|
Μια
από τις πιο εξοργιστικές απάτες-ή , αν προτιμάτε, αυταπάτες-των
δύο τελευταίων δεκαετιών της εθνικής μας ζωής είναι ότι είμαστε
πια ξύπνιοι και τα βλέπουμε όλα ξεκάθαρα κι αποφασιστικά. Την
εντύπωση αυτή καλλιέργησε η πολιτική, αλλά δημιούργησε η λεγόμενη
πνευματική ηγεσία του τόπου μας, που ήταν συχνά αδίστακτα κομματικοποιημένη,
χειραγωγώντας ως και τους νέους που βγήκανε από το πάθος της δικτατορίας
με ισχυρές εμπειρίες, ικανές να τους οδηγήσουν σωστά. Κι όμως
τότε, εκείνο που ταίριαζε ήταν ελεύθερο φρόνημα και μελέτη. Νομίζω
ότι αυτό μπορούσε κανείς να το νιώσει ή και να το δει καθαρά.
Αλλά
δεν το είδε ή δεν θέλησε να το δει η πνευματική μας ηγεσία, που
τα οδήγησε όλα εδώ που φτάσανε. Και είναι πραγματικά θλιβερό πως
κανένας ποτέ δεν έκανε κάποια αυτοκριτική. Αντίθετα, πολλοί συνεχίζουνε
να υψώνουν σημαίες και να μπαίνουν μπροστά σε πορείες τυφλές,
οδηγημένες από μικρόψυχα λαϊκιστικά συνθήματα ή μια αστεία ελιτίστικη
αυτοβεβαίωση-δύο όψεις του ίδιου μίζερου νομίσματος. Έτσι σήμερα
δεν υπάρχει πνευματικός προσανατολισμός, αλλά, και πάλι, πνευματικοί
ρηγάδες, που απλούστατα βοηθάνε να κυλάνε τα γρανάζια της πιο
απρόσωπης τυποποίησης. Η λογοτεχνία, η τέχνη, η παιδεία μας προχωράνε
στο κενό και μείνανε να τραγουδάνε πάνω από τα χάλια μας κάποιοι
ανέμελοι τραγουδιστές ή να δογματίζουν κάποιοι αχόρταγοι πνευματικοί
πρίγκιπες.
Όλα
αυτά, πιστεύω, μας γεννάνε μια βαθιά, ανομολόγητη ντροπή , που
μας αφήνει την πίκρα της πιο μεγάλη όταν αναλογιζόμαστε ή αναζητάμε
τη σχέση μας με το κοντινό εθνικό ή μακρινό ελληνικό μας παρελθόν.
Όμως αυτήν τη ντροπή μας πρέπει να τη δούμε, να την ομολογήσουμε
και κάτι να κάνουμε, επιτέλους .Και, νομίζω, πως αυτή μας η κατάντια
οφείλεται προπαντός στο ότι, ακριβώς ντρεπόμαστε για τον εθνικό
μας εαυτό, νοοτροπία εμφυτευμένη από τους ξένους στην αρχή της
εθνικής μας ύπαρξης, έστω και μόνο για το λόγο της διαφοράς της
πολιτισμικής μας ποιότητας από αυτούς.
Από
αυτό, νομίζω βγήκε η άγονη αρχαιοπληξία μας (που, βέβαια, μας
οδήγησε στους Αρχαίους μέσω Εσπερίας) και η ξενολατρία μας-πάλι
δύο όψεις του ίδιου μίζερου νομίσματος. Ανέκαθεν οι νεοέλληνες
ντρέπονταν γι' αυτό που είναι και, συνήθως, για να βολευτούν,
το μεταθέτουν στους γονιούς και στο σόι τους. Αυτή η σχιζοφρενική
κατάσταση να ντρεπόμαστε για την παράδοσή μας, τελικά μας απομάκρυνε
από τις ιστορικές μας πηγές και δεν άφηνε να έχουμε κάποια παιδεία
της προκοπής, μας οδηγούσε, αντίθετα, πάντα να καταδιώκουμε αυτούς
που έβλεπαν σωστά τα πράγματα.
Σήμερα
τα πράγματα είναι έτσι και χειρότερα. Αυτήν εποχή που πρέπει να
συνταιριαστούμε με άλλες πολιτισμικές απόψεις και που για να γίνει
αυτό πρέπει , βέβαια, να έχουμε ένα πολιτισμικό εαυτό, είμαστε
χαμένοι σε μια άπνοια που, νομίζω, επειδή είναι αποπνικτική, ξαναφέρνει
την ανάγκη αντιμετώπισης της αλήθειας και της πραγματικότητας.
Και ίσως είναι πια καιρός να ντραπούμε όχι για ό,τι είμαστε (που
η πνευματική μας ηγεσία δεν το αναζήτησε), αλλά για την ίδια την
ντροπή μας και να γυρέψουμε την πραγματική πνευματική ελευθερία
που θα μας δείξει, αληθινά πια, τι είμαστε και τι είναι η παράδοσή
μας, για ν' ανοίξουμε το δρόμο μας-ή να τον συνεχίσουμε σωστά
μεσ' απ' την αληθινή μας παράδοση.
Πηγή:
Σ. Λ. Σκαρτσής, "Γραφτά και Αντίγραφα και Εκατό Φορές το
Αδύνατο", Εκδόσεις Περί Τεχνών, Πάτρα 2004.
|