγαλύτερο υψόμετρο, έλεγχαν τη ροή των νερών των ποταμών και χειμάρρων της περιοχής και δημιουργούσαν προβλήματα στους κατοίκους της Μαντινείας, άλλοτε καταπνίγοντάς τους και άλλοτε προκαλώντας προβλήματα ξηρασίας.

Η Τεγέα  συμμετείχε στους περσικούς πολέμους και οι Τεγεάτες πολέμησαν γενναία κατά των Περσών στις Θερμοπύλες το 480 π.X. με 500 Τεγεάτες, και στις Πλαταιές το 479 π.Χ., με 3.000 Τεγεάτες οι οποίοι μάλιστα εισέβαλαν πρώτοι στο "Ξύλινο Τείχος" των Περσών και κατέλαβαν τη σκηνή του Μαρδόνιου.

Οι Τεγεάτες για να αντισταθούν στους Σπαρτιάτες, οι οποίοι ήδη είχαν νικήσει τους Μεσσήνιους, αποφάσισαν να δημιουργήσουν οχυρωμένη πόλη για να αντιμετωπίσουν τις επιδρομές των Σπαρτιατών. Έτσι δημιούργησαν τη μικρή πόλη Τεγέα την οποία και προστάτευσαν με τείχος. Οι Σπαρτιάτες όμως τελικά κατόρθωσαν να νικήσουν τους Τεγεάτες, όταν ανακάλυψαν τον τάφο του Ορέστη, που σύμφωνα με το μύθο είχε ταφεί στην Αρκαδία και μετέφεραν τα οστά του στη Σπάρτη. Έτσι, το 469 π.Χ., η Τεγέα αναγκάστηκε να συμμαχήσει με τη Σπάρτη και να γίνει μέλος της Πελοποννησιακής Συμμαχίας. Στη συνέχεια θα παρέμεινε πιστός σύμμαχος της Σπάρτης. Αυτή θα ήταν η περίοδος της μεγάλης ακμής της.

Οι Τεγεάτες θα πολεμήσουν στο πλευρό των Σπαρτιατών στον πελοποννησιακό πόλεμο. Μετά τη μάχη στα Λεύκτρα όμως θα τους εγκατελείψουν, για να συμμαχήσουν  το 235 π.Χ. με τους Θηβαίους και  στη συνέχεια θα προσχωρήσουν το 222 π.Χ.στην Αχαϊκή Συμπολιτεία.

Το 146 π.Χ. η Τεγέα θα προσαρτηθεί από τους Ρωμαίους, ακολουθώντας την τύχη των άλλων ελληνικών πόλεων. Το 31 π.Χ ο ’υγουστος θέλησε να τιμωρήσει τους Τεγεάτες για την βοήθεια που προσέφεραν στον αντίπαλο του Αντώνιο και αφαίρεσε από το ναό της Αλέας το άγαλμα της θεάς Αθηνάς από ελεφαντοστό μαζί με τα δόντια του Καλυδώνιου κάπρου. Όπως αναφέρει ο Παυσανίας, το άγαλμα βρίσκονταν στη Ρώμη στην αγορά που είχε φτιάξει ο Αύγουστος.

Το 395 μ.Χ. η Τεγέα λεηλατήθηκε και καταστράφηκε από τους Βησιγότθους του Αλάριχου και στη συνέχεια η περιοχή εκχριστιανίστηκε. Από τον 7ο μ.Χ. αιώνα παρήκμασε. Από το 10ο αιώνα μ.Χ η περιοχή της Τεγέας απαντάται ως Αμύκλιον, που στον 12ο αιώνα παραφράζεται σε Νύκλι και εξελίσσεται σε ισχυρή πόλη, ιδιαίτερα κατά τους χρόνους της φραγκοκρατίας, οπότε και αποτέλεσε μία από τις βαρωνίες. Γίνεται μάλιστα έδρα επισκοπής. Το 1296 πέρασε στην εξουσία του δεσπότη του Μυστρά Ανδρόνικου Παλαιολόγου, που την κατέστρεψε, επειδή, κτισμένη καθώς ήταν στην πεδιάδα χρειαζόταν πολυάριθμη φρουρά για να την προστατεύει. Πολλοί από τους κατοίκους του Νυκλίου με την άλωση από τους Φράγκους το 1209 - είτε κατ’ άλλους μετά την καταστροφή το 1296- κατέφυγαν στη Μάνη και εκεί αποτέλεσαν τις ισχυρές οικογένειες των “Νυκλιάνων“ ή “Μεγαλογεννητών”, που επιβλήθηκαν στους ντόπιους.

