Οδοιπορικό στα γεφύρια της Αρκαδίας


H Αρκαδία και τα γεφύρια της
   
 
Τόποι και Τοποθεσίες
Παράδοση

H Αρκαδία είναι η καρδιά της Πελοποννήσου και ο πιο μεγάλος νομός της. Είναι ένας τόπος με πολλά βουνά, φαράγγια, χαράδρες, δάση και ποτάμια. Ένα Σαββατοκύριακο, θα μπορούσε κάποιος περιηγητής-προσκυνητής περιδιαβαίνοντας την να θαυμάσει αυτό το όμορφο ειδυλλιακό τοπίο, ίσως κάπου άγριο, να ακούσει το θρόισμα των φύλλων των δένδρων, το κελάρυσμα των νερών, τη σύριγγα του Πάνα, να αισθανθεί το «αρκαδικόν ιδεώδες».

Η πρόσβασή του από το ένα χωριό στο άλλο σήμερα γίνεται εύκολα. Στα παλιά όμως χρόνια το οδικό δίκτυο ήταν ανύπαρκτο, λόγω των ορεινών όγκων, των ορμητικών χειμάρρων και των ποταμών. Έτσι η μετακίνηση των ανθρώπων , η επικοινωνία και η μεταφορά των προϊόντων τους ήταν δύσκολη. Με τα ζώα, που ήταν τα μεταφορικά τους μέσα, φορτωμένα περπατούσαν ώρες ολόκληρες με άσχημες καιρικές συνθήκες μέσα από δύσβατα μονοπάτια, απότομες πλαγιές για να φθάσουν στον προορισμό τους. Πολλές φορές όμως δεν τα κατάφερναν, γιατί κάποιος χείμαρρος είχε «φουσκώσει», η στάθμη του ποταμού είχε ανέβει… , οι κορμοί των δένδρων που συνέδεαν τις όχθες και θα περνούσαν το ποτάμι είχαν παρασυρθεί από τις θεομηνίες. Τότε οι άνθρωποι κάθονταν και κοιτούσαν αδύναμοι, αποσβολωμένοι , και αν μετέφεραν με τα «ξυλοκρέβατα» κάποιον άρρωστο, τα πράγματα ήταν ακόμα χειρότερα…

Το μεγάλο αυτό πρόβλημα της επικοινωνίας έπρεπε όμως να αντιμετωπιστεί. Άνθρωποι δραστήριοι, δημιουργικοί, επινοητικοί αποφάσισαν να γεφυρώσουν τα ποτάμια χτίζοντας πετρόκτιστα γεφύρια. Τα τεχνικά μέσα που διέθεταν ήταν δυστυχώς υποτυπώδη. Διέθεταν όμως φαντασία, μεράκι και φυσικά άφθονη πέτρα. Η θέλησή τους ήταν μεγάλη. Ήθελαν να μπορούν να επικοινωνούν με τα γύρω χωριά, τους συνανθρώπους τους και να αποκλείονται με την πρώτη κακοκαιρία. Γι’ αυτό κατασκεύασαν τα γεφύρια, τα μεγάλα τεχνικά έργα εκείνης της εποχής, τα οποία από τη μια διευκόλυναν την καθημερινή τους ζωή και από την άλλη αποτέλεσαν αξιόλογα μνημεία της λαϊκής πολιτιστικής μας παράδοσης, τα περισσότερα από τα οποία διασώζονται μέχρι σήμερα.

