Ένα Αφιέρωμα

  Οικονομικές Δραστηριότητες των Τσακώνων

Οι Τσάκωνες, χωρίς να διαφέρουν σε τίποτε άλλο από τους Έλληνες των γειτονικών περιοχών, επιδόθηκαν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ιδιαίτερα από το δεύτερο μισό του 18οου αιώνα και εξής, στο εμπόριο και σχημάτισαν ακμάζουσες παροικίες στην Πόλη, σε πολλές περιοχές των Παραδουνάβιων ηγεμονιών, καθώς και στη Ρωσία. Ξεκίνησαν λοιπόν το εμπόριο της υπόδουλης πατρίδας με την Τουρκία, τη Ρωσία, Γαλλία, Ιταλία και Αίγυπτο.

Τα προϊόντα που εξήγαγαν από την Ελλάδα ήταν: λάδι και βελανίδια από την Τσακωνιά και τη Μάνη, μετάξι από τον Μιστρά, βαμβάκι από το Άργος, σταφίδα από την Κόρινθο, κρασί από τη Σάμο. Παράλληλα, έφερναν στη χώρα μας αραποσίτι από την Αίγυπτο, ξυλεία από την Τεργέστη, στόφες και κρεμέζο (είδη υφάσματος), λουλάκι, καφέ και ζάχαρη από τη Μασσαλία και το Λιβόρνο.

Στο Ταϊγάν (Ταγκανρόνγκ) της Ρωσίας εξάλλου, έστελναν λάδι και κρασί Σαμιώτικο, ενώ από εκεί φόρτωναν χαβιάρι για την Πόλη και την Ελλάδα. Στη Μασσαλία είχαν εμπορικούς αντιπροσώπους τους αδελφούς Πρασατάκη, στους οποίους έστελναν μετάξι, κυρίως, για τα μεταξοϋφαντουργία της Λυών.
Στο Λιβόρνο της Ιταλίας τους αντιπροσώπευαν οι Τσάκωνες σπουδαστές της ιατρικής και αργότερα γιατροί ("ντοτόροι"), Παπαδόπουλος, Παλλαδάς και Μιχ. Τροχάνης. Πράκτορες και αντιπρόσωπους είχαν οι έμποροι και στο Μιστρά, Μάνη, Άργος, Ναύπλιο, Σάμο, Θεσσαλονίκη, Κρήτη.

Στην Πόλη δέσποζε η δυναμική μορφή του Πραστιώτη μεγαλέμπορου και εφοπλιστή Γεώργιου Δανεσή, που διορίστηκε "Βεκίλης1 των ραγιάδων" από τον σουλτάνο Μαχμούτ Β' (1785-1839) και επηρέαζε τις εξελίξεις στο Μοριά.

Το εμπόριο διεξαγόταν δια θαλάσσης. Αυτό αποτελεί μια χαρακτηριστική διαφορά από το εμπόριο της δυτικής Μακεδονίας και του Πηλίου με την Κεντρική Ευρώπη, το οποίο διεξαγόταν από την ξηρά. Για τη διεξαγωγή του εμπορίου από τη θάλασσα, είχαν ναυπηγήσει, στις Σπέτσες και την Ύδρα, ιδιόκτητα καράβια με πληρώματα και καπεταναίους από αυτά τα δύο νησιά, τους οποίους είχαν και συνεταίρους στις εμπορικές επιχειρήσεις τους.

Oι έμπειροι Τσάκωνες επιχειρηματίες επένδυαν τα κεφάλαιά τους στην εμπορική ναυτιλία, στον πιο κερδοφόρο τομέα της ελληνικής οικονομίας στα μέσα του 18ου αιώνα χωρίς να "φαίνονται", γιατί τότε τα καράβια αναφέρονταν με το όνομα του καπετάνιου. Έτσι δε γνωρίζουμε εφοπλιστές, όταν δεν υπήρξαν καπετάνιοι, όπως τον Χατζηπαναγώτη και τον Αναγνώστη Τροχάνη, αν και ήταν μεγαλοεφοπλιστές και άλλους Τσάκωνες χρηματοδότες που έκαναν επενδύσεις στην αγορά μεριδίων στα πλοία αλλά και επενδύσεις κεφαλαίου στο φορτίο του καραβιού, τη "σερμαγιά".

