Το δημοτικό τραγούδι του κάστρου της Ωριάς

Σωσμένο από τη λαϊκή παράδοση το δημοτικό τραγούδι αυτό, αφηγείται τον τρόπο με τον οποίο πάρθηκε από τους Τούρκους το κάστρο της Ωριάς, κοντά στον Αγιο Πέτρο Κυνουρίας, κάστρο που το διαφέντευε μια όμορφη Φράγκισα αρχόντισα, η οποία προτίμησε να πεθάνει παρά να παραδοθεί. 

Του κάστρου της Ωριάς
Όσα κάστρα κι αν είδα κι όσα λόγιασα
σαν της Ωριάς το κάστρο δεν ελόγιασα
Σαράντα πύργους έχει όλο μάλαγμα
κι άλλους σαρανταπέντε για τον πόλεμο
Τούρκος το πολεμάει χρόνους δώδεκα
και δεν μπορεί να το πατήσει
Ένας κακός Τουρκάκης ένας Κόνιαρος
πάγει στο βασιλέα και τον προσκυνά:
-Αφέντη βασιλέα, τ' ειν' το τάγμα σου;
-Χίλια φλωριά σε δίνω κι άλογο καλό
και δυο σπαθιά 'σημένια για τον πόλεμο
-Ουδέ τ' άσπρα σου θέλω ουδέ τα σπαθιά
μόνε την κόρη θέλω που 'ναι στα γυαλιά
-Ωσάν το κάστρο πάρεις, χάρισμα κι αυτή
Καλογεράκι εγίνη, ράσα φόρεσε
πάγει στην πόρταν, κλαίει, πέφτει, προσκυνάει
κλαίει και γονατίζει και παρακαλάει:
-Aνοιξε, την πόρτα την πόρτα της Ωριάς
πόρτα της μαυρομάτας της βασίλισσας.
-Συ εισ' ένας Τουρκάκης, ένας Κόνιαρος
φέυγα και σε σκοτώνουν, φέυγα, σε κρεμνούν
-Μα το σταυρόν, κυρά μου, μα την Παναγιάν
ουδέ Τουρκάκης είμαι ουδέ Κόνιαρος
είμαι καλογεράκης απ' ασκηταριό
της πείνας αποθαίνω και λυπήσου με
-Για δώτε τον ψωμάκι κι άμε στο καλό
-Κυρά, στην εκκλησίαν να προσευχηθώ
Aνοιξε την πόρτα, την πόρτα της Ωριάς
πόρτα της μαυρομάτας της βασίλισσας
-Για ρίξετε τους γάντζους να τον πάρετε
-Τα ράσα μ' είναι σάπια και ξεσχίζονται
-Για ρίξετε το σάκο να τον πάρετε
-Α, μη κυρά, το σάκο, κι αντραλίζομαι
Η πόρτα μισανοίγει, γέμισ' η αυλή.
Άλλοι στ' άσπρα χυθήκαν κι άλλοι στα φλωριά
κι αυτός μέσα στην κόρην, που 'ναι στα γυαλιά
κι η κόρη σαν τον είδε, έπεσε στο γιαλό