Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

- M -

μαγάρα, η η ακαθαρσία, το σκατό
μαγαρισμένος, η, ο ο ανήθικος, ο αρνησίθρησκος
μάγκανα, τα τα μαλώματα, οι τσακωμοί, οι φιλονικίες
μαγκούφης, ο ο μοναχικός, ο έρημος, ο μόνος στον κόσμο
μαδός, η ο ο μαλακός, η ψίχα του ψωμιού
μαέρεμα, το το μαγέρεμα, το φαγητό
μάζεψη, η η συνάθροιση, η συγκέντρωση
μαζούκλα, η σωρός τροφής, απόθεμα
μαηδέ μηδέ
μαθές βέβαια, φυσικά
μακεδονήσι, το ο μαϊντανός
μάκια,τα χαϊδευτικά τα φιλιά
μακρυσκοινίζω προσθέτω σχοινί ώστε να βοσκάει μακριά το δεμένο ζώο
μαλαγάνης, ο ο διπλωμάτης, ο δικολάβος, κατά μία έννοια ο κόλακας
μαλέτσικο, το το παιδάκι
μαλίνα, η η αρρώστια, το κρυολόγημα
μάμα, η το στομάχι της κότας
μανάρι, το το θρεφτάρι
μαναστήρι, το το μοναστήρι
μαναστηριακό ,το το μοναχικό, το έρημο.
μάνι μάνι τώρα αμέσως
μανιάρα, η το κλαδευτήρι
μανουσάκι, το το κυκλάμινο
μάνταλο, το σύρτης ασφαλείας
μαντάτο, το το νέο, η είδηση
μάντζα, η κομμάτι χώμα
μαντζουράνα η είδος αρωματικού φυτού με θεραπευτικές ιδιότητες
μαντρί, το περιφραγμένος χώρος όπου κλείνουν τα πρόβατα
μαραγκιάζω μαραίνομαι, ζαρώνω, καίγομαι από τον πάγο
μαράζι, το ο μεγάλος καημός
μαραζωμένος, η, ο ο ζαρωμένος από μεγάλο καημό, ο καχεκτικός ρ. μαραζώνω
μαραχουλάω πιάνοντας κάτι το ρυπαίνω και αχρηστεύεται
μαριόλικο, το το ναζιάρικο
μάρκαλος ο το ξευγάρωμα των αιγοπροβάτων
μαρμάγκα, η φαρμακερή, μεγαλόσωμη μαύρη αράχνη
μαρμάρα, η το στείρο θηλυκό ζώο
μασιά, η εργαλείο που χρησιμοποιείται στο τζάκι για τη φωτιά
μασκαντουράω φτύνω για να μη βασκάνω-ματιάσω-κάτι που θαυμάζω
μασκαντούρης ο ο όμορφος, ο επικίνδυνος να ματιαστεί
μασούρι, το λεπτό κομμάτι από καλάμι όπου τυλίγουν επάνω νήμα ή γνέμα
μαστραπάς, ο πήλινο, γυάλινο ή μεταλλικό δοχείο υγρών
μαστάρι, το το βυζί επί ζώων συνήθως
μασώ, να να μαζέψω
ματαράκι, το μεγάλο χοντρό μάλλινο στρώμα όπου μέσα φυλάγουν κουβέρτες
ματιάζω ρίχνω τη ματιά μου, το βλέμμα μου, μτφ βασκάνω
ματσούκι, το το ρόπαλο, μτφ ο ξυλοδαρμός
ματσουλάω σιγομασάω
μαυρόγειο, το το χωράφι με μαύρο χώμα
μαυροτσούκαλος, ο ο μαύρος σαν το τσουκάλι
μαχαλάς, ο η γειτονιά
μαχιάς, ο η κορυφή της στέγης
μαχμουρλής, ο κακοδιάθετος, ο κακόκεφος ο μισοάρρωστος
μαχτός, ο φαγητό για γουρούνια από αποφάγια
μεϊντάνι, το το ξάγναντο, η πλατεία, η αγορά
μέλα η είδος παράσιτου που φυτρώνει επάνω στα δέντρα όπως ο κισσός
μέλεγος ο είδος άγριου δέντρου με λείο και εύκαμπτο κορμό
μελεούνι, το αμέτρητο πλήθος
μελεύω διατηρώ ,εξοικονομώ
μελιγκώνι, το είδος μυρμηγκιού των δέντρων
μελιγκωνιάρης, ο αυτός που έχει μελιγκώνια
μελίστρα η χώρος κατάλληλος για τοποθέτηση κυψελών
μελιτάτη, η η ευλογιά
μερελός, ο ο τρελός
