|
Ο κάμπος επρασίνισεν |
|
|
|
Ο κάμπος επρασίνισεν απ'
τα πολλά λουλούδια |
|
και συ δεν βγαίνεις να σε
ειδώ αγάπη μου καινούρια. |
|
Τον ταμπουρά μου τσάκισα
κυρά μου στην αυλή σου |
|
για ένα φιλί που μου '
ταξες εσύ και η αδερφή σου |
| 5 |
Δωσ' μου το κόρη το φιλί,
δώσ' μου το μη λυπάσαι |
|
στον κάτου κόσμο θα το
βρεις κρεβάτι να κοιμάσαι |
|
Ποιος είδε ψάρι στο
βουνό, τη θάλασσα σπαρμένη |
|
ποιος έχει τούτον τον
καιρό αγάπη μπιστεμένη. |
|
Ποιος είδε γρίβο άλογο
σε πράσινο λιβάδι |
| 10 |
και ποιος κορίτσι έμορφο
κοντά σε παλικάρι. |
|
Δεν σου το δίνω το φιλί,
γιατί 'σαι μαρτυριάρης |
|
όπου βρεθείς κι όπου
σταθείς εμένα κουβεντιάζεις. |
|
Δεν είμαι φύλλο να κοπώ,
λυγιά για να λυγίσω |
|
δεν είμαι τόσο
αδιάντροπος για να σε μαρτυρήσω. |
| 15 |
Θα σου το δώσω το φιλί να
μη βαριά αρρωστήσεις |
|
μα στο Θεό να ορκιστείς
να μη το μαρτυρήσεις. |
|
Στό 'πα και στο
παράγγειλα, στο λε' και μοναχός μου |
|
τα μαύρα ρούχα μη φοράς
γιατ, είν' ο θάνατος μου. |
|
Θέλω να σκίσω το βουνό με
της ελιάς το φύλλο |
| 20 |
και να 'βρω άνθρωπο
μπιστό δυό λόγια να σου στείλω |
|
Όσ’ άστρα έχει ο ουρανός
κι η Πάτρα παρεθύρια |
|
τόσες φορές θα σε φιλώ
στα μάτια και στα φρύδια. |
|
|