|
Το βλέπεις κείνο το
βουνό (Αναστασιά) |
|
|
|
Το βλέπεις κείνο το
βουνό πουν' πιο ψηλ' από τ' άλλα, |
|
εκεί 'ναι πύργος
γυάλινος με κρουσταλλένια τζάμια, |
|
μέσα κοιμάται μία ξανθιά
μίας χήρας θυγατέρα |
|
και πως να την
ξυπνήσουμε και πως να της το πούμε;
|
| 5 |
Ξύπνα καημένη Αναστασιά,
ξύπνα κι άναψε τη φωτιά, |
|
ξύπνα κι άναψε τη φωτιά
και σβήσε το λυχνάρι, |
|
γιατί μας
πήρε η χαραυγή, το δόλιο μεσημέρι |
|
παν τα πουλάκια για
βοσκή κι οι λυγερές στη βρύση, |
|
πάνε να πάρουνε νερό, να
πιουν και να γεμίσουν. |
|
|