Το κλέφτικο τραγούδι

 
Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά (Real Audio)

Τα κλέφτικα τραγούδια δημιουργήθηκαν στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, μετά το 16ο αιώνα, εποχή που αρχίζει το "αρματολίκι", η έντονη επαναστατική δράση των Ελλήνων κλεφτών και αρματολών.

Τα τραγούδια αυτά εξυμνούν τον ηρωϊσμό, τα κατορθώματα, τον πόθο και τα οράματα για την ελευθερία στον αγώνα τους κατά των Τούρκων κατακτητών. Διηγούνται επίσης διάφορες πτυχές από τη δύσκολη ζωή τους στα βουνά, τα βάσανα και τις στερήσεις τους. Το είδος αυτό έχει δώσει πολλά υπέροχα πραγματικά τραγούδια, από ποιητική και μουσική άποψη. Τραγούδια που είχαν εντυπωσιάσει τον Claude Fauriel και τους άλλους ξένους μελετητές που ήλθαν στην Ελλάδα για να τα καταγράψουν.

Τα κλέφτικα τραγούδια, τσάμικα, καλαματιανά και τραπεζίτικα (του τραπεζιού), διακρίνονται για το ηρωϊκό, λεβέντικο και κάποιες φορές τραχύ ύφος τους. Μέχρι κα σήμερα εξακολουθούν να ασκούν μια ιδιαίτερη γοητεία στο λαό και χορεύονται και τραγουδιούνται στα γλέντια και στις εκδηλώσεις σ' ολόκληρη την Αρκαδία και την Πελοπόννησο.

 

1

Σήμερα είναι τ' Αϊ Γιαννιού, σήμερ' αλλάζει ο χρόνος
σήμερα στα Καλάβρυτα γίνεται πανηγύρι
μαζεύτηκαν τρεις αρχηγοί και τρεις καπεταναίοι
Ζαΐμης και Πετημεζάς και ο Κολοκοτρώνης
συμβούλιο εκάνανε, την Πάτρα για να πάρουν
να σβήσουν όλη την Τουρκιά, μαζί με τα τζαμιά τους.

2

Μαράθηκαν τα δέντρα κι όλα τα κλαριά
μαράθηκε κι ο Δήμος από τα κλάηματα
βγαίνει στα πέντ' αλώνια κι αγνάντια στο χωριό
βλέπει φωτιές να καίνε μες' τα σπίτια του
κι ένα κακό μεγάλο μες' στα πρόβατα
Ψιλή φωνίτσα βγάζει, όση του δίνεται
Κι η μάνα του του λέει και τον παρηγορεί
σώπα παιδί μου Δήμο και μην πικραίνεσαι
εγώ σπίτια σου φτιάχνω πύργους γυάλινους
Δεν κλαίω εγώ τα σπίτια μήτε τα πρόβατα
μον' κλαίω για τη γυναίκα κλαίω για τα παιδιά.

3

Στη μέση στα Καλάβρυτα στον πλάτανο από κάτω
τρεις γέροντες καθόσαντε, και οι τρεις καπεταναίοι
Ζαΐμης και Πετημεζάς και ο Κολοκοτρώνης
συμβούλιο εκάνανε την Πάτρα γεια να πάρουν
να κάψουν όλη την Τουρκιά και όλο τους τ' ασκέρι.

4

Γιώργη μου τι τοιμάζεσαι, τοιμάζεις τ' άρματά σου;
Στο Νιόκαστρο θέλω να πα, που γίνονται οι πολέμοι.
Κι αν σε σκοτώσουν τ αρφανό, ποιόν έχεις να σε κλάψεί;
Μένα με κλαίν τ αδέρφια μου, με κλαίνε οι δικοί μου.
Κι από κοντά σε κλαίω και γω, μαζί με τους δικούς σου.

