Θέματα και Κείμενα


 

"Νόστος" - Ποιήματα

της Χριστίνας Τσαρδίκος (Buenos Ayres, Argentina)

"Το Όνειρό του"

Θα γυρίσω, έλεγες.
Και τα γκρίζα σχιστά ματάκια σου,
Έπαιρναν μια νεανική καινούρια λάμψη
Σαν το ντροπαλό δάκρυ
Προσπαθούσε να κυλήσει
Πριν κρυφά το σβήσεις.

Θα επιστρέψω μια μέρα, -έλεγες-
Και θα σε πάρω κόρη μου απ΄το χέρι
Να σε πάω εκεί που μεγάλωσα....
Να σου γνωρίσω βρύσες και νεράιδες της βροχής,
Αστέρια και χρυσά στάχυα,
Βάλτους και γκρεμούς.
Ήλιους στρογγυλούς,
πουλιά και καλοκαιρινά φεγγάρια.

Να ανηφορίσουμε μαζί τον Παπάλουκα,
Μια μια τις πέτρες του να σκαρφαλώσουμε
Για να βρούμε μες τα πεύκα
Το παλιό πατρικό μου σπίτι,
Εκείνο το ερείπιο
Που ήταν παλάτι στα παιδικά μου χρόνια.

Θα επιστρέψω μια μέρα-έλεγες-
Στο μικρό μου χωριό,
-Κρυφή Ιθάκη-
Που άφησα γυρεύοντας
μια καλύτερη ζωή στα ξένα...
Τώρα που τα νιάτα μου πέταξαν
Και τα χέρια μου έλιωσαν στην σκληρή δουλειά,
Μόνο θέλω να φιλήσω το αγαπημένο χώμα
Που τόσο καιρό νοστάλγησα μακριά του,
Και να αγναντέψω μια φορά ακόμα
Τον καθαρό αρκαδικό ουρανό του...

Ήθελες να γυρίσεις.
Άλλα έπεσες σε ύπνο βαθύ
Δεν ξύπνησες πια ποτέ.

Πατέρα,
όλα σε περιμένουν.

 
"Βραδιάζει... "
Ο πόνος τσακίζει τα κόκκαλά μου και δεν με αφήνει να σκεφτώ.
Πληγώθηκαν τα χέρια μου και πόνεσαν.
Δουλέψαν σκληρά όλη μέρα δεν τα ορίζω.
Βαδίζω μεσ' τη νύχτα, έρημος, μόνος.
Τίποτα γύρω μου δεν μου είναι γνωστό.
Μια τεράστια μοναξιά με χωρίζει από εκείνα που είχα και έχασα.
Δεν μπορώ να θυμηθώ ποιος ήμουν κάποτε και ποιος είμαι τώρα.
Ξέχασα τα πάντα. Μια απορία με βασανίζει: Πώς βρέθηκα εδώ;
δεν το ξέρω.
Ο φόβος έχει κυριεύσει το πνεύμα μου και ναρκώσει τις
αισθήσεις μου. Τρέμω..
αγναντεύω ένα ψεύτικο ουρανό για να βρω εκεί μια απάντηση
από αγγέλου στόμα.
Τίποτα. Τίποτα δεν μου ανήκει εδώ.
Τίποτα δεν μου θυμίζει εκείνα που αγάπησα
και έχασα φεύγοντας.
Απαρηγόρητος κλαίω. Δυό δάκρια κυλούν απ' τα μάτια μου
ξεπλένοντας την μουντζούρα της ψυχής μου.
Ο πόνος μου έχει ένα όνομα μόνο: ΞΕΝΙΤΙΑ.
"Μόνη μου"
Έκλεισα απότομα τις πόρτες
και αμέσως έσβησαν τα ψεύτικα είδωλα
που είχαν μαζευτεί τριγύρω μου
και με κολάκευαν όλη μέρα.
Σώπασαν οι φωνές και τα κούφια γέλια.
Εξαφανίσθηκαν τα παλαμάκια,
"τα εύγε" τις ανθρώπινης υποκρισίας

Έλυσα τα μαλλιά μου,
Σκούπισα τα μάτια μου απ΄ τις μπογιές
Ξεθωριασμένες απ΄ το κλάμα
Και σφιχτά τράβηξα το κόκκινο κραγιόν
Των χειλιών μου.
Πέταξα από επάνω μου ότι με
Φόρτωνε και στεναχωρούσε.

Σκορπισμένα, πατημένα χάμου,
Μάζεψα τα κομμάτια μου
Και προσπάθησα να στήσω
Την σωριασμένη σπαζοκεφαλιά
Της ζωής μου,
Με λεπτότητα και με αφοσίωση
Για να μην μου περισσέψει κανένα.

Κοίταξα προσεχτικά
Στον γκρίζο καθρέφτη της τραπεζαρίας.
Έδειχνε μια καινούρια γυναίκα
Όχι εμένα.
Το ίδιο πρόσωπο
με άλλο βλέμμα
Το ίδιο χαμόγελο
άλλα ορφανό από χαρά.
Τότε, μόλις τότε
κατάλαβα
Ότι είχα μείνει πάλη μονή μου,
Παρέα τον εαυτό μου.
 
Αρχή σελίδας
 

Χριστίνας Τσαρδίκος, Copyright 2006 ©

Τελευταία ενημέρωση: 21/03/2006
Θέματα και Κείμενα
Copyright 2001© - Δ. τόπος ΑΡΚΑΔΙΑ