Ιστορικά Θέματα


 
H Αρκαδία όπως την είδε ένας ¶γγλος περιηγητής
Aπόσπασμα απο το βιβλίο του επισκόπου-περιηγητή C. Wordsworth

Τo παρακάτω κείμενο αποτελεί απόσπασμα του βιβλίου "Ελλάδα" ενός ¶γγλου περιηγητή, του Christopher Wordsworth, επισκόπου του Lincoln (1807-1885). Το κείμενο αφορά την Αρκαδία και διάφορες περιοχές της μέσα σ’ ένα γενικότερο πλαίσιο της Πελοποννήσου, όπως τις είδαν τα μάτια του περιηγητή. Ο επίσκοπος ήταν ο πρώτος που το 1832-1833 βοήθησε με τα συμπεράσματά του για την ακριβή τοποθεσία της Δωδώνης. Ήταν επίσης ένας από τους πρώτους ερευνητές και περιηγητές της εποχής του, και ο πρώτος που είχε δεχτεί ο βασιλιάς Όθωνας. Το βιβλίο εκδόθηκε το 1839, ενώ σήμερα κυκλοφορεί ανατυπωμένο από τις εκδόσεις ΕΚΑΤΗ.

Μεσαιωνικός Χάρτης της Αρκαδίας

Χάρτης του Μοριά

ΕΛΛΑΔΑ

Eαν ο Λουκιανός στους διάλογούς του, που οφείλουν το όνομά τους στους Διαλογισμούς του, είχε επιθυμήσει να στρέψει την προσοχή του Ερμή και του Χάρωνα στο τμήμα της Ελλάδας που καλείται Πελοπόννησος, θα είχε πιθανώς υιοθετήσει μια μέθοδο όμοια με εκείνη, που είχε χρησιμοποιήσει για να δώσει σ’ αυτούς μια περισσότερο εκτεταμένη εικόνα από αυτή, που εμείς τώρα παρέχουμε. Η επιθυμία τους ενός από αυτά τα δύο σημαντικά πρόσωπα, στα οποία αναφερθήκαμε, δεν ήταν απλώς και μόνο να τους προσφερθεί μια άποψη των πόλεων και των βουνών, όπως ο Λουκιανός την παρουσιάζει, αλλά να μπορούν να παρατηρούν τους κατοίκους από τα παλιά και να μαθαίνουν για το ποιες ήταν οι ενασχολήσεις τους και οι συζητήσεις τους. Για αυτόν το σκοπό ο Λουκιανός επέλεξε μια κορυφή, όπου ανέβηκε με τη συντροφιά του και που δέσποζε σε όλα αυτά, που είχε αποφασίσει να μελετήσει.

Φυσικά οι επιδιώξεις μας δεν είναι τόσο εκτεταμένες, όπως αυτές του φιλόσοφου της Σαμόσατας. Από την φανταστική αυτή κορυφή, που στεκόντουσαν, παρουσίασε στους θεατές του ένα ευρύ πανόραμα, που περιλάμβανε την Ιωνία και τη Λυδία στην ανατολή, τη Σικελία και την Ιταλία στη Δύση και εκτεινόταν από το Δούναβη μέχρι τις νότιες ακτές της Κρήτης. Η δική μας θέα περιορίζεται στην περιοχή που απλώνεται σχεδόν στο κέντρο αυτών των περιοχών. Ο ποιητής παρουσίασε στον Ερμή και στο Χάρωνα μια θεά από μια ιδεατή κορυφή του τότε γνωστού κόσμου. Εμείς τώρα φιλοδοξούμε να δώσουμε στο θεατή από ένα πραγματικό βουνό μια άποψη της Χερσονήσου της Ελλάδας.