Οι Τεγεάτες διακρίθηκαν επίσης και σαν ιδρυτές αποικιών. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Πάφου στην Κύπρο που ιδρύθηκε από τον Αγαπήνορα, βασιλιά της Τεγέας. Σύμφωνα με την παράδοση  ο Αγαπήνωρ, επιστρέφοντας από την Τροία, παρασύρθηκε με τα καράβια του από τις θύελλες και προσάραξε στην Κύπρο όπου έκτισε την Πάφο και ίδρυσε το ιερό της Αφροδίτης. Ο Παυσανίας στα "Αρκαδικά" γράφει: "...Και Πάφου τε Αγαπήνωρ εγένετο οικιστής και της Αφροδίτης κατασκευάσατο εν Παλαίπαφω ιερόν...". Η έλευση των Αχαιών Ελλήνων στην Πάφο επιβεβαιώνεται πράγματι από τους κυκλώπειους τοίχους, την πλούσια "μυκηναϊκή" κεραμεική, όπως και άλλα αρχαιολογικά ευρήματα και τοποθετείται γύρω στο 1220 - 1200 π.Χ. Επίσης η Τεγέα αναφέρεται σαν ιδρύτρια των πόλεων Κυδωνιά, Γόρτυνα και Κατρέα στην Κρήτη.

Στην περιοχή Αλέα της Τεγέας υπάρχουν τα ερείπια του ναού της Αθηνάς, που ήταν από τους λαμπρότερους της Πελοποννήσου. Ο ναός ήταν κτισμένος στο νοτιοδυτικό άκρο του οχυρωτικού περιβόλου της αρχαίας πόλης. Από τις ανασκαφές έγινε φανερό πως στη θέση αυτή υπήρχε ιερό και λατρεία θεάς από τα μυκηναϊκά χρόνια. Τα ερείπια που σώζονται ανήκουν στο νεότερο δωρικό περίπτερο (4x14) ναό, έργο του Παριανού Σκόπα, που κατασκευάστηκε είτε στα 370 π.Χ είτε, κατ’ άλλους ερευνητές, στο β’ μισό του 4ου αι., από ντόπιο μάρμαρο των Δολιανών με πρόδρομο, σηκό και και οπισθόδομο. Ο σηκός εσωτερικά στολιζόταν με κορινθιακούς ημικίονες και στο βάθος του ήταν στημένα το άγαλμα της Αλέας Αθηνάς (στο κέντρο) και τα μαρμάρινα αγάλματα του Ασκληπιού και της κόρης του Υγείας. Εξωτερικά η διακόσμηση είχε θέματα από τους τοπικούς μύθους.

Κοντά στην αγορά της αρχαίας Τεγέας, με τα ιερά και τα αναθήματα, διακρίνεται το αρχαίο θέατρο, στα θεμέλια του Ναού της Παναγίας. Κατασκευάσθηκε τον 4ο π.Χ. αι. Αργότερα, στα 175 μ.Χ. περίπου, ο Αντίοχος Γ' ο Επιφανής ανήγηρε νέο μαρμάρινο θέατρο (κοίλο) στη θέση του παλιού. Στο κοίλο κτίστηκε αργότερα η παλαιοχριστιανική εκκλησία της παλαιάς Επισκοπής. Στον αρχαιολογικό χώρο της Επισκοπής μπορεί κανείς ακόμα να δεί υπολείμματα μεσαιωνικών τειχών και τα μωσαϊκά δάπεδα από την παλαιοχριστιανική βασιλική. Αρχαιολογικά ευρήματα από την αρχαία Τεγέα εκτίθενται στο αρχαιολογικό μουσείο Τεγέας που λειτουργεί στο χωριό Αλέα. Σημαντικό μέρος των εκθεμάτων περιλαμβάνει γλυπτικά κομμάτια σκοπαδικής τεχνοτροπίας.

Αρχή σελίδας

Χ. Αλεξόπουλος
Copyright 2003©
   

Τελευταία ενημέρωση: 12/01/2003
Ιστορικά Θέματα
Copyright 2001© - Δ. τόπος ΑΡΚΑΔΙΑ