Το Δημοτικό Τραγούδι
Η Γνησιότερη Έκφραση της Ελληνικής Ψυχής


 
Σελ. 1, 2, 3, 4

 

 

Σ' αυτόν τον κόσμο πού 'μαστε, άλλοι τον είχαν πρώτα
Σε μας τον παραδώσανε κι άλλοι τον καρτεράνε,
Καλότυχα είναι τα βουνά, ποτέ τους δεν γερνάνε,
Το καλοκαίρι πράσινα και το χειμώνα χιόνι.


Τι είναι το δημοτικό τραγούδι που εκφράζει τον Έλληνα περισσότερο από κάθε άλλη λογοτεχνική παραγωγή;

Το δημοτικό μας τραγούδι είναι ποίηση και μουσική, είναι λόγος και μουσική. Αρχικά δημιουργήθηκε από το λαϊκό τραγουδιστή, πέρασε όμως στο στόμα του λαού, γιατί βρήκε ανταπόκριση στη λαϊκή ψυχή. Εξ' άλλου κάθε στοιχείο αντιποιητικό, όπως πλατειασμός, φραστικές αδεξιότητες, αποκρουστικές χασμωδίες κλπ. με την τριβή των χρόνων και το πέρασμα του τραγουδιού από χιλιάδες στόματα έχει αποβληθεί και έχει κατασταλάξει, έτσι όπως θέλει η λαϊκή ψυχή, για να εκδηλωθεί στις διάφορες πτυχές της. Τα δημοτικά τραγούδια μας αποβαίνουν το αψευδές κάτοπτρο πάνω στο οποίο καθρεπτίζεται ο κατ΄ ουσία ατομικός και ο εθνικός βίος ενός λαού. Οι αψευδέστερες μαρτυρίες και οι καλύτερες αποδείξεις της εθνικής μας ζωής είναι τα δημοτικά μας τραγούδια και οι εθνικές μας παραδόσεις.

Η λέξη "τραγούδι" παράγεται από την αρχαία λέξη "τραγωδία" και το χρησιμοποιεί ο λαός για να δηλώσει κάθε είδους άσμα. Αν θελήσουμε ν' αναζητήσουμε τις πρώτες ρίζες του δημοτικού μας τραγουδιού, θα δούμε ότι αυτές χάνονται μέσα στο χρόνο. Ασφαλώς υπήρχε και πριν από τον Όμηρο, αποτέλεσε αυτό τι βάσεις και το υλικό που δημιουργήθηκαν τ' αθάνατα ομηρικά έπη. Γιατί, όπως γράφει ο Κ. Θ. Δημαράς στη "Νεοελληνική Λογοτεχνία", σ' αυτούς τους τόπους, σ' αυτά τα ξερά και γυμνά χώματα απάνω έζησαν, χάρηκαν, λυπήθηκαν, αγάπησαν, μίσησαν και πέθαναν γενεές και γενεές ανθρώπων, χωρίς καμιά διακοπή. Όπως είχε κλάψει η κόρη το χαμό της μάνας της, με όμοιο τρόπο έκλαψαν κι εκείνη λίγα χρόνια αργότερα τα παιδιά της. Τα τραγούδια που τραγουδούσε και χόρευε ο γιος στα γλέντια και στα πανηγύρια, τα ίδια αυτά μάθαινε αργότερα, γέρος, στ΄ αγγόνια του, για να συνεχισθεί έτσι αδιάκοπη η αλυσίδα του χτες με το σήμερα και το αύριο. Ο ρυθμός του μύλου που γύριζε και συνόδευε το τραγούδι του μυλωνά, ο παλμός των παλικαριών που τραβούσαν το κουπί, αλαφρώνοντας τον κόπο τους με το τραγούδι, έμειναν ίδιοι μέσα στους αιώνες και "ό,τι άπαξ ευρέθη, εδοκιμάσθη και ενεκρίθη υπό του λαού, δεν εγκαταλείπεται ευκόλως".

Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για το χορό. Σέρνω το χορό λέμε ακόμα στα χωριά μας, συρτός λέγεται ο επικρατέστερος από τους δημοτικού μας χορούς, που, όπως και ο τσάμικος, έχει αρχαία την προέλευση. Σε κάποιο μέρος της Βοιωτίας ένας πλούσιος γαιοκτήμονας θέλει να αναστήσει τα παλαιά έθιμα του τόπου του και να γυρίσει πίσω στην παράδοση. Βρισκόμαστε στη Ρωμαιοκρατία. Η προσπάθειά του αυτή έχει αποθανατιστεί σε μια επιγραφή πάνω στην οποία αναγράφονται τα εξής: "Και την των συρτών πάτριον όρχησιν θεοσεβώς επετέλεσεν". Από τούτο συνάγεται ότι οι Έλληνες από τότε χόρευαν το συρτό, αλλά κι ήταν αυτός συνδεδεμένος με την παλαιή παράδοση και τα έθιμά τους.

Ένα αρχαίο μυλικό τραγούδι αρχίζει: "άλει, μύλε, άλει" και το αντίστοιχο του καιρού μας: "άλεθε μύλε, άλεθε". Έτσι και στα εορταστικά. Ο ιστορικός Θέογνις ανέφερε ότι στο νησί της Ρόδου ήταν παλαιότατο έθιμο, δεμένο με τις παραδόσεις, για τον Κλεόβουλο. Τα παιδιά σε μια ορισμένη χρονιάρα μέρα γύριζαν στα σπίτια, τραγουδώντας κάποιο τραγούδι και μάζευαν έτσι μικρά δώρα. Το τραγούδι τους άρχιζε μα τα λόγια: "Ήλθεν, ήλθεν η χελιδών". Το ίδιο αυτό έθιμο, τα χελιδονίσματα, τα ξαναβρίσκομε στους Βυζαντινούς με το ίδιο τραγούδι. Έχει δε επιζήσει και ως τους χρόνους μας με τα ίδια αυτά λόγια: "Ήλθε, ήλθε η χελιδόνα".

Την 1η Μαρτίου τα παιδιά σε διάφορες ελληνικές περιοχές έχουν το έθιμο να γυρίζουν στα σπίτια ψάλλοντας το τραγούδι αυτό και μαζεύοντας δώρα. Ανάμεσα στους τόπους όπου το έθιμο αυτό επιζεί είναι και η Ρόδος. Παρά τους απανωτούς υλικούς αφανισμούς που προκάλεσαν Φράγκοι και Τούρκοι που επί αιώνες αλώνισαν τα χώματά της, μπόρεσε και κράτησε το έθιμο, τρανταχτό κι αυτό δείγμα της ιστορικής ενότητας του πολιτισμού μας. Σημειώνουμε εδώ ότι πολλοί ξένοι μππήκαν κατά καιρούς στον τόπο μας, όμως ελάχιστα ή καθόλου σημάδια άφησαν στο πέρασμά τους. Κι αυτό διότι τα πολεμικά στίφη που κατέβαιναν δεν ήταν φορείς συγκροτημένου πολιτισμού, αλλά κυρίως διότι σπάνια έφερναν μαζί τους τη γυνάικα, σταθερό φορέα του λαϊκού πολιτισμού. Το σημαντικότερο κατά τη γνώμη του γράφοντος, ήταν ότι εδώ συναντούσαν δυναμικότερο πολιτισμό και αφομοιώνοντας από αυτόν.

Έτσι λοιπόν, σφιχταγκαλιασμένα έθιμο, τραγούδι και λόγος πέρασαν τους αιώνες και τις μπόρες της ιστορίας από τη κλασσική αρχαία ή προκλασσική εποχή ως τους χρόνους μας. Το κακό είναι ότι ελάχιστα τραγούδια τις παλαιότερες εποχές έχουν αποθησαυριστεί. Από τα λιγοστά όμως που έχουν καταγραφτεί, βλέπουμε πόσο θαυμαστά επίμονη είναι η παράδοση. Έτσι παρατήρησε ο Ζαν Βαντ Μπονζ ότι στο τραγούδι του Αρμούρη, που είχε σωθεί σε χειρόγραφο του του ιε', πιθανόν, αιώνα και ανάγεται στον ι' αιώνα, υπάρχουν στίχοι που σώζονται ακέραιοι στην προφορική παράδοση του τραγουδιού (ιθ' αιώνας).