Το σημείο, που ο Λουκιανός είχε πιθανώς επιλέξει για αυτόν το σκοπό, είναι η κορυφή ενός βουνού στα δυτικά σύνορα της Αρκαδίας. Η αιχμηρή και απομονωμένη κορυφή του στεφανώνεται από ένα κατεστραμμένο κάστρο. Οι πλαγιές του είναι διάσπαρτες με καλύβια και μαντριά και αραιοντυμένες με δάση χαμηλής βελανιδιάς και ορεινών πεύκων. Ορθώνεται στη δυτική πλευρά του Όρους Λύκαιο, που είναι αφιερωμένο από τα αρχαία χρόνια στον Πάνα και στο Βασιλιά των θεών Δία. Τώρα ονομάζεται Ζάκκουκα. Απο το σημείο αυτό ο θεατής αντικρίζει το χάρτη της Πελοποννήσου ανοιγμένο μπρος στα μάτια του. Κοιτάζοντας βόρεια βλέπει τα ψηλά Αρκαδικά βουνά, που μαζί με τις κορυφές του βραχώδους Ερύμανθου κινούνται σε μια ανατολική κατεύθυνση προς το κεντρικό ύψωμα της Κυλλήνης και με αυτόν τον τρόπο χωρίζουν την παραλιακή περιοχή της Αχαΐας από εκείνη της Αρκαδίας. Από τη βραχώδη κολώνα της Κυλλήνης τα μάτια του κινούνται νοτιότερα και ανακαλύπτουν τη συνέχεια των ίδιων κορυφογραμμών σ’ αυτή την κατεύθυνση μέχρι να φτάσουν στο όρος Μαίναλο, που τα σύδεντρα των πεύκων του έχουν υμνηθεί από τη βουκολική ποίηση της Ελλάδας και της Ιταλίας. Αυτό το βραχώδες φράγμα διαχωρίζει την Αρκαδία στα δυτικά από την Αργολική χερσόνησο στα ανατολικά.

Το Μαίναλο, στην νοτιοανατολική γωνιά της Αρκαδίας, συνδέεται με μια αλυσίδα βουνών, που κατευθύνονται από αυτό το σημείο πιο πέρα προς τα νοτιοανατολικά, μέχρι να σταματήσουν στο Αιγαίο Πέλαγος. Αυτά τα βουνά σχηματίζουν τα ανατολικά σύνορα της πεδιάδας της Σπάρτης και το αξιομνημόνευτο είναι ο Πάρνωνας. Οι χιονοσκέπαστες κορυφές του είναι ορατές από το σημείο που υποτίθεται, ότι στεκόμαστε. Δηλαδή, την κορυφή του Λύκαιου.

Μια νοητή γραμμή από το όρος Μαίναλο προς τα δυτικά, που τερματίζει σε αυτό το σημείο, διαμορφώνει το νότιο όριο της Αρκαδίας. Από αυτή την κορυφή η μεγαλοπρεπής οροσειρά του Ταΰγετου, που κινείται σε μια παράλληλη πορεία με εκείνη του Πάρνωνα, ορίζει την πεδιάδα της Σπάρτης στα δυτικά, όπως ο Πάρνωνας το κάνει στα ανατολικά. Από κει διακλαδιζόμενη νοτιοανατολικά συνεχίζει μια αδιάκοπη πορεία μέχρι να φτάσει στις νότιες ακτές της Λακωνίας τερματίζοντας με αυτόν τον τρόπο το ακρωτήριο Ταίναρο που είναι το νοτιότερο σημείο της Ελληνικής Χερσονήσου. Αυτή η επιβλητική αλυσίδα των Αλπικών βουνών διακρίνεται από το σημείο στάσης μας στο βουνό Ζάκκουκα. Πλησιέστερα σε μας είναι οι κατάφυτες και καλλιεργούμενες κατωφέρειες του Λύκαιου της Αρκαδίας.

Στα δυτικά αυτής της αλυσίδας και από αυτή την κορυφή ο επισκέπτης βλέπει την τραχιά και ανώμαλη περιοχή της Μεσσηνίας που χωρίζεται από την Λακωνία με την επιμήκη και ψηλή οροσειρά του Ταΰγετου. Μακρύτερα προς το νότο θα διακρίνει την ακτή της Κορώνης και τα γειτονικά νερά του Μεσσηνιακού Κόλπου.

