|
Καλώς τα τα πουλάκια μου |
|
|
|
Καλώς τα τα
πουλάκια μου
που 'ρθαν στη γειτονιά μου,
μου φέρνουν χαιρετίσματα,
το ντέρτι της καρδιάς μου,
το άχου ντέρτι γίνεται,
κι ο πόνος δεν περνάει.
Παίρνω και πάω στο γιατρό,
να δω την αρρώστια μου
και ο γιατρός μου έλεγε.
Περίμενε λεβέντη μου,
ν' ανοίξω τα χαρτιά μου.
Περίμενα ο βαριόμοιρος,
απ' το πρωί ως το βράδυ,
και τα χαρτιά του εκοίταξε,
δεν μου βρισκε ντελμάνι.
Ξένε μου σύρε στο καλό
και συ αρρώστια δεν έχεις.
Παίρνω τα χέρια σταυρωτά
και την καρδιά κρατώντας,
βλέπω την κόρη να 'ρχεται
παίζοντας και γελώντας.
Κόρη μ' εσύ 'σαι ο γιατρός
και 'γώ 'μ' ο λαβωμένος. |
|
|
|