|
Η απαρχή
H Τριπολιτσά, θεμελιωμένη
στο κέντρο της πελοποννησιακής ενδοχώρας και του αρκαδικού λεκανοπεδίου,
ανάγει την αρχή της τουλάχιστον στα ύστερα παλαιολόγεια χρόνια,
πιθανόν ως μικρός οικισμός (εμπορικός σταθμός )σε μικρή απόσταση
από το κάστρο Droboniza, προφανώς παραφθορά της τοπωνυμίας Draboliza,
όπως διασώζεται η πληροφορία και η τοπωνυμία σε κατάλογο πελοποννησιακών
κάστρων του έτους 1450, αλλά και σε παρόμοιους διαδοχικούς καταλόγους
κάστρων, ως Draboliza (1469) και Drοboliza (1467,1469).Η πολυτυπία,
γραπτή και προφορική, της ονομασίας του οικισμού προέρχεται ασφαλώς
από τη γλωσσική σύγχυση που προκαλεί η διατύπωση της ξενικής τοπωνυμίας
και θα συνοδεύει την πόλη στην ιστορική διαδρομή της μέχρι τον
20ό αιώνα. Το κάστρο, μικρό οχυρό που επέβλεπε τη ΝΔ ευρεία περιοχή
του τριπολιτσιώτικου οροπεδίου και έλεγχε τις διαβάσεις του Μαινάλου
προς την ορεινή γορτυνιακή ενδοχώρα με τα συνεχόμενα ονομαστά
κάστρα της, προειδοποιούσε έγκαιρα τους πληθυσμούς από μαζικές
εχθρικές εισβολές ή μεμονωμένες παρενοχλήσεις. Σε θέση επίκαιρη
με εποπτεία μεγάλης εδαφικής επίπεδης έκτασης, συμπήχθηκε με την
πάροδο του χρόνου εμπορικός σταθμός για την εξυπηρέτηση των καθημερινών
αναγκών εφοδιασμού των στρατιωτών του κάστρου και εξελίχθηκε σε
σημαίνουσα θέση στην είσοδο των γορτυνιακών ορεινών όγκων. Είναι
γνωστό ότι η αρχαία πόλη με την ονομασία «Τρίπολις» δεν υπήρξε.
Η τοπωνυμία, σλαβικής προελεύσεως (σημ. « μικρό δάσος»), χωρίς
τούτο να είναι απόλυτα βέβαιο, δεν υποδηλώνει εξάπαντος ότι υπήρχε
πόρισμα με αυτή την ονομασία από τον 7ο αιώνα μ.Χ, όταν τα σλαβικά
φύλα κατεβαίνουν νότια και κατοικούν μόνιμα στην Αρκαδία. Δεν
αποκλείεται να πρόκειται για μικροτοπωνύμιο της περιοχής, όπως
διατηρούνται μέχρι σήμερα και τόσα άλλα στο εύφορο λεκανοπέδιο,
χωρίς να προϋποθέτουν αντίστοιχες οικιστικές εγκαταστάσεις. Άλλωστε,
η μόνη βυζαντινή «χώρα» (πόλη), με ονομαστό κάστρο και οργανωμένη
ελληνική στρατιωτική διοίκηση, υπήρξε στην περιοχή, ήδη από τους
μέσους βυζαντινούς χρόνους (9ος αιώνας), το Νίκλι (αρχ. Τεγέα).
Ο πληθυσμός
Λαός ομόθρησκος και σύμμαχος, κατά περιόδους, της Βυζαντινής
Αυτοκρατορίας, οι Αλβανοί εγκαταστάθηκαν μόνιμα στα αρκαδικά εδάφη
το 14ο αιώνα με άδεια και βοήθεια των αυτοκρατόρων, κυρίως λόγω
της οικονομικής και διοικητικής κακοδαιμονίας, του φορολογικού
αδιεξόδου και της πολιτικής αβεβαιότητας που επικρατούσε στον
τόπο. Η ερήμωση μεγάλων παραγωγικών εδαφικών εκτάσεων στην Αρκαδία
και η μείωση του γηγενούς ελληνικού πληθυσμού επέβαλαν ως άμεση
λύση των σοβαρών αυτών προβλημάτων , για να αποφευχθεί η κατάρρευση
της χώρας, τη μόνιμη εγκατάσταση Αλβανών στο Δεσποτάτο του Μυστρά,
κατά την περίοδο των αυτοκρατόρων Μανουήλ Καντακουζηνού (1380)
και Θεόδωρου Α΄ Παλαιολόγου(1382-1407). Οι επυλίδες, μαζί με τους
Έλληνες, αναλαμβάνουν τη φύλαξη των ονομαστών ορεινών κάστρων
γύρω από το οροπέδιο της Τριπολιτσάς (Μουχλί, Τσηπιανά, Ταβία,
Μπεζενίκος κ. ά).