Γυρνώντας το βλέμμα του βορειοδυτικά θα δει την οπωροφόρα πεδιάδα της Ήλιδας, που απλώνεται κατά το μήκος των δυτικών ακτών της Πελοποννήσου. Και έχοντας καταπονηθεί με τη θέα των απότομων και τραχιών βουνών, μερικών γυμνών και ακαλλιέργητων, και κάποιων άλλων καλυμμένων με χιόνια, και των υπόλοιπων αραιοντυμένων με τα φτωχικά προϊόντα μιας ισχνής βλάστησης, που φαίνονται να αποποιούνται την ανταμοιβή της εργατικότητας των αγροτών, τα μάτια του θα ξεκουραστούν με ευχαρίστηση στην ανοιχτή και πλούσια πεδιάδα της Ολυμπίας, που αναζωογονείται και εξωραΐζεται από τα νερά του Αλφειού, που εκβάλλει μέσα σ’ αυτή στη θάλασσα.

Από τη γρήγορη τοπογράφηση, την οποία μας επέτρεψε να κάνουμε για την Πελοπόννησο, η μοναχική αυτή κορυφή απ’ όπου η θέα μας έχει παρθεί, μπορούμε να αντλήσουμε μερικά συμπεράσματα με σεβασμό στη φυσική διαμόρφωση και την τοπική ιδιομορφία καθώς επίσης στις ηθικές, κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες, οι οποίες ήταν τα αποτελέσματα αυτών των χαρακτηριστικών. Είναι απίθανο να αποφύγουμε τη σκέψη που μια τέτοια θέα, όπως αυτή, υποβάλλει. Ότι δηλαδή η Πελοπόννησος προοριζόταν από τη Φύση να είναι η έδρα διαφορετικών φυλών, που παραλλάσσουν στην καταγωγή, στα ήθη και στον τρόπο διακυβέρνησης. Οι ¶λπεις σχημάτισαν τα Καντόνια της Ελβετίας και στην Πελοπόννησο, που το μήκος της είναι εκατόν πενήντα και το πλάτος της εκατό τριάντα μίλια, οι ίδιες αιτίες ίσχυσαν, για να πραγματοποιήσουν ένα παρόμοιο αποτέλεσμα.

Έχουμε δει στην εικόνα, που μόλις αντικρίσαμε, ότι η κεντρική περιοχή της Αρκαδίας έχει μια ομοιότητα στη θέση και στο σχήμα με ένα μεγάλο φυσικό στρατόπεδο, που είναι οχυρωμένο με το ψηλό και απόρθητο φρούριο των βουνών. Γύρω από αυτό το κυκλικό προπύργιο βρίσκονται οι υπόλοιπες περιοχές της Χερσονήσου. Όλες συνορεύουν με αυτό το κεντρικό τείχος, που χρησιμεύει για την προστασία τους από το εσωτερικό, ενώ τα εξωτερικά τους σύνορα, που σχηματίζονται από τη θάλασσα, τις εφοδιάζουν και με διέξοδο και με προστασία. Καθεμιά από αυτές τις περιοχές είναι χωρισμένη από τη γειτονική της με βουνά που κατευθύνονται ακτινοειδώς προς τη θάλασσα από το κυκλικό τείχος της Αρκαδίας. Εάν επιτράπηκε να εικονογραφήσουμε τις τοπικές ιδιομορφίες της Πελοποννήσου με μια τέτοια σύγκριση μπορούμε και να τη θεωρήσουμε ολόκληρη σαν ένα απέραντο φυσικό Κολοσσαίο, του οποίου η Αρκαδία είναι η Αρένα, περιβεβλημένη με τις Εξέδρες της ή το προπέτασμα των ψηλών βουνών. Οι άλλες περιοχές χωρίζονται η μια από την άλλη από βουνά, που αποκλίνουν από αυτό το κυκλικό τείχος. Είναι οι Εξέδρες και οριοθετούνται εξωτερικά από ένα θαλάσσιο τείχος.

