|
Απ'
το μπαλκόνι μου σαν βγω, δεν ξέρω τι με πιάνει τελευταία,
και προσηλώνω τη ματιά για ώρα πολλή σε τέσσερις ανεμοδείχτες.
Οι
τρεις εκ τούτων
- μονάδες κάποιων σύγχρονων παρτίδων -
είναι φτιαγμένοι με την ίδια τεχνική που
- με εξαιρετική φειδώ στo υλικό κατασκευής -
σχηματικά αποδίδει τη μορφή ενός πουλιού, αγνώστου, μάλλον, για
τα εγχειρίδια τής Ορνιθολογίας.
Ο
τέταρτος είναι κομμάτι πιο βαρύς, με περισσότερες στο σώμα
στρογγυλάδες, αλλά και με αναλογίες πιο πιστές προς του προτύπου
του
- τουτέστιν του πουλιού-
το, ανά τους αιώνες, παραδεδεγμένο σχήμα.
Έτσι,
το ράμφος του
- ένα εργαλείο βασικό για των ανεμοδειχτών την εργασία-
κρατήθηκε σε μήκος συγγνωστό.
Eνώ
οι άλλοι τρεις, έτσι που πάνε,
θα καταντήσουν να απομείνουν σκέτο ράμφος.
Κι όμως…Διόλου δεν νοιάζονται μήπως, μ' αυτή την τακτική, καταστραφεί
η ιδέα η πρωταρχική, που ενέταξε στη συνομοταξία των πουλιών και
των ανεμοδεικτών το γένος.
Η χρηστικότητα μονάχα τούς απασχολεί. Το ότι δηλαδή, κάθε φορά,
πρέπει να δείχνουν καθαρά προς ποια κατεύθυνση ο άνεμος φυσάει.
Αλλά
κι ο τέταρτος, θα πρέπει να σας πω, κόλλησε κάποια των ανεμοδεικτών
αρρώστια, και δείχνει, εδώ και κάμποσο καιρό, αμετακίνητα και
σταθερά, πως ο ίδιος άνεμος συνέχεια φυσάει. Ήρθε ο γιατρός των
ανεμοδεικτών, για βήξε, είπε, για ανάσανε, τίποτα δεν ακούστηκε
ωστόσο, μα κείνος γράφει τη διάγνωση χωρίς να υποδείξει κάποια
θεραπεία:
"Περί ανιάτου πρόκειται μορφής τής νόσου Αγκυλώσεως, ήτις
επιστημονικά είναι γνωστή κι ως " Ιδεοληψία".
Ωστόσο, ο ασθενής αισθάνεται καλά. Κι αν τύχει και φυσήξει προς
τα 'κεί που εκείνος πάντα δείχνει, παίρνει τα πάνω του ευθύς και
το πανηγυρίζει:
- Ιδού που έγινε αυτό που έλεγα εγώ. Εγώ, είμαι προβλεπτικός εγώ,
και πρέπει να με παρακολουθείτε όλοι!
Δε
λέω. Θα 'ταν βολικό
-
τουλάχιστον για τους ανεμοδείχτες-
αν
συντονίζονταν οι άνεμοι μ' αυτούς κι όχι αυτοί με το βιολί τού
κάθε ανέμου.
Αλλά τα δεδομένα, διαχρονικά, δε λένε να τους κάνουν τέτοια χάρη.
Εμένα,
όμως, άλλο με απασχολεί: το ευμετάβλητο των σημερινών ανέμων.
Γιατί,
σαν βγήκα στο μπαλκόνι το πρωί, να δω για πού ο άνεμος το πάει,
συμπέρασμα δεν έβγαλα, καθώς οι ανεμοδείχτες - και οι τρεις μαζί-
είχανε γίνει ανεμιστήρες.
Με δίχως ράμφος, δίχως τακτική, χωρίς τού επαΐοντος την πόζα,
γυρνούσαν μάταια εδώ κι εκεί, παίγνια αλλοπρόσαλλων ανέμων.
Κατόπιν
τούτων,
τώρα πια,
πού να στραφούν
αυτοί κυρίως που απλώνουν το πανί μιας βάρκας άγουρης
κι ανήξεροι απ' των ανέμων το χαμό,
ζητούν πλησίστιοι να φτάσουν στην Ιθάκη;
Ο
ποιητής,* αντίς για συμβουλή, τα δεδομένα μόνο περιγράφει:
"Το
δοιάκι τι έχει;
Η βάρκα γράφει κύκλους
κι ούτε ένας γλάρος."
Την
αδυναμία του την έχει πια παραδεχθεί ο ποιητής κι ουδείς- που
λέει ο λόγος- ψόγος:
"Γράφεις.
το μελάνι λιγόστεψε
η θάλασσα πληθαίνει."
Ίσως
και να 'ταν πιο καλά αν έπαυα να βγαίνω στο μπαλκόνι.
Και στο σαλόνι να καθόμουν να 'βλεπα τι έπαθε η Νέα Ορλεάνη, τι
φόρεσε στο πάρτυ η Μιμή, πώς τέλειωσε ο ποδοσφαιρικός αγώνας…
*Γιώργου Σεφέρη "Δεκαέξι χάϊ-κάϊ"
|