|
B΄
ΜΕΡΟΣ: 1822-1825
Τον
Φεβρουάριο του 1822 δόθηκε διαταγή στα στρατιωτικά σώματα των
Επαρχιών Αγίου Πέτρου και Πραστού να ακολουθήσουν τον Νικηταρά
(Νικήτα Σταματελόπουλο), σε μια εκστρατεία στη Ρούμελη. Στα τέλη
Μαρτίου, στις συμπλοκές και μάχες που έγιναν στη Στυλίδα (χάρτης)
και στην Αγία-Μαρία, πολεμώντας ηρωικά οι Τσάκωνες έχασαν τρία
παλικάρια τους: Τον Μιχαήλ Οικονόμου, τον Θεόδωρο Μπουγά και τον
Γεώργιο Χρηστίνα.
Το
καλοκαίρι του 1822, κατέβηκε πολύς Τούρκικος στρατός με αρχηγό
τον Δράμαλη και οι Έλληνες με την σοφή στρατηγική του "Γέρου
του Μοριά", Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, συγκεντρώθηκαν στην Αργολίδα,
στο Παλαιόκαστρο του Άργους και στους Μύλους.
Ο
καπετάν Γιωργάκης με τους Πραστιώτες και ΑγιοΠετρίτες, επτακόσιοι-οχτακόσιοι
τον αριθμό, έφθασαν στους Μύλους την κρίσιμη εκείνη στιγμή και
μπήκαν στην υπηρεσία του Δημήτριου Υψηλάντη και του Κολοκοτρώνη.
Αφού έκαψαν τα σπαρτά στον κάμπο του Άργους, συγκρούστηκαν με
την εμπροσθοφυλακή του Δράμαλη, κλείστηκαν μαζί με τον Δημ. Υψηλάντη
στο φρούριο του Άργους και, ύστερα από πολιορκία μερικών ημερών,
έκαναν ηρωική έξοδο, κατά την οποία κινδύνεψαν πάρα πολύ, μαζί
με αυτούς και ο Υψηλάντης. Τελικά, κατάφεραν να σωθούν.
Στις
μάχες των Δερβενακίων έλαβαν μέρος κι οι Τσάκωνες. Μάλιστα αναφέρεται
ο Πέτρος Θερμογιάννης, ο οποίος με εξήντα συμπολίτες του ακολούθησε
τον περίφημο Νικηταρά και πολεμούσε κοντά του. Κατά την υποχώρηση
του Δράμαλη, οι Τσάκωνες τοποθετήθηκαν από τον Κολοκοτρώνη στη
μάχη της Κλένιας σε θέση στρατηγική και δώσανε τη χαριστική βολή
στο μεγάλο Σερασκέρη (τουρκ. serasker: στρατιωτικός διοικητής).
Εκεί σκοτώθηκαν δύο γενναίοι Τσάκωνες: ο μπουλουξής (διοικητής
άτακτου, μικρού στρατιωτικού σώματος) Νικόλαος Χουλιαράς και ο
Γιάννης Αντριάς, "αφού έκαμαν το χρέος των, το δεκαπλάσιον
εις τον εχθρόν" . Τη συμμετοχή τους επιβεβαιώνει κι ένα ιστορικό
κλέφτικο τραγούδι.
"Πουάντζα,
'πέτε, νέγγουντε, τθα Τσακονιά τα μέρη"
(Πουλάκια, πετάτε, ελάτε, στης Τσακονιάς τα μέρη).
'αλήτε χαιρεκίσματα οτσ' έμε τθο Τσιμπέρι
(να πήτε χαιρετίσματα ότ' είμαστε στο Κιβέρι):
-Τα σύνταχα θα φύτσουμε, θα ζάμε τθο Ντερβένι
(αύριο θα φύγουμε, θα πάμε στο Δερβένι),
-Να πολεμήμε, νέγγουντε, του Δράμαλη τ' ασκέρι
(να πλεμήσουμε, πάμε του Δράμαλη τ' ασκέρι)
Πουρτέσε ενέγκοϊ ο Νιτσηταρά, κίσου ο Κολοκοτρώνης
(Πρώτος πάει ο Νικηταράς, πίσω ο Κολοκοτρώνης)
τσαι παρακίσου οι Τσάκωνε με τουρ Άγιο-πετρίτε
(και παραπίσω οι Τσάκωνες με τους Άγιο-πετρίτες).
Ντζιντάει το καριοφίλι τάνου τα διάσελα
(Βροντά το καριοφίλι πάνω στα διάσελα).