5 Πηγή Real Audio

Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά κι ο ήλιος στα λαγκάδια
έτσι λάμπει κι η κλεφτουριά οι Κολοκοτρωναίοι
πόχουν τ’ ασήμια τα πολλά τις ασημένιες πάλες
καβάλα παν στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε
νοπού δεν καταδέχονται τη γη να την πατήσουν
καβάλα παίρν' αντίδερο απ' του παπά το χέρι
καβάλα βγήκαν κι έκατσαν στης εκκλησιάς την πόρτα
κι εκεί τους ήρθε η γραφή πικρή φαρμακωμένη
κι απόξω λέει τ' απόγραμμα και μέσα λέει το γράμμα
τ' αδέρφια σας σκοτώθηκαν στης Αιμιαλούς τ' αμπέλι
τους πρόδωσ' ο καλόγερος από το μοναστήρι.
Αστέ παιδιά να φύγουμε στον τόπο μας να πάμε
γιατί μας πλάκωσε η Τουρκιά, οι Αρβανιταράδες.

6

Λάμπει ο ήλιος στα βουνά λάμπει και στα λαγκάδια
λάμπει και στ' Αρκουδόρεμα στο δόλιο Λιμποβίσι
όπου 'ν' οι κλέφτες οι πολλοί οι Κολοκοτρωναίοι
πώχουν τ' ασήμια τα πολλά και τα πολλά τσαπράζια
καβάλα παν' στην εκκλησιά καβάλα προσκυνάνε
καβάλα παίρν' αντίδερο απ' του παπά το χέρι
καβάλα βγήκαν κι έκατσαν στο μαρμαρένιο αλώνι
κι ο Θοδωράκης μίλησε και λέει του Αντώνη
Ξήγα μ' Αντώνη τ όνειρο τι 'ναι κακό για μένα
Θελό ποτάμι πέρασα και πέρα δεν εβγήκα
και μου 'πεσε το φέσι μου κι η φούντα του σπαθιού μου
Στέκετ' Αντώνης και του λέει και τ όνειρο ξηγάει
Τ' αδέρφια σου σκοτώθηκαν στης Αιμιαλούς τ αμπέλια
τους πρόδωσ' ο καλόγερος από το μοναστήρι.

7

Καλόγερος εκλάδευε στης Αιμιαλούς τ' αμπέλια
κι οι κλέφτες τον αγνάντευαν από ψηλή ραχούλα
από μακριά τον χαιρετάν κι από κοντά του λένε
Ψωμί κρασί καλόγερε να φάν τα παλικάρια
Κοπιάστε απάνου στο ληνό να κάμετε λημέρι
Τήρα καλά καλόγερε να μη μας μαρτυρήσεις
σου κόβει ο Γιώργης τα μαλλιά κι ο Γιάννης το κεφάλι
Και κείνος πείσμα το 'βάλε, πολύ του 'κακοφάνει
τους άφησε και ξένοιασαν και πάει στη Δημητσάνα
ευθύς ντελάλη έβαλε σε τρεις μεριές στη χώρα
Μεσ' στο ληνό γιατάκιασα τους Κολοκοτρωναίους
μικροί μεγάλοι στ άρματα να πάμε για τους κλέφτες
Από μακριά τους έζωσαν κι από κοντά τους λένε
Εβγα Ζορμπά προσκύνησε μ' όλη τη συντροφιά σου
να σου χαρίσω τη ζωή και σεν' και τα παιδιά σου
Πως με περνάς Μπουλούμπαση, να βγώ να προσκυνήσω
που εγώ 'μ' ο Γιάννης ο Ζορμπάς κι αν σου βαστά ζυγώνεις
Δεν κόταγαν να πάν' κοντά τους έτρωγε το φίδι
Μα όσα φτερά και πούπουλα έχει η μαύρη η κότα
τόσα ντουφέκια πέφτανε μες στου ληνού την πόρτα.
Ρίξαν φωτιά μες' στο ληνό κουβάρια θειαφοκέρι
Πιάσαν οι κληματόβεργες κι ο Γιάννης τραγουδάει
Τώρα να δεις Μπουλούμπαση να ιδείς πως προσκυνάνε
δεν είναι μία δεν είναι δυό που σ έκαν' άνω κάτω
που σ' έκανα σαν το λαγό Μπουλούμπαση να τρέμεις
πολλές φορές τα γιόμισες πάλαι θα τα γιομίσεις
και το ντουφέκι τ άδειασε και κάνει ένα γιουρούσι
τρεις μπαταριές του ρίξανε και πέφτει λαβωμένος
και η φωτιά τον έζωσε και τ' άρματα δεν πιάνουν
του ρίχνουν κι άλλη μπαταριά και μούγκριζε σα λύκος.
Αφήνω γεια συντρόφοι μου με φάγαν οι μουρτάτες
Ο Θοδωρής αγνάντευε ψηλά 'πο την Κλεινίτσα
σήκω Φόρτο να φύγουμε στο Ζάκυνθο να πάμε
τι μας έζωσαν τα σκυλιά οι άπιστοι μουρτάτες.