Oι γεφυροποιοί ήταν αυτοδίδακτοι λαϊκοί τεχνίτες. Οι περισσότεροι ήταν από τα Λαγκάδια, την Κυνουρία, την Τσακωνιά, από ξένα μέρη, αλλά και σε διάφορα χωριά υπήρχαν ντόπιοι μαστόροι. Είχαν οργανωμένα συνεργεία, τα «μπουλούκια», όπως τα ονόμαζαν και τα αποτελούσαν ο πρωτομάστορας, οι χτίστες, οι λιθαράδες, οι λασπιτζίδες, οι πελεκάνοι, τα μαστορόπουλα και φυσικά τα ζώα τους για να μεταφέρουν την πέτρα και τα εργαλεία τους (λοστάρια, βαριές, κασμάδες, χτένια, σφυριά, ζύγια και μπαρούτι). Τα υλικά που χρησιμοποιούσαν ήταν η πέτρα και το κορασάνι. Το κορασάνι ήταν κονίαμα που φτιαχνόταν από άμμο ή χώμα, ασβέστη, τριμμένο κεραμίδι και μερικές φορές ασπράδι αυγών και μαλλιά ζώων. Έφευγε το «τσούρμο» την άνοιξη που άνοιγε ο καιρός και γυρνούσαν τον Αϊ Δημήτρη (Οκτώβρη), όταν ο καιρός «αγρίευε».

Οι μαστόροι αποφάσιζαν για τη θέση του γεφυριού με βάση το σταθερό έδαφος της θεμελίωσης, το πιο στενό πέρασμα του ποταμού και την κατεύθυνση του δρόμου που θα διευκόλυνε. Τρεις είναι οι μεγάλες δυσκολίες στην κατασκευή τους: α) η θεμελίωση, β) η κατασκευή τόξου και γ) η επιλογή της εποχής που θα χτιστεί το γεφύρι. Η επιλογή της εποχής ήταν πολλές φορές η πιο καθοριστική, αφού η ευόδωση του έργου σχετιζόταν με τη στάθμη και την ορμή των νερών και τις αναπάντεχες πλημμύρες, γι’ αυτό έπρεπε να τελειώσει πριν χειμωνιάσει. Η κατασκευή του ξεκινούσε και από τις δύο άκρες της καμάρας με δύο συνεργεία, δουλεύοντας παράλληλα και σύγχρονα, λέγεται μάλιστα ότι συναλλάσσονταν, ώστε του καθενός οι συνήθειες του κτισίματος να ισομοιράζονται. Σιγά σιγά φθάνανε στην κορυφή του τόξου κι εκεί στον άξονα σφήνωναν τον τελευταίο θολίτη , που λεγόταν κλειδί και έτσι «κλείδωνε» το γεφύρι. Κατα τη διάρκεια της κατασκευής οι μαστόροι μέχρι να το ξεκαλουπώσουν και να το παραδώσουν έτρεμαν από την αγωνία τους. Όταν όλα πήγαιναν καλά και τελείωναν ακολουθούσε μεγάλο γλέντι.

Οι χορηγοί των γεφυριών ήταν εύπορα άτομα, μεμονωμένα, όπως η «Κυρά» της Άκοβας ή συνεισφορές πλουσίων χωριανών, μεταναστών ή ιδρύματα. Αργότερα, όταν η Ελλάδα ελευθερώθηκε και οργανώθηκε πολλά γεφύρια εντάχθηκαν στα δημόσια έργα και εκτελέστηκαν από το κράτος. Τα γεφύρια αποτέλεσαν πολλές φορές πεδίον ανταγωνισμού των πολιτικών.

Παρακάτω παρουσιάζονται μερικά αντιπροσωπευτικά γεφύρια, σπουδαίας λαϊκής αρχιτεκτονικής, αποτελούν μέρος της πολιτισμικής μας παράδοσης και είναι διαχρονικά σύμβολα επικοινωνίας και τεχνολογικής προόδου. Η συντήρηση και προβολή τους είναι χρέος όλων μας.

 

Πηγές:

1. Αρκαδία – Οι τόποι και οι δρόμοι του νερού (Πέτρος Σαραντάκης)
2. Περιήγηση Αρκαδίας (Πέτρος Σαραντάκης).
3. Τα πέτρινα γεφύρια της Πελοποννήσου (Αργύρης Πετρονώτης)
4. Περιοδικό Διακοπές


Αρχή σελίδας
Αρχική σελίδα

Δήμητρα Γαϊτάνη-Συρεγγέλα
Φιλόλογος
Copyright 2003©

Τελευταία ενημέρωση: 01/06/2007

Αρχική Σελίδα

Copyright 2001© - Δ. τόπος ΑΡΚΑΔΙΑ