Α Έωνα να φυλάει τα Τσακονόπου'α
(Η Έλωνα τα φυλάει τα Τσακονόπουλα)
Ακόμα,
στην πολιορκία του Ναυπλίου (Ιούνιος-Δεκέμβριος 1822) σκοτώθηκε
κι άλλο ένα τσακωνόπουλο, ο Γιάννης Λάμπρος. Οι Τούρκοι της πόλης
με συνθήκη την παραδίνουν στον Κολοκοτρώνη την 1η Δεκεμβρίου 1822.
Σε όλες τις περιόδους των χρόνων του πολέμου της Επανάστασης,
οι Τσάκωνες δίνουν το παρόν προσφέροντας ένοπλους πολίτες, άφθονο
χρήμα και πλούσια εφόδια.
Τον
Αύγουστο του 1822 ο Πάνος Κολοκοτρώνης βρίσκεται στον Πραστό και
συγκεντρώνει χρήματα. Τότε ειδοποιείται από τους Σπετσιώτες ότι
επίκειται κατάπλους του Τουρκικού στόλου με άμεσο στόχο την καταστροφή
του νησιού. Από εκεί, με την βοήθεια του Γιαννούλη Καραμάνου και
των άλλων Προκρίτων, συγκεντρώνει τετρακόσιους Τσάκωνες, και πάνε
στις Σπέτσες, όπου και παρέμειναν προστατεύοντας το νησί. Έτσι,
δεν επαναλήφθηκε και στις Σπέτσες, η σφαγή των Ψαρών και της Χίου.
Όταν
γράφονται οι μελανές σελίδες του Εμφύλιου σπαραγμού (1823-1825)
και οι διαμάχες μεταξύ των στρατιωτικών και πολιτικών, Ρουμελιωτών
και Μοραϊτών, οι Τσάκωνες φάνηκαν διαλλακτικοί και σώφρονες, εκφράζοντας
όμως πάντα την συμπάθειά τους προς τον Κολοκοτρώνη, στον οποίο
συμπαρίστανται στις δραματικότατες ημέρες του διωγμού του και
στη φυλάκισή του στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στην Ύδρα. Στην
Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (1821-1822), ο Δημήτριος Καραμάνος
και στην Εθνοσυνέλευση του Άστρους Κυνουρίας (1823) ο Ρέοντος
και Πραστού Διονύσιος, ως πληρεξούσιος των Τσακώνων, συντελούν
στον κατευνασμό των πνευμάτων.
Ακόμη
δεν έχουν επουλωθεί οι πληγές του εμφύλιου σπαραγμού και ένας
νέος κίνδυνος απειλεί τους αγωνιζόμενους Έλληνες. Ο Ιμπραήμ πασάς
της Αιγύπτου αποβιβάζεται στο Μοριά, με σκοπό να καταπνίξει την
Επανάσταση, εκμεταλλευόμενος τη διχόνοιά τους. Σημειώνει μεγάλες
επιτυχίες και κυριεύει τα πιο σπουδαία στρατηγικά σημεία. Δυστυχώς
πολιτικοί και στρατιωτικοί υπογράφουν προσκυνοχάρτια και αναγνωρίζουν
τον Αιγύπτιο, για να γλιτώσουν. Ο Ιμπραήμ σκορπίζει σε όλη την
Πελοπόννησο τον τρόμο, τον θρήνο και τον οδυρμό. Από το πέρασμά
του μένει η φρίκη και η ερήμωση. Πανικός έχει καταλάβει τους πάντες.
Ο Γρηγόριος Παπαφλέσσας συμβουλεύει επίμονα την κυβέρνηση Γεώργιου
Κουντουριώτη, να αποφυλακίσει "τον Γέρο του Μοριά" και
έτσι γίνεται.
Ο
μόλις αποφυλακισθείς από τους αντιπάλους του, Κολοκοτρώνης, ο
Δημ. Υψηλάντης και ο Παπαφλέσσας είναι οι μόνοι που διατηρούν
το θάρρος τους. Ο Κολοκοτρώνης εφαρμόζει τη "Νέαν Στατηγικήν",
να μην δίνει μάχη, αλλά να παρενοχλεί τον αιμοδιψή Αιγύπτιο και
να τον φθείρει.
Το
καλοκαίρι του 1825 οι Τσάκωνες πολεμιστές βρέθηκαν στους Μύλους,
στα Βέρβενα, στην Νταβιά, στην Τεγέα και όπου αλλού μπόρεσαν με
κλεφτοπόλεμο να αντιμετωπίσουν τους στρατιώτες του. Θύματα στους
αγώνες αυτούς οι Τσάκωνες είχαν αρκετά. Σκοτώθηκε ο Δημήτρης Γεωργίτσης,
ο Γιωργάκης Νικολέσης, ο Δημήτρης Τσούχλος και ο Π. Βουρλιώτης.