Το έτος 1668 (περίοδος Α΄ Τουρκοκρατίας) ο αμφισβητούμενος από
ορισμένους ιστορικούς και χαρακτηριζόμενος ως αφελής μυθοπλάστης
Τούρκος περιηγητής και γεωγράφος Εβλιγιά Τσελεμπή επισκέφθηκε
την Τριπολιτσά και την ευρύτερη περιοχή της, επισημαίνοντας την
παρουσία Αλβανών «που μιλούν αλβανικά»
Η εξέλιξη της πόλης από το 16ο αιώνα
Με την είσοδο του 16ου αιώνα, στη σκοτεινή και μαρτυρική περίοδο
της Α΄ Τουρκοκρατίας, στην εδαφική περιφέρεια του ερειπωμένου
πλέον κάστρου Draboliza, ο μικρός ομώνυμος οικισμός ευνοήθηκε
από τη θέση του και την ιστορική συγκυρία και εμφανίζεται ως σημαντικός
οικιστικός πυρήνας σε σχέση με τους υπόλοιπους αγροτικούς οικισμούς(χωριά)
του οροπεδίου.
Μνημονεύεται στους χάρτες των J.Gasta(1445, Ντρομπολίτσα) και
Morea Penisula (1574, Ιντροπολίτσα). Στο προσφάτως δημοσιευμένο
Μαρτύριο του Τριπολιτσιώτη νεομάρτυρα και ιερομονάχου Λαζάρου
(το χειρόγραφο των αρχών του 17ου αιώνα, πριν από το 1618), ο
οικισμός προσδιορίζεται ως «κώμη» («πατρίδα δε έσχε κώμην τινά,
Υδροπολιτζάν ονομαζομένην»), αλλά και σε γραπτές πηγές του
17ου αιώνα (1645,1651,1696) η Τριπολιτσά χαρακτηρίζεται οικιστικά
ως «χώρα». Η ιστορική έρευνα έχει προ πολλού επισημάνει ότι με
τον όρο «χώρα», κατά τη μακρά χρονική περίοδο του 16ου έως και
των αρχών του 19ου αιώνα στη Πελοπόννησο, νοείται αρκούντως μεγάλη
οικιστική εγκατάσταση με κάποια μορφή αυτοδιοίκησης, ενδιαφέρουσα
οικονομική δραστηριότητα , διακίνηση γεωργικών προϊόντων και βιοτεχνικών
εμπορευμάτων, την επεξεργασία πρώτων υλών σε μικρά και μεγάλα
εργαστήρια με εξειδικευμένες ομάδες (συντεχνίες) τεχνιτών, εγκατεστημένων
ομαδικά σε συγκεκριμένους δρόμους και συνοικίες στην πόλη.. Το
ίδιο συμβαίνει και στην Τριπολιτσά, η οποία ευνοείται επιπροσθέτως
και από τη μεταφορά της έδρας του σουλτάνου (Μόρα βαλεσή) με όλη
τη διοικητική, στρατιωτική και θρησκευτική ηγεσία που ταλαιπωρεί
και ελέγχει την πίστη των υποδούλων, αλλά και αναπτύσσεται η οικονομία,
το εμπόριο, οργανώνονται βιοτεχνίες και καταστήματα. Η πόλη εξελίσσεται
ραγδαία στην καρδιά του Μοριά. Είναι πλέον η διοικητική πρωτεύουσα
της Πελοποννήσου μέχρι την έκρηξη της Επανάστασης.
Το 18ο αιώνα μαρτυρείται έντονη χρηματιστική αγορά με κύριους
εκπροσώπους Τούρκους και Εβραίους, αλλά και τραπεζίτες Τούρκους
και Έλληνες. Στην οικονομική κίνηση συμβάλλει οπωσδήποτε και το
ονομαστό πανηγύρι της Τριπολιτσάς, που συνήθως γινόταν στην εβδομάδα
Διακαινησμού και αποτελούσε κέντρο εμπορικής έλξης για την αγορά
της ορεινής ενδοχώρας με τη διαχείριση τσόχινων, μεταξωτών και
διαφόρων υφασμάτων, αλλά και της μετάξης που προαγόραζαν Γάλλοι
έμποροι, την παραλάμβαναν από τους παραγωγούς και τους έμπορους
στο πανηγύρι του Μυστρά το Σεπτέμβριο και το διακινούσαν εκτός
Πελοποννήσου. Μετά την αποτυχημένη Επανάσταση των Ορλοφικών (1770),
το πανηγύρι της Τριπολιτσάς, αλλά και εκείνο του Μυστρά, διαλύθηκαν
και δεν ανασυγκροτήθηκαν. Άλλωστε και η γαλλική εμπορική δραστηριότητα
σχεδόν εξαφανίστηκε από την Πελοπόννησο στα τέλη του αιώνα. Παρέμεινε
μόνον η Αγορά εντός της Τριπολιτσάς, με τη διακίνηση προϊόντων
και αγαθών για την εξυπηρέτηση της τοπικής και περιφερειακής κοινωνίας.
|