Θα έχουμε την ευκαιρία να παρατηρήσουμε από εδώ και πέρα το ξεχωριστό γεγονός, ότι η Αρκαδική Αρένα, για την οποία μιλήσαμε έχει μόνο μια διάβαση, την Έξοδο δηλαδή από όπου ο Αλφειός περνά στην πορεία του προς το Ιόνιο Πέλαγος. Κατά τον ίδιο τρόπο υπάρχει μόνο μια είσοδος ή Διάδρομος που οδηγεί από την περιφέρεια στο εσωτερικό. Είναι ο Ισθμός της Κορίνθου.

Εάν επρόκειτο να σχηματίσουμε την άποψη μας από τη θέα των αυστηρών και λιτών γνωρισμάτων που χαρακτηρίζουν την εξωτερική εμφάνιση αυτής της αρένας και των εξέδρων της, για τις οποίες έχουμε μιλήσει, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε, ότι υπήρχε πολύ μικρή πιθανότητα της προσφοράς τους στα θέλγητρα και τη γοητεία μιας εκλεπτυσμένης και ευχάριστης όψης. Και αυτή βεβαίως η περίπτωση θα μπορούσε να υπάρξει, εάν αυτά είχαν βασιστεί για τα κυριότερα χαρακτηριστικά τους στη φυσική τους βάση και κατασκευή. Αλλά εάν αυτά, όπως είναι αλήθεια, ήταν ενός τέτοιου χαρακτήρα, όπως έχουμε περιγράψει, ο αέρας και το κλίμα που συνδυάζονταν με αυτά προσφέρονταν για να καταπραΰνουν την τραχύτητα των άλλων χαρακτηριστικών της γνωρισμάτων. Εάν η αρένα και οι εξέδρες της Πελοποννήσου σχηματίσθηκαν από απότομα και γυμνά βουνά, ένας καθαρός και λαμπρός ουρανός, όσο πάνω από λίγες άλλες χώρες στον κόσμο, ήταν ο Θόλος τους.

Η περιγραφή λοιπόν των φυσικών στοιχείων, που ισχύουν γενικά στην Ελλάδα, είναι ιδιαίτερα κατάλληλη για αυτόν τον χώρο, όπου τώρα περιγράφουμε. Τα μεγάλα Βασίλεια της Ευρώπης δεν είναι τόσο έντονα διαχωρισμένα το ένα από το άλλο από τα φυσικά τους σύνορα, όπως είναι μεταξύ τους οι μικρές περιοχές του Μοριά. Η καθεμιά έχει τις δικές της ¶λπεις και τα δικά της Πυρηναία. Για το λόγο αυτό δεν υπάρχει μεταξύ τους ενωτικός δεσμός. Η καθεμιά τους είναι αυτάρκης και ανεξάρτητη. Η ιστορία τους είναι εκείνη των χωριστών χωρών παρά της μίας ενιαίας χώρας. Περιοχών δηλαδή αντικρινών καθώς επίσης και περιοχών που διαχωρίζονται η μια από την άλλη. Κοιτάζοντας από ψηλά τις δύο περιοχές στα νότια της Χερσονήσου, όπως ακριβώς κάναμε και από το ύψωμα του Λύκαιου, δηλαδή τη Μεσσηνία και τη Λακωνία, πού είναι χωρισμένες η μια από την άλλη από την επιμήκη οροσειρά του Ταΰγετου, έτσι δεν μπορούμε παρά να θυμηθούμε τη μεγάλη και άσπονδη έχθρα που είχαν οι αρχαίοι κάτοικοι αυτών των δυο περιοχών, ο ένας κατά του άλλου, πού έδιναν τις ευκαιρίες για στρατιωτικές επιδρομές, που τερματίζονταν μόνο με την εθνική εξαφάνιση του ενός από τα δυο εμπόλεμα μέρη.

