Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

- Ξ -

ξάγι,το τα αλεστικά του μυλωνά σε είδος
ξάγναντο, το το ξέφωτο
ξαγουσεύω ξεκουράζομαι
ξαιθαλίζω ανασκαλίζω τη φωτιά να φύγει η στάχτη
ξεβραχιολίζουμαι σηκώνω ψηλά τα μανίκια μου
ξεγερεύω αναλαμβάνω στην υγεία μου μετά από κάποια αρρώστια
ξεγιαλίζω αλλάζω τρίχωμα μτφ γερεύω, παχαίνω
ξεγκοφιάζουμαι εξαρθρώνω το γοφό μου
ξεδραγκώνω ξεπιάνουμαι
ξέδομα το το ξεσκότισμα του νου
ξεζαλώνω ξεφορτώνω κάποιον
ξεθερμίζω ξεπλένω με ζεστό νερό
ξεκλωνισμένα,τα αυτά που έσπασαν ή κόπηκαν τα κλαδιά τους
ξεκουμπίζουμαι φεύγω κακήν κακώς
ξεκωλωμένη,η βαριά βρισιά, λέγεται όμως με αφέλεια
ξεκωλώνω ξεριζώνω
ξελακκώνω βγάζω το χώμα γύρω από τη ρίζα δέντρου
ξέλαση, η η ελεύθερη χωρίς πληρωμή εργασία
ξελάστρα,η το ξέφραγο το ελεύθερο χωράφι
ξελημεριάζω περνάω όλη τη μέρα μου
ξελόντζα,η υπόστεγο από κλαδιά που στεγάζουν πρόβατα
ξεμπροστοάζω αποκαλύπτω κάποιον σε αντιπαράθεση με κάποιον άλλον
ξένα,τα η ξενιτιά
ξενηστηκωμάρα,η η πείνα
ξεντρουλιαίνω τρελαίνω με το θόρυβο κάποιον
ξεπεζεύω ξεκαβαλικεύω
ξεπεταρούδι,το το πουλί που μόλις πέταξε από τη φωλιά του
ξερογιάζει του φεύγουν οι ρόγες
ξεροσταλίζω στέκομαι περιμένοντας κάποιον με αγωνία
ξερός,η ,ο πεθαμένος
ξεροτοιχιά,η τοίχος με πέτρες χωρίς λάσπη
ξεροφάϊ,το ξηρά τροφή
ξέσκουρα επιπόλαια
ξεσυνέρια,η η άμιλλα, ο ανταγωνισμός
ξέφερση, η δυστυχία, περάτωση
ξεχλιένω ανακουφίζομαι, ξεσκοτίζομαι
ξέχυσμα, το το εξάνθημα που βγαίνει στα χείλη μετά από πυρετό
ξόβεργα, η παγίδας για πουλιά
ξόμπλι το η συκοφαντία, το κουτσομπολιό
ξομπλιάζω κουτσομπολεύω, συκοφαντώ
ξυαρίζω καθαρίζω κάτι ξύνοντας
ξυλοκαρπιά, η ευφορία, καλή σοδειά από δέντρα
ξυστρί το εργαλείο με το οποίο έβγαζαν την τρίχα των αλόγων
ξέρα, η η ανομβρία
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Top

Παράδοση

Κεντρική Σελίδα


Τελευταία ενημέρωση: 06/23/2003
Copyright 2001© - Δ. τόπος ΑΡΚΑΔΙΑ