8

Τρία πουλάκια πάν' ψηλά και το 'να χαμπηλώνει
και κείνο που χαμπήλωνε του Γιάννου πάει και λέει
εφτού που πας βρε και φιλείς, φιλείς τα μαύρα μάτια
φυλάξου μη σε πιάσουνε του Μπέη τα παλικάρια
Εμένα δε με πιάνουνε του Μπέη τα παλικάρια
γιατί έχω φίλους με φυλάν' κι αηδόνια μου το λένε
Σαββάτο του το έλεγε την Κυριακή τον πιάσαν
Χίλιοι τον πάν από μπροστά και δυό χιλιάδες πίσω
τον παν να τον κρεμάσουνε......................

9

Τι έχεις καημένε πλάτανε και στέκεις μαραμένος
μέρα και νύχτα στο νερό και πάλι μαραμένος;
Να μη σε χτύπησε Βοριάς κάνας κακός αέρας;
Είτε Βοριάς με φύσηξε, είτε κακός αέρας
Αλή Πασάς επέρασε μ' εξήντα δυό χιλιάδες
κι όλοι στον ίσκιο κάτσανε και όλοι στη δροσιά μου
κι όλοι σημάδι μ' έβαλαν και όλοι με χτυπούσαν
άλλοι στα φύλλα με χτυπούν και άλλοι στα κλωνάρια
κι αυτός ο γέρο Αλή Πασάς μεσ' στην καρδιά χτυπάει.

10

Με γέλασε μία χαραυγή τ' αστρί και το Φεγγάρι
και βγήκα νύχτα στα βουνά, νύχτα και στα λαγκάδια
κι έστρωσα την καπότα μου λίγον ύπνο να πάρω
Μηδ' έγειρα, είδε πλάγιασα μαειδέ τον ύπνο πήρα
κι ακώ μιας πέρδικας λαλιά μιας πετροκελαηδούσας
που το 'λεγε βραχνά βραχνά και παραπονεμένα
Σαν τι έχεις πέρδικα και κλαις και σκούζεις και φωνάζεις;
Μην είν' τ' αυγά σου μελανά και τα φτερά σου μαύρα;
Δεν είν' τ' αυγά μου μελανά και τα φτερά μου μαύρα
με κυνηγάει ένας αϊτός ένας κακοπετρίτης
μου φαγε τα πουλάκια μου και θελα φάει και μένα.

11

Αγγέλω κραίνει η μάνα σου δεν ξέρω τι σε θέλει
να μη σε θέλει για νερό ξύλα να πας να φέρεις;
Στη Τζήρεια βγαίνει ένας καπνός μα τι καπνός να είναι;
Μην καίγονται τα έλατα μην το βουνό γκρεμιέται;
Οι κλέφτες κάνουν μία χαρά παντρεύουν την Αγγέλω
της δίνουν χίλια πρόβατα και πεντακόσια γίδια
της δίνουν τ' άσπρο άλογο να περπατάει καβάλα
την παίρνει ένα κλεφτόπουλο ο γιος του καπετάνιου.

12

Μωρ' περδικούλα του Μοριά κοσμοπερπατημένη
εφτού ψηλά που πέτεσαι και χαμπηλά αγναντεύεις
μην είδες κλέφτες πουθενά τους Κολοκοτρωναίους;
εψές προψές τους είδαμε πέρα στα κλεφτοχώρια
είχαν αρνιά και σφάζανε και ρίχναν στο σημάδι.