Η Μεσσηνία θα ήταν τυχερή, εάν κανένα εμπόδιο δεν υπήρχε μεταξύ αυτής και της περισσότερο ισχυρής γειτόνισσάς της. Θα μπορούσε τότε να είχε ενσωματωθεί στη Λακωνία σαν ένα τμήμα της, αντί να γίνει υπόδουλη στη Σπάρτη. Οι κάτοικοί της θα μπορούσαν να καταστούν πολίτες παρά να γίνουν σκλάβοι. Θα μπορούσαν να έχουν γίνει Λακεδαιμόνιοι παρά να έχουν υποβιβαστεί σε Είλωτες Με αυτό τον τρόπο τοπικά απομονωμένες και διαχωρισμένες η μια από την άλλη οι περιοχές της Χερσονήσου ουδέποτε οργάνωσαν μεταξύ τους μια εθνική ομοσπονδία για αμοιβαία προστασία ή για επίτευξη οποιουδήποτε μεγάλου πολιτικού σκοπού. Οι πόλεμοι στην Ελλάδα δεν είχαν ποτέ διεξαχθεί μέσα στα όρια της Πελοποννήσου εναντίον ενός εχθρικού έθνους. Στη διάβαση των Θερμοπυλών, στη πεδιάδα του Μαραθώνα στο πεδίο των Πλαταιών, στα Στενά της Σαλαμίνας η υπόθεση του Ελληνικού Έθνους μεγαλόψυχα είχε υπερασπιστεί, αλλά όχι όμως στον Ισθμό της Κορίνθου. Δεν θα μπορούσε να γίνει αυτό.

. . . . . . . . .

H καταβόθρα του Ροδανού, όπως ονομάζεται, που βουτά σε μια υπόγεια κοίτη κάτω από τους βράχους της Εκλύζ, έχει προσελκύσει την προσοχή και εξάψει το θαυμασμό του Ελβετού Ταξιδιώτη. Στην Ιταλία το καταπληκτικό έργο με το οποίο τα νερά της Αλβανίδας και της λίμνης Φακίνης είχαν μεταφερθεί από την παλιά τους στάθμη και είχαν οδηγηθεί διαμέσου ψηλών βουνών με την έννοια ης μακριάς και πλατιάς διεξόδου, χρησιμεύει σαν περήφανη απόδειξη της δύναμης της φύσης.

Στην Ηπειρωτική Ελλάδα η λίμνη Κωπαΐδα είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Στην Πελοπόννησο η μοναδική περιοχή της Αρκαδίας παρουσιάζει περισσότερο ενδιαφέρον στο είδος της , από όλες μαζί, στις οποίες περικυκλώνεται, πολυάριθμοι χείμαρροι κατεβαίνουν μέσα στις κοιλότητες του βραχώδους κρατήρα, από τον οποίο σχηματίζεται η Αρκαδία. Και δεν υπάρχει λόγος να αμφισβητηθεί η αρχαία παράδοση που καταγράφει, ότι ο κρατήρας αυτός ήταν αρχικά η λεκάνη μιας μεγάλης λίμνης.