Οι Τσάκωνες εφοπλιστές ακολουθούσαν τη μέθοδο της "συντροφιάς", που απέφερε τεράστια κέρδη στους μεγάλους επιχειρηματίες με τη συνδρομή των μικρών μετόχων, που κι αυτοί έβρισκαν διέξοδο κερδοφόρας τοποθέτησης των κεφαλαίων τους. Το συνεταιριστικό και συνεργατικό πνεύμα έκανε θαύματα. Οι εφοπλιστές εκείνης της εποχής απέφευγαν να αγοράζουν μόνοι τους ολόκληρο καράβι. Έτσι, κατένεμαν τα κεφάλαιά τους σε συμμετοχή αγοράς πολλών πλοίων, για να υποστούν μικρότερα "ριζίτικα μαρίτιμα", δηλαδή τρικυμίες, πειρατείες και κάθε άλλου είδους ζημιές.

Η παράδοση επέβαλλε στις ελληνικές ναυτικές κοινότητες τα "νιζάμια των καραβιών και σερμαγιέδων", μια ιδιότυπη νομοθεσία ναυτικού δικαίου, που ρύθμιζε τις σχέσεις μεταξύ ρεΐσηδων(πλοιάρχων), κρεδιτόρων ή καπιταλίστων (χρηματοδοτών πλοιοκτητών), καμπιαδόρων (χρηματοδοτών φορτίου), παρτσινέβελων (συμπλοιοκτητών) και συντροφοναυτών καθώς και όλα τα ζητήματα που αφορούσαν τη σερμαγιά (έξοδα φορτίου), τα θαλάσσια κάμβια (κέρδη) και μαζούλια ή διάφορα (τόκους).

Σερμαγιά ήταν το εμπορικό κεφάλαιο που προοριζόταν να καλύψει τα έξοδα του φορτίου ενός πλοίου. Η μέθοδος αυτή αποτελεί σημαντική ιδιομορφία στην οικονομική λειτουργία της προεπαναστατικής περιόδου και εντάσσεται, από την εξωτερική της μορφή, στο γενικό πλαίσιο της συντροφιάς. Η μέθοδος ήταν απλή: Κάθε ιδιοκτήτης είχε την υποχρέωση, ύστερα από σχετική ειδοποίηση του καπετάνιου, να ανοίξει κατάστιχο σερμαγιάς, στο οποίο εγγράφονταν, με διάφορα ποσά, οι μέτοχοι του φορτίου. Παραθέτουμε μια σελίδα από ένα "δεφτέρι" του Χατζηπαναγιώτη, στο οποίο ο ίδιος γράφει:

Πραστός 1796 Δηκεμβρηου 11
γραφο ότι σερμαγιέ έχη δοσμένη ο κάθε ενας στο κηνουργιο καραβη οπου εχομε μαζη με αξαδελφον μου Χατζηγιάννη Μεξη

Θεοδορο Χατζη Κώστα
γρόσια
580
Δημήτρη Μπουγά γαμπρος μου
››
200
αναγνωστη Τρουχανη
››
200
γρηα Χατζηγιανου μαζι με υό Κώστα
››
150
Νικολας του Χατζηγιανη
››
300
Κονστας Χατζηδικεου
››
200
χατζη θεοδορο ρουδη
››
250
σπηρο ζαχαρια
››
100
γιανουλη βροντιση
››
050
Γεωργακη μετριτηκα
››
050
λεο μπαλμπερη
››
100
χατζηγιαννης του οικονομου
››
200
γεοργακης μερικα
››
150
δημητρη Χατζη Κώνστα
››
300
γιανακη μερικα
››
100
γεοργη σαρανταρη
››
100
παναγωτη σαραντάρη
››
080
γεοργακη χατζη μανολη
››
100
νικολας μπουγας
››
200
14 Δηκεμβριου ο πετρος του γιάννη
››
100
 
››
3210
Εβαλα εγω ο χατζηπαναγιώτης εδικά μου
››
6790
 
Γρόσσα
10000


Ο καπετάνιος ήταν υποχρεωμένος να δίνει λογαριασμό στους συνιδιοκτήτες, ύστερα από κάθε ταξίδι. Μετά το πέρας του κυκλικού ταξιδιού του πλοίου, επέστρεφε στο λιμάνι και γινόταν η εκκαθάριση των λογαριασμών. Πρώτα αφαιρούσαν τον κοινοτικό φόρο και έπειτα τα έξοδα του ταξιδιού, όπως οι φόροι και τα δικαιώματα των ξένων λιμανιών, οι δαπάνες παραλαβής ή η τροφοδοσία του πληρώματος. Μετά απέδιδαν το κεφάλαιο των δανειστών. Αν είχε συμφωνηθεί τόκος, απέδιδαν και τους τόκους του κεφαλαίου και, αν είχε συμμετοχή στα κέρδη, ακολουθούσε η διανομή των κερδών.