13

Εμένα να με κλάψετε και να με λυπηθείτε
με την αγάπη που μπλεξα τούτο το Καλοκαίρι
όλη μερούλα σκεφτικός το βράδυ καραούλι
για μένα βρέχει ο Θεός για μένα ανταριάζει
Από μικρός ορφάνεψ' από μάνα από πατέρα
κι από μικρός παντρεύτηκα μικρή γυναίκα πήρα
έκατσα την ανάθρεψα σα μάνα σαν πατέρας
κι απάνου στο στεφάνωμα εβγήκα με τους κλέφτες
και που ν' αφήσω αυτή τη νια κι αυτή τη μαυρομάτα;
να την αφήκω σπίτι μας σκιάζουμε τους δικούς μου
να τηνε πάρω εδώ κοντά σκιάζουμε από τους κλέφτες
να την αφήκω στον παπά θα τη φιλήσει ο τράγος.

14

Μεσ' στον Αϊ Λιά στη ράχη
κάθετ' ο Μαντάς και γράφει
με φανάρια με λυχνάρια
με τρακόσια παλικάρια
πάει η Θανάσω να περάσει
σκιάζεται να μη την πιάσει
Πέρασε και μη φοβάσαι
και δικό μου ταίρι θα 'σαι
κι ότι σου χω καμωμένα
στο χαρτί τα 'χω γραμμένα
στο χαρτί και στο δεφτέρι
και στο παχουλό σου χέρι.

15

Του Κίτσου η μάνα κάθεται στην άκρη στο ποτάμι
με το ποτάμι μάλωνε και το πετροβολούσε
ποτάμι για λιγόστεψε ποτάμι γύρνα πίσω
για να περάσω αντίπερα στα κλέφτικα λημέρια
που 'χουν οι κλέφτες σύναξη κι όλοι οι καπεταναίοι
Τον Κίτσο τον επιάσανε, στην φυλακή τον πάνε
χίλιοι τον πάν' από μπροστά και δυο χιλιάδες πίσω
κι όλο ξοπίσω πήγαινεν η δόλια του η μανούλα
παιδί μου που 'ναι τ' άρματα.

16

Σαν πήρα έναν κατήφορο στην άκρη στό ποτάμι
και το ποτάμι ήταν θολό, θολό κατεβασμένο
παίρνει λιθάρια ριζιμιά δέντρα ξεριζωμένα
παίρνει και μια γλυκομηλιά στα μήλα φορτωμένη
κι ανάμεσα στους κλώνους της δυ' αδέρφια αγκαλιασμένα
το 'να το λένε Κωσταντή και τ' άλλο Θοδωράκη
για ειδέστε τα κακόμοιρα πως είν' αγκαλιασμένα.

17

Δωδεκα χρόνους έκανε η κόρη με τους κλέφτες
κανένας δεν κατάλαβε πως ήταν κορασίδα
και μία Λαμπρή μία Κυριακή μία πίσημον ημέρα
βγήκαν οι κλέφτες στο γλεντζιό να ρίξουν το λιθάρι
και η κόρη το πρωτόριξε, το 'ριξε το λιθάρι
μ' από το σείσμα το πολύ κι απ' την πολύ περηφάνια
εκόπει τ' αργυρό κουμπί κι εφάνει το βυζί της
Κι ένα μικρό κλεφτόπουλο τη γλέπει και γελάει
Τήρα καλά κλεφτόπουλο να μην το μαρτυρήσεις
τι θα σε κάνω και γαμπρό, γαμπρό στην αδερφή μου
Θέλεις την πρώτη μου αδερφή, θέλεις τη δεύτερή μου
θέλεις και τη μικρότερη τη Λαμπρογεννημένη
όπου γεννήθει τη Λαμπρή και λάμπει σαν τον ήλιο
βαίνει τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι αστήθι
βαίνει και τον αυγερινό τον κάνει δαχτυλίδι
και του κοράκου το φτερό το κάνει καμαροφρύδι
Εγώ τις αδερφούλες σου κουνιάδες θα τις κάνω
και σένα Θοδωρούλα μου γυναίκα θα σε πάρω.

18 (Από Παλούμπα Γορτυνίας) [τραπ.]

