|
|
- Ψ -
| ψαλίδια, τα | τα ξύλα της στέγης |
| ψαρέγγλα, η | η σουσουράδα |
| ψαροκασέλλα, η | μτφ η γυναίκα η βρώμικη και χοντρή |
| ψιλολιές, οι | οι ελιές για παραγωγή λαδιού, οι ψιλές ελιές |
| ψιχάλα, η | σιγανή βροχή |
| ψυχοκέρι, το | πολύκλωνο κερί που ανάβουν στους πεθαμένους |
| ψυχοπαίδι, το | παιδί ξένο, ορφανό, που έπαιρναν οικότροφο, για δουλειές |
| ψυχοπονιέμαι | λυπάμαι, σπλαχνίζουμαι, συμπαθώ |
|
||||||||||||||||||||||||
|
|
||
| Τελευταία ενημέρωση: 06/23/2003 |
||
|
Copyright 2001© - Δ. τόπος ΑΡΚΑΔΙΑ
|
||