μερεμετάω επιδιορθώνω στα γρήγορα, μτφ η σεξουαλική πράξη
μεριδοχάρτι, το χαρτί από όπου ο παπάς διαβάζει και μνημονεύει τις ψυχές
μερμελητό, μερμέλημα ο πόνος από το τσίμπημα σφήκας ή μέλισσας ρ. μερμελάει
μεροδούλι, το το αντίτιμο μίας ημέρας δουλειάς
μερτικό, το το μερίδιο
μεσσένια, η η μεσσηνία
μεσικά, τα τα εντόσθια
μεσόκοπος, η, ο αυτός που έχει φτάσει στη μέση κυρίως της ηλικίας του
μετερίζι, το το οχύρωμα, η θέση μάχης
μέτσιος, ο ο αφελής, το κορόιδο, ο κουτός
μητάρι, το το νήμα που είναι τοποθετημένο επάνω στον αργαλειό
μιλιόρι, το το χρονιάρικο αρνί
μιλιόρα η η προβατίνα η πρωτόγεννη
μινέσκω μένω
μινέτι παράκληση, ικεσία
μισάντρα η ο ξύλινος ή καλαμένιος τοίχος εσωτερικής διαρρύθμισης
μισεύω ξενιτεύομαι, φεύγω στα ξένα
μισιακός, η, ο κάτι που μοιράζεσαι με κάποιον άλλον
μισογόμι το πρόσθετο φορτίο ανάμεσα στα δυό φορτία στο σαμάρι
μισοφόρι, το εσωτερικό γυναικείο ένδυμα
μισοχώρι, το εσωτερικός τοίχος σπιτιού
μοιράδι, το το μερτικό
μολεύω μολύνω
μολογάω -ω ομολογώ, συμφωνώ, διηγούμαι
μονά-ζυγά, τα έριδες ,γκρίνια
μονοτάρικος, η, ο μονοκόμματος
μορόζα, η η γυναίκα που συζεί με άντρα αστεφάνωτη
μόσκος, ο αρωματικό υγρό, κάθε δυνατή ευωδία
μοσχαναθρεμένος,η, ο ο μεγαλωμένος με όλες τις ανέσεις και όλα τα καλά
μοτσιάρα, η ο τόπος που είναι πάντοτε υγρός, η πρόστυχη γυναίκα
μουλί, το μέρος του στομαχιού των ζώων
μούλικο, το νόθο, εξώγαμο παιδί
μουλοχτός, ο ο μαζεμένος, ζαρωμένος από φόβο η υστεροβουλία
μουνουχάω ευνουχίζω, κόβω τα αχαμνά
μουνούχος, ο ο ευνούχος, αυτός που του έχουν κόψει τα αχαμνά
μούντζα, η χειρονομία με ανοιχτή την παλάμη ρ.μουτζώνω
μουντζαλιά η κηλίδα από μελάνι
μουντζούλι, το το σπυρί από τσίμπημα ή από μόλυνση
μουρτσούλια το χάραμα, μόλις αρχίσει να φέγγει
μουρχούτα, η πήλινο δοχείο
μουσαφίρης, ο ο φιλοξενούμενος
μούσκλια τα παράσιτα που καλύπτουν τους κορμούς των δέντρων
μούσκλια, τα βρυοειδείς πρασινάδες στα λιμνάζοντα νερά
Μούσκουρος –η -ο κατσίκα με γκρίζο τρίχωμα
μουσμουλεύω περπατάω σκυφτός και ψάχνω κάτι
μουστερής, ο ο πελάτης
μουστρίζω λερώνω ιδίως όταν τρώω
μουτσουνιάζω μουτρώνω, σκυθρωπάζω
μπαγλαρώνω δένω πισθάγκωνα κάποιον
μπαζίνα, η είδος ζυμαρικού της ώρας
μπαζώνω κατασκευάζω τον πάτο ξύλινου δοχείου
μπαιζοβγαίνω μπαινοβγαίνω
μπαϊλντίζω βαριεστώ
μπάκα, η η κοιλιά
μπακανιάρης, α, ικο αυτός που έχει μεγάλη κοιλιά
μπακίρια, τα τα σκεύη της κουζίνας που είναι από χαλκό
μπαλιος, ο ο κατάμαυρος με μια άσπρη βούλα στο κούτελο
μπαλκόνι, το η βεράντα
μπαλντούμια, τα τα λουριά που δένουν το σαμάρι επάνω στον γάιδαρο
μπάμπαλα, τα τα κουρέλια
μπαντανία, η μάλλινο υφαντό κλινοσκέπασμα
μπαξές, ο ο κήπος
μπάρα - μπάρα ακατάσχετη λογοδιάρροια , βαρ - βαρ κατά την αρχαιότητα