Τρεις σταυραετοί ν-κάθονταν σε τρία μαύρα λιθάρια
Και κλαίγανε τα ντέρτια τους και τα παράπονά τους.
Ο (έ)νας κλαίει που γέρασε και πια δεν ξεγερνάει
Κι ο άλλος κλάιει που μέθυσε και πια δεν ξεμεθάει.
Κι ο τρίτος που 'χασε τα πουλιά και πια πουλιά δεν κάνει.
Γυρίζει ο γερο-σταυραϊτός και λέι τουν αλλουνώνε:
-Εσύ αητέ που μέθυσες, πάλι θα ξεμεθύσεις
κι εσύ που 'χασες τα πουλιά, πάλι πουλιά θα κάνεις.
Εγώ να κλαί(ω) που γέρασα και πια δεν ξεγερνάω,
Κοντά 'γιναν τα πόδια μου κι έπεσαν τα φτερά μου
Και μου βαρύναν τα' άρματα και οι ασημομπιστόλες

19

Τρεις κλέφτες εροβόλαγαν

Τρεις κλέφτες εροβό-Γιάννη μ', εροβόλαγαν
μωρέ ν από-μωρέ ν από το Μενεγάκι,
τις μάντρες εροβόλαγαν, τις μάντρες του Μπαρκόσι
Τις μάντρες εροβόλαγαν, τις μάντρες ροβολάνε,
βρίσκουν (ε)να γέρο κι έσπερνε, το γέρο-Μπακογιάννη
κι από μακριά τον χαιρετούν κι από κοντά του λένε:
-Γεια σου-χαρά σου, γέροντα
-Καλώς τα παληκάρια.
-Μην είδες τι να γίνηκαν οι Κολοκοτρωναίοι;

[Μενεγάκι, Μπαρκόσι: Τοποθεσίες στα Δολιανά Κυνουρίας]


20 Στου Λάλα σφάζουν πρόβατα [τραπ].

Στου Λάλα σφάζουν πρόβατα, στη Δίβρη αγελάδες
και στα Λαγκάδια το χωριό σφάζουν τον Ντεληγιάννη,
ξήντα χρονώνε γέροντα, σαράντα Μωρογιάννη.
Πάει ο Κανέλλος στον πασά, πάει να προσκυνήσει.
-Κανέλλο, τι άργησες να ΄ρθεις, τόσον καιρό που λείπεις;
Κανέλλο, πού 'ναι οι γέροντες, ο γερο-Μωρογιάννης;
-Ο γέρος είναι άρρωστος, βαριά για να πεθάνει.

21 Ο Μαντάς ο Βουρβουραίος [μαντ]

Εσείς βουνά του Λιονταριού, δέντρα τ' Ανεμοδούρι
να μην επέρασε ο Μαντάς με δυο τρία μπαϊράκια;
-Εχτές προχτές επέρασε με δυο τρία μπαϊράκια.
Πήγε στη Βλαχοκερασιά στου Μπούμπουκα το σπίτι.
Κουμπάρες τονε καρτερούν με τα παιδιά στα χέρια:
-Καλώς τον τον κουμπάρο μας, καλώς τον, τον νουνό μας!
Φλουρά μοιράζει στα παιδιά και ντούπιες στις κουμπάρες
και στις κουμπαροπούλες του άσπρα και κακογρόσια.
Μ' αυτές τον εκεράσανε κρασί φαρμακωμένο.
-Κουμπάρα, τι έχει το κρασί κι είν' έτσι θολωμένο;
-Νονούλι μου, μας σώθηκε κι είν' απ' τα κατακάθια.
Ψιλή φωνίτσα ν-έβαλε, όση κι αν εδυνάστη:
-Κουμπάρα με φαρμάκωσες και πάω φαρμακωμένος.

[ Βούρβουρα Κυνουρίας ]

22. Τούτο κακό που πάθανε οι δόλιοι οι Λαζαίοι [τραπ].

