Θέματα και Κείμενα

Eις Αρκαδίαν...

 

 

Για ώρα έμεινε τη θάλασσα αγναντεύοντας στην κορυφή του λόφου,
- κάπου εκεί στα δυτικά οι ορίζοντες σμίγουν με τη πατρίδα -
Σε συλλογή βαθιά τα περασμένα αναμετρώντας,
κι ύστερα το χρησμό: "την Τεγέα ποτέ δεν θα την ξαναδείς".

Τόσες αντάρες, θυσίες, στερήσεις και σπονδές, σε τόπους ξένους,
υποσχέσεις του Αγαμέμνωνα και των συμμάχων, ελπίδες - χίμαιρες,
πως στην Τροία νέες εποχές θ' ανέτειλαν για τη φτωχή Αρκαδία.
Και ύστερα η νίκη, - "με πιο τίμημα και έναντι ποιών;"
όπως ψιθύρισε κάποια στιγμή ο Οδυσσέας -

Κι ύστερα η Πάφος...

Ποιος άνεμος αλήθεια τον έσπρωξε εδώ μαζί με τους συντρόφους;
Όλοι νομίζαν πως ήταν βασιλιάς πλασμένος για εκστρατείες,
- αυτός, που με γενναίο φρόνημα επιβλήθηκε σε όλους τους Αρκάδες-
και πως τη δόξα έμελλε να βρει σε μακρινούς πολέμους.

Όλοι, εκτός από μιαν άσπιλη κόρην Απολωνιάτιδα, Ερατώ.
Μόνον εκείνη γνώριζε πως βάλσαμο ήταν η φυγή στον άτυχο ερωτά τους,
- αντιταχθήκαν όλοι, γιατί ένας βασιλιάς "γόνον βασιλικόν" αξίζει-
Κι όταν στη Φύλακρη έσπευσε για να τον δει με το στρατό να φεύγει,
μόνον εκείνη διέκρινε ένα δάκρυ με περισσή σπουδή κριμένο.

Και τώρα μόνον εκείνη - ώρα της καλή - θα ξέρει πως έπραξεν ηρωισμό διπλό.
Πως, αν κι αδύναμος σαν βασιλιάς να αντισταθεί στη μοίρα των ανθρώπων,
στάθηκε δυνατός σαν απλός θνητός, μακριά από ανόητες ανθρώπινες επάρσεις,
την ιδική του οδύνη μετουσιώνοντας σε έναν κοινόν αγώνα,

Για μια πατρίδα νέα.

 

 

Οταν στη στείρα τούτη γή
ματωμένη την ασπίδα μου αποθέσω
να ξεύρετε πως δεν έπεσα από εχθρικό σπαθί
μα από μαχαίρι επίορκων που νύκτα τα στενά διαβήκαν

Γιατί - δήθεν - οι θεοί θέλουν την εκστρατείαν
έτσι μαρτυρεί λέγουν ο χρησμός και η Πυθία
Μα εγώ εις πείσμα αύριον στο Δήμο θα φωνάξω
πως και οι χρησμοί όργανον των Τυράννων είναι.

 

Μεγάλη Πόλις, 223 π.Χ.

 

Την σύνεσή σου κι εντιμότητα, ώ Κλεόβουλε,
δεν εκτίμησαν οι κρατούντες
Ούτε τους πύρινούς σου λόγους εις την Αγορά
για τους κινδύνους της συνθήκης

Και από τότε που με περισσή αυταπάρνηση
έσωσες από τα χέρια του Τάκιτου, υιού του Αριστέα
την ατιμασμένη κόρην Ηρώ, αυτός και οι ιδικοί του
καραδοκούν ανάνδρως να σε πλήξουν

Μα τώρα που την Μεγάλην Πόλην μας
ο Κλεομένης αιφνίδια διαβαίνει,
εις τον ύστατον αγώνα, τα νώτα φύλαξε

Διότι όλοι θα είπουν τότε
πως για την πατρίδα έπεσες ηρωϊκώς
Και εις
τάφον κοινόν θα σ' ενταφιάσουν.

 

Άρχοντες

 

Ανάξιοι όσοι τη ζωή χλευάζουν,
το δίκαιο και την ιστορία,
χωρίς αιδώ, αρχές και μνήμη.
Σε μάταιες φθηνές γιορτές,
κι εφήμερες στιγμές χαμένοι.

Νύχτα βαθιά, κι απ' τις επάλξεις,
οι σκέψεις τούτες κατακλύζαν
το νου ενός φτωχού στρατιώτη,
τους άρχοντες θωρώντας ν' αλαλάζουν,
που η νέα εξέγερση στο αίμα επνίγη.

Όταν αιφνίδια το νήμα τις ζωής του εχάθη
κι' οι ορδές του Αλάριχου διάβηκαν τα τείχη
για ν' αφανίσουν ό,τι μικρό είχε απομείνει
απ' την παλαιά δόξα των προγόνων και την πόλη.

Μα οι άρχοντες θα βρουν στο τέλος την αιτία,
πως ήταν δήθεν από δειλία των φρουρών.
Και θα φιλούν χυδαία τα πόδια τω εχθρών,
επαίτες τίτλων φαύλων, στην έρημη Αρκαδία.

 

Τα κάστρα των αιώνων

 

Δεν τα φυλάξαμε καλά τα κάστρα μας
κι αλώθηκαν μέσα στη σκόνη των αιώνων.
Τώρα, πρόσφυγες στον ίδιο μας τον τόπο,
θρηνούμε τους αγώνες που δεν δώσαμε,
την ρημαγμένη γη μας, τ' αφανισμένα δάση μας
και τα αισθήματα που ποτέ δεν νοιώσαμε.

 

Αντάμωση

 

Όταν με το καλό θαρθείς,
μακρινές πατρίδες να θυμήσεις,
νοσταλγικές εικόνες και μορφές,
και κάποιες στιγμές λησμονημένες,
τις θάλασσες μη φοβηθείς.

Μόνο, φέρε μαζί σου τ΄όνειρο.
Κι εκεί θα σμίξουμε γλυκά.

 

Αρχή σελίδας


Χ. Αλεξόπουλος, Copyright 2006©

Τελευταία ενημέρωση: 21/03/2006
Θέματα και Κείμενα
Copyright 2001© - Δ. τόπος ΑΡΚΑΔΙΑ