Χήρας υγιός παντρεύεται

Χήρας υγιός παντρεύεται και παίρνει προσφυγούλα
κι η μάνα του σαν τ' άκουσε, πολύ της βαριεφάνει.
Φέρνει δυό φίδι' απ' το βουνό και της τα τηγανίζει.
Κόπιασε νύφη για να φας χέλια τηγανισμένα.
Από την μάνα μ' έρχομαι κι είμαι τυλωμένη.
Νύφη δεν καταδέχεσαι ένα μεζέ να πάρεις;
Και να για το χατίρι σου, δυό πιρουνιές να πάρω.
Πρώτη μπουκιά που έβανε, λίγο νερό γυρεύει
κι ώσπου να φέρουν το νερό τη βρίσκουν πεθαμένη.
Να σου κι ο γιος οπ' έφτασε, κλαίγοντας και θρηνώντας.
Θεριό μάνα χαρά σου τα, παιδί. νύφη δε θα 'χεις.
Χρυσό μαχαίρι έβγαλε, το μπήγει στην καρδιά του.
Τα πήγαν και τα θάψανε στην άκρη το περβόλι.
στο 'να φυτρώνει κάλαμος και στ άλλο κυπαρίσσι..
Όντας φυσάει ο άνεμος, λυγάει το κυπαρίσσι,
λυγάει και ο κάλαμος και σμίγουν σαν και πρώτα.
Κι η μάνα του τ' αγνάντευε από το παραθύρι.
Για ειδές τα τα καψόχρονα, τα νεκροταμπλιασμένα,
όπως φιλιούνταν ζωντανά, φιλιούνται πεθαμένα.