|
Όταν
κάποτε φύγω από τούτο το φως
θα ελιχθώ προς τα πάνω
όπως ένα ποταμάκι που μουρμουρίζει.
Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα στους γαλάζιους διαδρόμους
συναντήσω αγγέλους θα τους μιλήσω ελληνικά
επειδή
δε γνωρίζουνε γλώσσες
μιλάνε μεταξύ τους με μουσική
(Νικ.
Βρεττάκος)
Η γλώσσα, ως ικανότητα και δεξιότητα υπάρχει μόνο στον άνθρωπο,
στον εγκέφαλο-έδρα των νοητικών λειτουργιών- και εντοπίζεται σε
συγκεκριμένο τμήμα, που σχετίζεται αποκλειστικά με τη γνώση και
τη χρήση της γλώσσας. Πρόκειται για μια συγκεκριμένη λειτουργία,
ένα είδος οργάνου της γλώσσας, ανάλογο με το οπτικό σύστημα.
Μια
δεξιότητα που ανάλογη δε φαίνεται να υπάρχει σε άλλη είδη βιολογικά
συναφή, έστω και σε μικρότερο βαθμό.
Αν ψάξουμε στο ζωικό βασίλειο να βρούμε ομοιότητες με τις ιδιότητες
της γλωσσικής ικανότητας θα ανακαλύψουμε πολύ λίγες. Περισσότερες
ομοιότητες συναντούμε σε έντομα και πτηνά, με τα οποία δεν υπάρχει
μια (κοινή) εξελικτική προέλευση, όσον αφορά τη γλώσσα. Το παράδοξο,
αντίθετα, είναι ότι δεν έχει καθόλου γλωσσικές ομοιότητες με οργανισμούς,
όπως τα πρωτεύοντα θηλαστικά, με σχετικά κοινή εξελικτική προέλευση.
Η γλωσσική ικανότητα του ανθρώπου, μοιάζει να είναι βιολογικά
απομονωμένη.
Αλλά πώς έγινε αυτό ; Τι συνέβη ; Γιατί μοιάζει με θαύμα, ένα
θαύμα που συνέβη μόνο στο ανθρώπινο είδος. Οι επιστήμες της βιολογίας
εδώ σηκώνουν τα χέρια και οι ιστορικοί της γλώσσας καταφεύγουν
στο μύθο. [Πριν πολλά-πολλά χρόνια, λένε, υπήρχε κάποιο ανώτερο,
πρωτεύον θηλαστικό και κάποια τυχαία μετάλλαξη, ίσως μετά από
μια βροχή κοσμικών ακτίνων, να αναδιοργάνωσε τον εγκέφαλό του,
με συνέπεια να εμφυτευτεί το γλωσσικό όργανο, που δεν διέφερε
από εκείνο των υπολοίπων θηλαστικών].
Τούτη
η από τη φύση, εγγενής ικανότητα παρέχει στο χρήστη απεριόριστες
δυνατότητες και δε γνωρίζει σύνορα. Ένας πλουραλισμός επιλογών,
συνδυασμών, αναλύσεων, συνθέσεων, που δε θα φτάσουν ποτέ οι πιο
περίτεχνοι και εξελιγμένοι Η/Υ.
Οι ομιλητές, είναι γνωστό, συναντούν συνεχώς εκφράσεις που δεν
έχουν ξαναδεί, ξαναχρησιμοποιήσει στην προηγούμενη γλωσσική τους
εμπειρία και παρόλα αυτά μπορούν να τις παράγουν και να τις κατανοήσουν
χωρίς προσπάθεια και αυτό σε απεριόριστο αριθμό γλωσσικών εκφράσεων.
Η
σύγχρονη μελέτη της γλώσσας ως καθρέφτη του νου στρέφεται γύρω
από μερικά βασικά ερευνητικά ερωτήματα, δύο από τα οποία είναι
ιδιαιτέρως αξιοπρόσεκτα:
- Τι είναι η γνώση της γλώσσας;
-
Πώς κατακτάται ;
Το
πρώτο ερώτημα αποδείχτηκε αποφασιστικής σημασίας για την έρευνα.
Τα πρώτα πορίσματα της γενετικής Γραμματικής στις δεκαετίες ’50-’60,
έδειξαν, από τη μια πλευρά ότι η υποσυνείδητη γνώση της γλώσσας
μπορούσε να υποβληθεί σε ακριβή μελέτη με τη χρήση προτύπων, τα
οποία έχουν τις ρίζες τους στη θεωρία των τοπικών συστημάτων,
κυρίως δε στη θεωρία των λειτουργιών επαναδρομής& και από
την άλλη πλευρά υπογράμμισαν αμέσως το γεγονός ότι η διαισθητική
γνώση της γλώσσας την οποία κατέχει κάθε ομιλητής και η οποία
κατευθύνει τη γλωσσική του συμπεριφορά, είναι ένα σύστημα απίστευτα
πολύπλοκο και πλούσιο.