μπαράκι, το το νόθο, το εξώγαμο παιδί
μπαρέζι, το μεταξωτό κάλυμμα της κεφαλής
μπαρμπαλοδένομαι κουκουλώνω το κεφάλι μου με διάφορα μαντίλια που τα δένω
μπαρμπαλώνομαι κουκουλώνομαι
μπάστακας, ο μτφ.εκείνος που μένει ενοχλητικά ασάλευτος
μπαταλιακός, ια, ο το ρημαδιακό
μπαχαλός ο ο χαζός
μπεκόνι, το τράγος καλοθρεμμένος
μπελάς, ο η δύσκολη κατάσταση
μπελεγρίνια τα τα αρχίδια
μπελερίνα, η το σάλι
μπελεσιά, η είδος σχιστολιθικού πετρώματος
Μπέλιτσος –α -ο το πρόβατο που είναι κάτασπρο στο μουσούδι
μπερλίνα η υδρόβιο φυτό
μπερντάχι, το ο ξυλοδαρμός
μπερσίμι το η στριμμένη κλωστή
μπιζεύλι, ,το σιδερένια βέργα που συμπληρώνει τη ζεύλα του ζυγού
μπινάς,ο ο τοίχος
μπινιάρης, α, ικο ο δίδυμος
μπιρμπάντης, ο ο παιχνιδιάρης, ο ζωηρός
μπιρμπιλομάτα, η η γυναίκα με τα παιχνιδιάρικα μάτια
μπιστός, η, ο ο έμπιστος
μπιτ ολότελα
μπιχλιμπίδια τα μικροκατασκευάσματα,κοσμήματα κυρίως για παιδιά
μπλάστης ο κυλινδρικό ξύλο με το οποίο απλώνουν το φύλο από ζυμάρι
μπλιό πλέον
μπογάνα, η η γάστρα, πήλινο ταψί με σκέπασμα που το χώνουν στη χόβολη
μπόζα, η στάση κακιωμένου
μπόλια, η η πετσέτα
μπολιάρης, -α, -ικο αυτός που γυρίζει μέσα στους δρόμους και τις πόρτες
μπόλκα, η η ζακέτα
μπομπόλι, το μεγάλο μαύρο σαλιγκάρι
μπονώρα πολύ πρωί, το λυκαυγές
μποξάς, ο ένδυμα εξωτερικό χωρίς μανίκια
μπόρα, η η ξαφνική βροχή
μποστάνι, το περιβόλι με οπωροκηπευτικά
μποτσίκι το η άγρια κρεμμύδα
μπουγεύομαι παίζω κάπως άγαρμπα με κάτι
μπουγιουρντί ,το έγγραφο επιτιμητικό
μπουζουριάζω κλείνω στη φυλακή, τρώω λαίμαργα
μπουκούνι το μία γερή μπουκιά
μπουλαμάς, ο το φιλοδώρημα
μπούλμπερη, η η μπαρούτη
μπουλούκι, το ασύνταχτο πλήθος ανθρώπων ή ζώων
μπουλουμιά η ο κορμός από ξεραμένο ποώδες φυτό αγκάθι, καλοκαίρα κλπ
μπουρλιάζω περνάω την κλωστή
μπουρμπούλι, το το βραστό κρέας
μπουρμπουλίθρα η φουσκάλα από αέρα επάνω στο νερό
μπούρμπουνας ο σκαθάρι που ζεί από τις ακαθαρσίες των ζώων
μπουρμπούτσελο το το άγουρο κορόμηλο
μπουσουλάω κινούμαι με τα τέσσερα, κυρίως για παιδάκια
Μπουχάω - μπουχίζω καταβρέχω με κάποιο υγρό
μπουχός, ο η σκόνη από χώμα
μπόχα, η η κακοσμία, η βρώμα
μπράσκα η είδος βατράχου που βγαίνει στους δρόμους
μπρίκι το μεταλλικό κανάτι που πίνουν νερό ή κρασί
μπρίσκαλο το το άγουρο σύκο
μπρούκλης, ο ο ξενητεμένος που επιστρέφοντας φέρνει μεγάλη περιουσία
μπόλια, η το περιτόναιο, χειρομάντηλο κάτι σαν πετσέτα ή σφουγγόπανο
μωρ'γιάρανη μωρή μαύρη, κακομοίρα
μωροζώντανος, η, ο ο μισοζώντανος
μωρώνω παρηγορώ το μωρό
μώκος, ο ο βλάκας, ο άλαλος
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Top

Παράδοση

Κεντρική Σελίδα


Τελευταία ενημέρωση: 06/23/2003
Copyright 2001© - Δ. τόπος ΑΡΚΑΔΙΑ