Αλλά και για τη ναυπήγηση ενός σκάφους κατέφευγαν για τα αναγκαία χρήματα στη συμπλοιοκτησία και το συνεταιρισμό. Οι ναυπηγικές επιχειρήσεις στηρίχτηκαν στο παραδοσιακό συντροφικό σύστημα: καπετάνιοι, ναυτικοί, καραβομαραγκοί και ξυλέμποροι συνεταιρίζονταν, συνταίριαζαν επαγγελματικές ικανότητες και κεφάλαια και μοιράζονταν τα κέρδη. Έτσι και οι πλούσιοι Τσάκωνες έκαναν συχνά επενδύσεις σε Σπετσιώτικα καράβια.

Λόγοι γεωγραφικοί και οικονομικοί είχαν φέρει τους περισσότερους Τσάκωνες που ασχολούνταν με το εμπόριο σε στενή σχέση με τις Σπέτσες, όπου είχε δημιουργηθεί ένας εμπορικός στόλος και μια ναυτική παράδοση από αρκετά νωρίς, μέσα στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα. Ενδεικτικό της σχέσης αυτής είναι ότι στο μοναστήρι της Έλωνας γίνονταν δεήσεις και "υπέρ των πατριωτών Σπετσιωτών". Στα τελευταία χρόνια του 18ου αιώνα, ο Χατζηπαναγιώτης είχε επενδύσει κεφάλαιά του σε τριάντα σπετσιώτικα καράβια.

Άλλος τομέας της οικονομικής δραστηριότητας των Τσακώνων ήταν και ο δανεισμός των Σπετσιωτών κυρίως αλλά και Υδραίων καπεταναίων, για τη ναυπήγηση των δικών τους καραβιών. Δάνειζαν και άλλες εμπορικές επιχειρήσεις με ομόλογα, δηλαδή έγγραφες πιστοποιήσεις των μεταξύ των εμπόρων συμφωνιών και των όρων τους.

Αξιοσημείωτο επίσης είναι ότι οι Τσάκωνες χρησιμοποιούσαν από τότε συναλλαγματικές, δηλαδή έγγραφες εντολές πληρωμής, ελεύθερα μεταβιβάσιμες, για τη μεταφορά κεφαλαίων αλλά και για κάθε άλλου είδους εμπορική διευκόλυνση, ενώ έκαναν μετατροπές του ξένου συναλλάγματος άλλων επιχειρήσεων. Γι' αυτό και ο πλούτος των εμπόρων είχε στολίσει τον Πραστό με ωραίες εκκλησίες, ψηλούς πύργους, βρύσες. Έτσι εξηγείται η λαϊκή ρήση: " Η Πόλη κάνει τα άσπρα (χρήματα) και ο Πραστός τα κάνει κάστρα".

Στα μέσα του 1950, μέσα στα γενικά πλαίσια της οικονομικής ανάπτυξης της Ελλάδας, έχουμε τις πρώτες αλλαγές στο σύστημα της παραγωγής στην Τσακωνιά. Η βιομηχανική παραγωγή ζωοτροφών και χρωμάτων περιόρισε τη χρήση και στη συνέχεια την εμπορία των βελανιδιών και των χαρουπιών.

Ως προς την παραγωγή σιταριού, η κατάσταση ήταν διαφορετική. Υπήρξε μείωση αρχικά και αργότερα ελαχιστοποίηση της παραγωγής του σιταριού στο οροπέδιο της Βασκίνας, πάνω από το Λεωνίδιο. Και αυτό γιατί η αύξηση της παραγωγικότητας της αργολικής πεδιάδας επέφερε μείωση του κόστους παραγωγής του προϊόντος, ενώ οι αγρότες- παραγωγοί των χωριών στα οροπέδια της Τσακωνιάς αδυνατούσαν να αυξήσουν την παραγωγή για δύο λόγους: Από τη μια, δεν ήταν δυνατή η χρησιμοποίηση τεχνικών μέσων για την αύξηση της παραγωγής, γιατί ο δρόμος στην ανατολική Πελοπόννησο έφτανε στις αρχές του 1960 ως το Άστρος. Από εκεί, η μεταφορά των εμπορευμάτων προς τα νότια, γινόταν με μουλάρια Η κατασκευή του δρόμου μετά το 1960 έδωσε τη δυνατότητα της γρήγορης μεταφοράς σιταριού από την αργολική πεδιάδα κι οι αγρότες της Τσακωνιάς είχαν τη δυνατότητα να αγοράζουν φτηνότερα.