Κάθε
ομιλητής κατέχει υποσυνείδητα ένα εξαιρετικά λεπτομερές και ακριβές
σύστημα τυπικών διεργασιών για τη συγκρότηση και την ερμηνεία
γλωσσικών εκφράσεων. Το σύστημα αυτό τίθεται συνεχώς σε λειτουργία
κατά τρόπο αυτοματοποιημένο και μη συνειδητό στην παραγωγή και
κατανόηση νέων προτάσεων, πράγμα που αποτελεί φυσιολογικό χαρακτηριστικό
της κανονικής χρήσης της γλώσσας.
Η
ανακάλυψη του πλούτου της υποσυνείδητης χρήσης της γλώσσας έφερε
αμέσως στο προσκήνιο το ερώτημα της κατάκτησης.
Πώς
είναι δυνατόν κάθε παιδί να επιτυγχάνει την κατάκτηση ενός πλούσιου
συστήματος, τόσο νωρίς στη ζωή του, χωρίς εμφανή συνειδητή προσπάθεια
και χωρίς την ανάγκη σαφούς διδασκαλίας ; Επιπρόσθετα η ακριβής
μελέτη της γνώσης που οι ενήλικοι έχουν για την γλώσσα, υπογράμμισε
την ύπαρξη καταστάσεων «ανεπάρκειας του ερεθίσματος» (proverty
of the stimulus) : η γλωσσική γνώση του ενήλικου σε μεγάλο βαθμό
υποκαθορίζεται από τα γλωσσικά δεδομένα που είναι συνήθως διαθέσιμα
στο παιδί.
Ένα
παράδειγμα : Οι ομιλητές της ελληνικής γλώσσας γνωρίζουν διαισθητικά
ότι μπορούμε να κατανοήσουμε πώς η δεικτική αντωνυμία αυτός (ούτος)
μπορεί ν’ αναφέρεται στον Κώστα (στο πρώτο παράδειγμα), αλλά όχι
και στο δεύτερο παράδειγμα.
1.
Ο Κώστας είπε ότι αυτός ήταν ευτυχισμένος.
2.
Αυτός είπε ότι ο Κώστας ήταν ευτυχισμένος.
Με
άλλα λόγια, η συνεκφορά ονόματος και αντωνυμίας στο πρώτο παράδειγμα
είναι δυνατή, ενώ στο δεύτερο, αδύνατη.
Υπάρχει
ένας απεριόριστος αριθμός προτάσεων, στις οποίες η αντωνυμία προηγείται
του ονόματος και παρόλα αυτά η συνεκφορά είναι δυνατή, μια ιδιότητα
την οποία μπορούμε να δούμε στις ακόλουθες προτάσεις με τις αντωνυμίες
σε θέση υποκειμένου και αντικειμένου, καθώς και με κτητικές αντωνυμίες:
3.
Όταν (αυτός) παίξει με τα παιδιά του, ο Κώστας είναι ευτυχισμένος.
4.
Οι άνθρωποι που τον είδαν να παίζει με τα παιδιά του είπαν
ότι ο Κώστας είναι ευτυχισμένος
5.
Η μητέρα του είπε ότι ο Κώστας είναι ευτυχισμένος
Κι
αν υποτεθεί ότι οι ενήλικοι χρήστες της γλώσσας και όχι μόνο της
ελληνικής, χάρη στην πολύχρονη άσκηση και εμπειρία, εφαρμόζουν
γραμματικούς κανόνες, τι συμβαίνει με τα παιδιά που δε λαθεύουν
καθόλου στις παραπάνω περιπτώσεις, χωρίς να έχουν ανάλογη εμπειρία.
Η φυσική υπόθεση είναι ότι τα παιδιά γεννιούνται μ’ ένα «γλωσσικό
κώδικα» (Saussure), μια «ενστικτώδη τάση» για τη γλώσσα (Δαρβίνος)&
αυτή η γνωσιακή ικανότητα πρέπει να χρησιμοποιεί, πρώτα-πρώτα,
αντιληπτικούς μηχανισμούς, για να ξεχωρίζει τα γλωσσικά σήματα
από τον υπόλοιπο θόρυβο του περιβάλλοντος κι έπειτα να χτίζει,
βάσει άλλων εσωτερικών μηχανισμών, οι οποίοι ενεργοποιούνται από
μια περιορισμένη και κατακερματισμένη γλωσσική εμπειρία, το πλούσιο
σύστημα της γλωσσικής γνώσης που κατέχει ο καθείς ομιλητής.
Στις
περιπτώσεις που συζητήσαμε μπορούμε να υποθέσουμε εύλογα ότι υπάρχει
μια εγγενής διαδικασία, η οποία καθορίζει τις πιθανότητες συνεκφοράς.
Στην πραγματικότητα όμως καμία κανονιστική, παιδαγωγική ή περιγραφική
Γραμματική δεν αναφέρει ποτέ τις αρχές αυτές, που θεωρείται ότι
ισχύουν αυτόματα ακόμα και στην κατάκτηση δεύτερης γλώσσας. Συνεπώς,
η υποκείμενη αρχή, όποια κι αν είναι η απώτερή της φύση, δείχνει
ν’ αποτελεί μέρος του εσωτερικού υπόβαθρου του κάθε ομιλητή.
27/07/2006
|