"Προτού να πιάσει επιάνετον, προτού να σείσει εσιέτον"
(γραπτή παράδοση)
"Πριν να το πιάσει επιάνοντο, πριν να το σεισ' εσειότο"
(προφορική παράδοση)

Και σε τραγούδια που δημοσιεύτηκαν σε μεταγενέστερα χειρόγραφα, βρίσκει κανείς εντυπωσιακές συμπτώσεις με την προφορική παράδοση. Ένα χειρόγραφο του ις' αιώνα δίνει τον ακόλουθο στίχο:

Μόνε να σου κι' Ανδρόνικος στη πόρτα καβαλλάρης.

Η προφορική:

"Και να τος και Ανδρόνικος στους κάμπους καβαλλάρης"

Τα τεκμήρια αυτά είναι πειστικά γιατί τα κείμενα αυτά δεν έχουν ποτέ τυπωθεί. Τα τυπωμένα κείμενα πάντα μπορούσαν να νοθέψουν την προφορική παράδοση. Από τα ελάχιστα που βρίσκονται αποθησαυρισμένα σε παλιά έντυπα είναι και το ακόλουθο, σε βιβλίο του 1584:

"Η Τζόγια μου τη αγαπώ, η Τζόγια μου τη θέλω,
και κάμετέ μου μάγιτα να την αλησμονήσω,
φορέζετέ μου σίδερα και σώσετέ μου βάθο
να με βαρούν τα σίδερα, να με σκεπάζει ο βάθος.
Και βάλητε εις τον κόλπον μου τρικέφαλον οφίτην,
Να με δαγκάνει το θεριό, να την αλησμονήσω."

Προϋπόθεση δημιουργίας του Δημοτικού τραγουδιού είναι η έλλειψη μέσων επικοινωνίας. Σήμερα που υπάρχουν άφθονα τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, είναι αμφίβολο το κατά πόσον μπορεί να δημιουργηθεί και διατηρηθεί γνήσιο δημοτικό τραγούδι.

Τα δημοτικά μας τραγούδια συνέλεξαν από την πηγή τους, τον ίδιο δηλαδή τον λαό, Έλληνες και ξένοι σε συλλογές, όπως ο Γάλλος Claude Fauriel, o Brunet de Presle, ο Arnoldus Passow, ο Ν. Πολίτης, ο Πετρόπουλος, ο Σπυριδάκης κ.ά. Οι παλαιότεροι δεν απέβλεψαν στην πιστή καταγραφή των δημοτικών τραγουδιών, αλλ' αντίθετα, πίστεψαν πως έχουν εκδοτικό χρέος να τα αλλοιώσουν και να τα βελτιώσουν, σύμφωνα με τη αντίληψή τους, είτε γλωσσικά είτε, γενικότερα, αισθητικά. Χρησιμοποίησαν δηλαδή τη μέθοδο της παραμόρφωσης.

Ειδική μνεία θα πρέπει να γίνει στον Claude Fauriel, καθηγητή των Γλωσσών και της Λογοτεχνίας της Νότιας Ευρώπης στη Σορβόνη, από το Saint-Etienne της Γαλλίας (1772-1844). Ο Fauriel, μεγάλος πνευματικός φιλέλληνας, συγκέντρωσε και ταξινόμησε ένα μεγάλο αριθμό ελληνικών δημοτικών τραγουδιών και τα παρουσίασε στην έκδοση "Νεολληνικά Τραγούδια" ("Chants populaires de la Grece moderne" I-II, a Paris 1824 -1825). Με το έργο του αυτό έδειξε στο ευρύτερο ευρωπαϊκό κοινό τα αναμφισβήτητα δικαιώματα των Νεοελλήνων για ελευθερία, προσφέροντας έτσι μια ανεκτίμητη ηθική βοήθεια στον απελευθερωτικό τους αγώνα.

Ο Ν. Πολίτης χρησιμοποίησε τη μέθοδο της αποκατάστασης, έκαμε επιλογή στίχων με αισθητικό κριτήριο. Η μέθοδος αυτή επικρίθηκε από τον Αποστολάκη. Αλλά και αυτού η επέμβαση πρέπει να είναι συντηρητική, δηλαδή να γίνεται δηλαδή όπου υπάρχουν ασάφειες ή παραλείψεις.

Θανάσης Χοδραλής, Σχολικός Σύμβουλος
Copyright 2006©
 
 
 


Τελευταία ενημέρωση: 01/03/2006

Παράδοση

Copyright © 2001 Δ. τόπος ΑΡΚΑΔΙΑ