Τώρα υπάρχει μια κοιλάδα, διαμέσου της οποίας οι χείμαρροι αυτοί εκρέουν και μόνο μία. Είναι στους ορεινούς πρόποδες του ΛΥΚΑΙΟΥ, που το εκλέξαμε σαν κέντρο της πανοραμικής θέας της Πελοποννήσου. Διαμέσου αυτού του φαραγγιού, που κατευθύνεται προς τα βορειοανατολικά, οι ποταμοί, που κυλούν δυτικά από το κέντρο της Αρκαδίας, βρίσκουν το δρόμο τους προς το Ιόνιο Πέλαγος έχοντας ενωθεί με το ποτάμι. Που δέχεται τα νερά σχεδόν όλων των ποταμών της δυτικής Πελοποννήσου, δηλαδή τον ΑΛΦΕΙΟ. Αλλά στην ανατολική πλευρά της Αρκαδίας δεν υπάρχει διέξοδος για την εκροή των χειμάρρων της, όπως αυτό παρουσιάζεται στην κοιλάδα στις ρίζες του όρους Λύκαιο. Τα νερά αφήνονται είτε να λιμνάζουν στα βαθουλώματα της κοιλάδας και να απλώνονται σε λίμνες είτε εξαφανίζονται σε υπόγεια χάσματα διαμέσου των βραχωδών φραγμάτων των βουνών. Από μια καλοσυνάτη πρόβλεψη της Φύσης τυχαίνει η γεωλογική διαμόρφωση των βουνών αυτών να είναι τέτοια, ώστε να επιτρέπει τη μετέπειτα επιλογή. Το ασβεστολιθικό στρώμα, από το οποίο τα βουνά αποτελούν την βράχινη φυλακή τους και από εκεί να αναβλύζουν έχοντας ανοίξει μόνοι τους διεξόδους και δικλείδες από όπου οι μεσόγειες περιοχές έχουν σωθεί από πλημμύρες και οι απώτερες περιοχές έχουν αρδευτεί, όπως γίνεται με τη μέθοδο της τεχνητής άρδευσης.

Παραθέτουμε ένα από τα πιο αξιοσημείωτα παραδείγματα, που θα έχουμε την ευκαιρία στη συνέχεια να αναφερθούμε σ’ αυτό με περισσότερη λεπτομέρεια. Η λίμνη, ή καλύτερα ο ποταμός της Στυμφαλίας, στους νότιους πρόποδες τους Αρκαδικού όρους της Κυλλήνης, εκρέει από την κοίτη του στον πυθμένα ενός ασβεστολιθικού βαράθρου εισχωρώντας στη γη και περνώντας με μια κρυφή ροή κάτω από μια κορυφογραμμή στη νοτιοανατολική πλευρά τελικά αναδύεται από τη σκοτεινή του κοίτη στις απόκρυφες γωνιές του όρους Χάον και κυλάει με έναν ορμητικό χείμαρρο, που φέρει το όνομα Εράσινος στην περιοχή της Αργολίδας, από όπου χύνεται στη θάλασσα στον Κόλπο του Ναυπλίου.

Στη ζωηρή φαντασία του Έλληνα αυτές οι φυσικές διαπάλες παρουσιάζονταν σαν κάτι διαφορετικό από ότι τα φαινόμενα φυσικών αιτίων, που παρήγαν τα αποτελέσματα και που ήταν γνωστά σε αυτόν με την κανονική λειτουργία των γνωστών κανόνων. Γι’ αυτόν τα φαινόμενα αυτά δεν ήταν τα αποτελέσματα γενικών νόμων, αλλά πράξεις ξεχωριστής δύναμής. Δεν ήταν ο ποταμός, που με την ορμητικότητα και την πίεση των νερών τους αναζητούσε το δρόμο του ανάμεσα στα γεωλογικά στρώματα από ασβεστολιθικούς βράχους, μέχρι να φανεί να βγαίνει στην αντίθετη πλευρά του βουνίσιου βαράθρου. Ήταν το χέρι κάποιου ζωντανού και ισχυρού Παράγοντα, που παλεύοντας με τις δυνάμεις του Ανταγωνιστή του, πετύχαινε αυτή την κατάκτηση, που ήταν το ίδιο ένδοξη για αυτόν και αγαθοεργή σαν αποτέλεσμα για τον άνθρωπο.