Ο
στρατός του Ιμπραήμ μπαίνει και στην Τσακωνιά. Στην Καστάνιτσα
βρίσκουν αντίσταση από τον ηρωικό αγωνιστή Τσάκωνα Γιάννη Καψαμπέλη,
ο οποίος οχυρωμένος στον ομώνυμο πύργο του, υπερασπίζεται την
τιμή του χωριού του. Ο Αιγύπτιος, ντροπιασμένος, αποχωρεί και
κατευθύνεται στον ακμάζοντα Πραστό (Σεπτέμβριος 1826). Οι Πραστιώτες
είναι οχυρωμένοι στους πύργους τους, ενώ ο Ιμπραήμ περικυκλώνει
το χωριό. Τρεις μέρες περιμένει, να παραδοθούν οι Πραστιώτες.
Αυτοί τον παραπλανούν με την αναμονή τους, ενώ αποφασίζουν να
φύγουν όλοι για το Λεωνίδιο, "το σίγουρο τόπο", σύμφωνα
με τον Κολοκοτρώνη, επειδή βλέπουν το μάταιο του αγώνα τους.
Μέσα
στις νύχτες, αθέατοι, εγκαταλείπουν τον Πραστό, αφού παρέλαβαν
ό,τι μπορούσαν από τα κειμήλιά τους, από τα πλούτη τους, από τους
θησαυρούς που είχαν συγκεντρώσει. Προηγουμένως, είχαν μεταφέρει
στο Λεωνίδιο, από την εκκλησία της Παναγίας, το ξυλόγλυπτο τέμπλο
της, έναν επιβλητικό πολυέλαιο και την εικόνα της Παναγίας του
Πραστού. Όλα στολίζουν σήμερα την εκκλησία της Παναγίας του Λεωνιδίου.
Όταν
ο Ιμπραήμ αντιλήφθηκε την φυγή τους, διέταξε λεηλασία και φωτιά
σε ό,τι έμεινε. Όλα παραδόθηκαν στις φλόγες και μεταβλήθηκαν σε
αχνίζοντα ερείπια. Κάηκε ολόκληρος ο Πραστός, με τα χίλια διακόσια
(1200) σπίτια του.
Μερικές
γυναίκες που δεν πρόλαβαν να φύγουν, κλείνονται στον πύργο του
Γούλελου και αρνούνται να παραδοθούν. Οι εχθροί τον κυριεύουν
και διατάσσουν την εκθεμελίωσή του. Σήμερα, από τον πολυτραγουδισμένο
αυτόν πύργο του Γούλελου δεν μένουν παρά ένας σωρός από πέτρες.
Και ο Πραστός εγκαταλείφθηκε για πολλά χρόνια, αφού οι κάτοικοί
του εγκαταστάθηκαν στο Λεωνίδιο και στον Άγιο-Αντρέα.
Σήμερα,
ο Πραστός, γεμάτος ερείπια μέσα από τα οποία ξεφυτρώνουν αραιά
σπίτια, όσα έχουν ξαναχτιστεί, είναι μια σβησμένη εικόνα της παλιάς
του δόξας. Μια θλιβερή εικόνα, η οποία δείχνει ολοφάνερα ότι από
εκεί πέρασε ο Ιμπραήμ και φέρνει την ανάμνηση της σκληρότητας
του Τουρκοαιγύπτιου πασά. Η λαϊκή Μούσα θρηνεί:
"Μια
λυγερή καθότανε στον έλατο στη σέλα
και αγνάντευε την Τσακωνιά και του Πραστού το ρέμα,
την πήρε το παράπονο και κάθεται και κλαίει
και λέει τραγούδι θλιβερό και παραπονεμένο.
Πραστέ μου πού 'ναι οι πύργοι σου και πού 'ναι η αρχοντιά σου;"
Βιβλιογραφία
1.
"Οι Τσάκωνες του '21", Κωστή Ι. Τσούχλου, εκδ. Αδελφότητος
Κυνουριέων
2. Ομιλία Στυλιανού Μερικάκη (Δήμαρχος Λεωνιδίου έως 1977) "Προσφορά
και δράσις των τσακώνων κατά την Επανάσταση του 1821"
3. Θάνου Κ. Βαγενά, "Ιστορικά Τσακωνιάς και Λεωνιδίου",
(Αφιέρωμα στον Μανώλη Δούνια), εκδ. με δαπάνη του Δήμου Λεωνιδίου,
Αθήνα 1971
4. Νέα Ελληνική Ιστορία, Απ. Βακαλόπουλος, εκδ. ΒΑΝΙΑΣ, Θεσσαλονίκη
1990 (δ' εκδ.), σελ. 186
5. Χάρτες από ΙΕΕ, τόμος ΙΒ, σελ. 248, 433, 451
|