Τούτο κακό που πάθανε (ν) οι δόλιοι οι Λαζαίοι
Κώστα και Δήμο μ', άη.
Τους σκλάβωσε ο Βελή πασάς, τους πήρε τις γυναίκες
Κώστα και Δήμο μ', άη .
Μπροστά πηγαίνει η Δήμαινα με τα παιδια στα χέρια
Κώστα και Δήμο μ', άη
και παραπίσω η Κώσταινα, κείνη η αντραδέλφη .
Κώστα και Δήμο μ', άη

23. Της Ρούμελης οι Μπέηδες [τραπ]

Της Ρούμελης οι Μπέηδες, του Δράμαλη οι πασάδες,
Στα Δερβενάκια κείτονται, κορμιά χωρίς κεφάλια.
Στρώμα (έ)χουνε τη μάυρη γη, προσκέφαλο την πέτρα
Και για πανωσκεπάσματα, τους πάγους και τα χιόνια.
Και οι διαβάτες που περνούν, κάθονται και ρωτάνε:
-Κορμιά που 'ν τα κεφάλια σας και που 'ναι τ' άρματά σας;

24. Τι έχουν οι κάμποι που βογκάν [τραπ]

Τι έχουν οι κάμποι που βογκάν, Βαγγέλη-μωρέ στρατηγέ,
Και τα βουνά που κλαίνε.
Σαν κλαίει και η δόλια, Βαγγέλη, η Ρού- μωρε η Ρούμελη.
Σαν κλαίει και η δόλια Ρούμελη, Βαγγέλη-μωρέ στρατηγέ,
Για δυο Ρουμελιωτάκια.
Σαν κλαίει του Κώστα η αδελφή, Βαγγέλη-μωρέ στρατηγέ,
Και του Βαγγέλη η μάνα, στο παρεθύρι,
Βαγγέλη κά- μωρέ κάθεται.

[από Καστρί Κυνουρίας]

25. Τρεις περδικούλες κάθονται [τραπ]

Τρεις περδικούλες κάθονται στη ράχη στο Λεβίδι.
Μα είχαν τα νύχια κόκκινα και τα φτερά βαμμένα.
Μοιρολογούσαν κι έλεγαν, μοιρολογιούν και λένε:
"Μα το κακό που γίνηκε, στη μέση στο Λεβίδι,
σκοτώσαν το Στριφτόμπολα, το δόλιο Αναγνώστη"

26. Τι έχεις καημένε κόρακα [τραπ]

Τι έχεις καημένε κόρακα, που σκούζεις και φωνάζεις;
Μα μη διψάς για αίματα, για τούρκικα κεφάλια;
Πέτα ψηλά στο Ζόμπελα κι αγνάντεψε τριγύρω,
να ιδείς κορμιά να πέφτουνε, κορμιά δίχως κεφάλια,
προσκέφαλο τη μαύρη γης, για στρώμα τα χορτάρια.

 

Σημ. Τα τραγούδια 1-17 έχουν ληφθεί από το βιβλίο του Ι. Ασημακόπουλου, "Αναζητώντας τις Ρίζες μας" (Αθήνα 2001). Τα υπόλοιπα από άλλες πηγές.


Ο Κλοντ-Σαρλ Φοριέλ γεννήθηκε το 1772 στο Σεν Ετιέν της Γαλλίας και διακρίθηκε στους πνευματικούς κύκλους της Ευρώπης σαν ποιητής και λόγιος. Το 1830 έγινε καθηγητής των Γλωσσών και της Λογοτεχνίας της Νότιας Ευρώπης, στη Σορβόνη. Πέθανε το 1844 στο Παρίσι. Σημαντικότερο έργο του είναι τα "Δημοτικά Τραγούδια της Σύγχρονης Ελλάδας" (τόμος Α και Β), στο οποίο συγκέντρωσε και ταξινόμησε ένα σεβαστό αριθμό ελληνικών δημοτικών τραγουδιών. Το έργο αυτό παρουσίασε στο ευρωπαϊκό αναγνωστικό κοινό το 1824, το οποίο για πρώτη φορά ενημερωνόταν για την ελληνική μουσική παράδοση. Το έργο αυτό του Φοριέλ αποτελεί σταθμό στην καταγραφή και τη μελέτη του δημοτικού μας τραγουδιού.

Τop of page

Κείμενα: Θάνος Νικολάου
Copyright
© 2006

Τελευταία ενημέρωση : 10/03/2006
top

Μουσική

Copyright 2001© - Δ. τόπος ΑΡΚΑΔΙΑ