Η Μυθολογία της Ελλάδας ήταν δημιούργημα του κλίματος τους εδάφους και των φυσικών φαινομένων και διέφερε με την ποικιλία τους σε κάθε ιδιαίτερη περιοχή. Η μυθώδης θρησκεία της Αρκαδίας ήταν ενός αξιοσημείωτου χαρακτήρα, στην αναλογία που αυτή η περιοχή διακρινόταν από τις άλλες με τον αριθμό και τα παράξενα των φυσικών της θαυμάτων. Ο παράγοντας με τη δύναμη του οποίου αυτές οι υδάτινες επαναστάσεις δημιουργούνταν και έβριθαν εδώ, ήταν ο Ηρακλής και η εγκαθίδρυση της λατρείας του στην Αρκαδία οφειλόταν στο υπόγειο πέρασμα της Στυμφαλίας λίμνης μέσα στον Εράσινο ποταμό. Μπορούμε να παραπέμψουμε σε επιρροές παρόμοιων αιτιών στον κοινωνικό και ηθικό χαρακτήρα, στις ασχολίες και στις προτιμήσεις των κατοίκων της ίδιας περιοχής αυτής της Πελοποννήσου ήταν τέτοιο που να μην παρέχει μεγάλη ενθάρρυνση στους γεωργούς. Οι κορυφές των βουνών της καλύπτονταν με χιόνια κατά το μεγαλύτερο διάστημα του χρόνου και οι πεδιάδες, όπως αυτή της Τεγέας, Μαντινείας και Μεγαλόπολης, είναι σχετικά επίπεδες επιφάνειες ένα πλούσιο εύφορο χώμα έχει εναποτεθεί με τη συμβολή των γονιμοποιών χειμάρρων. Και δεν προστατεύονται από σκιερά δάση ούτε αναζωογονούνται από την ήπια αύρα της θάλασσας.

Η θερμοκρασία και το έδαφος της Βοιωτίας και της Θεσσαλίας, στην Ηπειρωτική Ελλάδα, ήταν σχεδόν χωρίς παράλληλό τους στην Πελοπόννησο. Ακόμα λιγότερομπορούσαν αυτά να ανεβρεθούν μέσα στα όρια της Αρκαδίας. Από τις περιπτώσεις, που έχουν περιγραφεί προέκυψε, ότι η ζωή των κατοίκων αυτής της περιοχής ήταν αναγκαίως βουκολική. Η ίδια άνεση και ελευθερία και ευγένεια με τις μεγάλες και ωραίες εικόνες που μια τέτοια ζωή παράγει σε αφθονία σε μια έξοχη χώρα και που έχουν εμπνεύσει τις βουνίσιες μελωδίες της Ελβετίας και του Τυρόλου, έκαναν σε πρώιμους χρόνους τη γης της Αρκαδίας το λίκνο της Ποιμενικής Μουσικής της Ελλάδας. Στην κορυφή της Κυλλήνης ο Ερμής βρήκε τη λύρα και ο Πάνας η θεότητα της Αρκαδίας που επινόησε το δημοφιλές όργανο των βοσκών της Ελλάδας .

Ο κοινωνικός χαρακτήρας των Αρκάδων ήταν ευεργετικά επηρεασμένος από αυτή την επίδραση. Διασκέδαζαν με τα δικά τους μέσα, της τραχύτητας , που θα την έχουν πάρει κατά τα αλλά από την τραχύτητα του εδάφους τους και τη δριμύτητα του κλίματος τους. Και με αυτόν τον τρόπο με μια ευχάριστη ανταπόδοση αυτές ακριβώς οι αιτίες, που τους παρόρμησαν προς έναν άκαμπτο και άγριο τρόπο ζωής, τροφοδοτούσαν πιο αποδοτικά μέσα για να τους επαναφέρουν από εκείνες τις ίδιες ροπές, ώστε να εξοικειώνονται με μια πιο εκλεπτυσμένη φύση.

