| βαγιόλι, το
|
πετσέτα
φαγητού |
| Βαλαντώνω
-ουμαι |
στενοχωριέμαι,
φλέγομαι από ερωτικό πάθος, αρρωσταίνω |
| βαρβάτο,το |
αρσενικό
ατίθασο και δυνατό, με πολλές ορμές |
| βαργκομισμένος,
ο |
ο λυπημένος,ο
δύσθυμος ρ. βαρυγκομώ |
| βαρκό το |
ελώδης τόπος,
βάλτος, βούρκος |
| βασταγό, το
|
το γαϊδούρι |
| βατοκόπι, το
|
κλαδευτήρι που
έχει πίσω μεγάλο ξύλο |
| βεδούρα, η |
ξύλινος κάδος,
κουβάς |
| βελάζω |
φωνάζω δυνατά
χωρίς να λέω τίποτε |
| βελάνι, το |
το βελανίδι |
| βέλασμα, το
|
φωνή
αιγοπροβάτου |
| βελέντζα, η
|
μάλλινο υφαντό
που δεν έχει πάει νεροτριβή |
| βίγλα, η |
σκοπιά σε
ύψωμα, παρατηρητήριο |
| βίκα, η |
η στάμνα,
πήλινο δοχείο για πόσιμο νερό |
| βίκος, ο |
ο μπιζελοειδές
φυτό κατάλληλο για κτηνοτροφή |
| βιλαέτι, το
|
η επαρχία |
| βιλάρι, το |
ο αργαλειός με
το νήμα |
| βισγάντι το
|
κατάπλασμα από
βισγαντόμυιγες, θεραπευτικό για ρευματισμούς |
| βισγαντόμυγα
η |
είδος μυίγας
με κιτρινόμαυρες ρίγες |
| βίτσα, η |
βέργα λεπτή,
μαστίγιο |
| βλογάει (δε)
|
δεν υπάρχει
ούτε για δείγμα |
| βοϊδομάτης ο
|
αυτός που έχει
μεγάλα μάτια |
| βολές, οι |
φορές |
| βουρλίζομαι
|
περιστρέφομαι
σαν σβούρα, βρίσκομαι σε έξαλλη κατάσταση |
| βρακοζώνι, το
|
η ζώνη του
πανταλονιού |
| βρούντζος ο
|
η χρυσόμυγα |
| βρωμίστρα η
|
το χωράφι απ'
όπου θερίστηκε μόλις βρώμη |