Ειπώθηκε από ένα συγγραφέα που δε ζει πια για να τον ρωτήσουμε, δηλαδή από το γηγενή ιστορικό Πολύβιο, ότι οι κάτοικοι του χωριού ΚΥΝΑΙΘΑ ήταν οι μόνοι από όλους κατοίκους της Αρκαδίας, που αντιστέκονταν στην επιρροή της εθνικής μουσικής και αυτό οφειλόταν στην περίπτωση αυτή στην αυστηρότητα και το αφιλόξενο του χαρακτήρα τους, που τους διακρίνει από τους άλλους συμπατριώτες τους. Τέτοιας μορφής ήταν αρκετά από τα αποτελέσματα, που παράγονταν εκείνη την εποχή από το έδαφος και το κλίμα αυτής της περιοχής.

Είναι άξιο επισήμανσης ότι όλα όσα συνδέονταν με τις απασχολήσεις και διασκεδάσεις σε άλλες χώρες, παράγονταν και διατηρούνταν και στην Αρκαδία. Σαν απόδειξη μπορεί να παρατεθεί το γεγονός ότι, όταν ο βουκολικός ποιητής της Ιταλίας συνέθετε το διδακτικό ποίημά του για τις εργασίες της αγροτική ζωής, μεταφέρθηκε μακριά από την πατρίδα του στην Ελλάδα και άρχισε να αντλεί τις εμπνεύσεις του, όχι από τους ποταμούς και τα βουνά, από τα λιβάδια και τα αμπέλια της δικής του όμορφης γης, ούτε από εκείνα που στόλιζαν τα ωραιότερα μέρη από αυτά που τότε συνέθετε την ποίησή του, αλλά από τα απότομα βουνά και τα άγονα βοσκοτόπια της Αρκαδίας. Δεν ήταν οι μαγευτικές πλαγιές των Απεννίνων, ούτε οι καλυμμένες με αμπέλια πλαγιές του Βεζούβιου, αλλά τα Αρκαδικά βουνά του Μαινάλου και του Λυκαίου. Ήταν οι βουκολικοί Έλληνες και ο Παρνασσός που ενέπνευσαν το ΒΙΡΓΙΛΙΟ.

Υπάρχει ένα άλλο αποτέλεσμα, που αντλείται από μια πηγή παρόμοια με αυτή, που μόλις προαναφέραμε και που δεν πρέπει να παραμελείται σε μια απόπειρα να διαμορφωθεί μια εκτίμηση του κοινωνικού χαρακτήρα των κατοίκών αυτής της περιοχής και των φυσικών αιτίων που οδήγησαν σε αυτή την εξέλιξη. Η ζωή των ποιμένων είναι κατ’ ανάγκη ενός αποδημητικού τύπου. Η επιλογή νέων βοσκότοπων και η προσωρινή εγκατάλειψη των παλαιών είναι τα γνώριμα και συνεχή καθήκοντα της ζωής τους. Αλλά η συνηθισμένη λειτουργία τους, που τους προσφέρει η αλλαγή από το ένα σκηνικό στο άλλο, έχει μια σταθερή τάση να εξασθενίζει την προσκόλλησή τους σε κάθε συγκεκριμένο σημείο και να παράγει ένα ανήσυχο χαρακτήρα και μια ανυπομονησία παρόμοιας υφής, που δεν είναι μόνον ευχάριστη για αυτό αλλά και αναγκαία.

Για το λόγο αυτόν παρήχθη ένα γνώρισμα στο χαρακτήρα των Αρκάδων, το οποίο προσέδωσε σε αυτόν λιγότερο σεβασμό από ότι αυτοί άντλησαν από την εντιμότητα και τη φιλοξενία τους και από την εξάσκηση εκείνων των άλλων αρετών, που είναι γενικά συνδεδεμένες με την ιδέα της βουκολικής ζωής.

. . . . . .

Το φρούριο της Καρύταινας


Αρχή σελίδας

Προσαρμογή: Μαρία Βούλη, Θ. Νικολάου
Copyright 2003©

Τελευταία ενημέρωση: 31/05/2007
Ιστορικά Θέματα
Copyright 2001© - Δ. τόπος ΑΡΚΑΔΙΑ