Από την άλλη, οι αγρότες που παλιότερα, ως παραγωγοί πρόσφεραν την παραγωγή τους στις τοπικές αγορές ή ακόμα και στην κεντρική αγορά της περιφέρειας, στην αργολική πεδιάδα, δεν μπορούσαν να συναγωνιστούν εκεί τις τιμές πώλησης των σιτηρών. Έτσι το σιτάρι τους κάλυπτε τις δικές τους ανάγκες και ανταλλασσόταν με άλλα γεωργικά προϊόντα στις τοπικές αγορές. Συμπερασματικά, η αποφασιστική τομή στο σύστημα της γεωργικής παραγωγής στην Τσακωνιά ήταν η ελαχιστοποίηση της καλλιέργειας σιταριού, του κυριότερου γεωργικού προϊόντος, εκτός από τις ελιές και το λάδι.

Μέχρι σήμερα οι ελιές και το λάδι αποτελούν βασικά προϊόντα της τσακωνικής γης. Σ' αυτά προστίθενται τα χαρούπια, τα εσπεριδοειδή, τα μαρούλια, οι ντομάτες και φυσικά οι περίφημες τσακώνικες μελιτζάνες, οι γνωστές σε όλο τον κόσμο, των οποίων η ονομασία έχει κατοχυρωθεί επίσημα.

Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού κυρίως ο τουρισμός στα παραθαλάσσια μέρη της Τσακωνιάς, αλλά και κατά τη διάρκεια όλου του χρόνου ο τουρισμός σε παραδοσιακούς ξενώνες στα ορεινά χωριά της περιοχής αποφέρει οικονομικά οφέλη στους μόνιμους κατοίκους. Αν και χρειάζεται βελτίωση των συνθηκών υποδομής σ' αυτόν τον τομέα, η γαλήνη του τόπου και οι πεντακάθαρες, μοναχικές παραλίες αποτελούν μεγάλο πόλο έλξης για ξένους και Έλληνες τουρίστες.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • "Αρχείον της Τσακωνιάς", Χρονικά των Τσακώνων, τόμος Α', Αθήναι 1956: "Το εμπόριο των Τσακώνων στα χρόνια της Τουρκοκρατίας" Στελ. Μερικάκη.
  • "Αρχείον της Τσακωνιάς", Χρονικά των Τσακώνων, τόμος Ε', Αθήναι 1980: Επιφυλλίδες ιστορικές: " Το εμπόριον των Τσακώνων" Μ. Τσάκωνα
  • "Αρχείον της Τσακωνιάς", Χρονικά των Τσακώνων, τόμος ΙΣΤ', Αθήνα 2002: "Τσακωνική ναυτιλία" Νίκου Ι. Κωσταρά.

1 Βεκίλης (αραβ. βεκίλ) Πληρεξούσιος αντιπρόσωπος, επίτροπος. Μεταξύ των λίγων ιδιαίτερων προνομίων, τα οποία παραχώρησαν οι Τούρκοι στους κατοίκους της Πελοποννήσου, ήταν να στέλνουν στην Κωνσταντινούπολη δύο ή τρεις προεστoύς, οι οποίοι φρόντιζαν για την ομαλή διεξαγωγή των υποθέσεων που αφορούσαν το Μοριά. Ταυτόχρονα, αποτελούσαν κατά κάποιο τρόπο και ένα είδος ομήρου, οι οποίοι παρείχαν εγγύηση για την πίστη και την υποταγή των συμπατριωτών τους χριστιανών στο σουλτάνο.

 

Αρχή σελίδας

Διαγωνισμός "Οι Νέοι στην Αρκαδία των Νέων Καιρών",
Φρειδερίκη Μπεκύρου - Βαγγέλης Ξηντάρης,
Υπεύθυνη Καθηγήτρια: Μορφωνιού Μαρία
Σεπτ. 2003, Πανεπιστήμιο Πατρών
Copyright 2003©


Τελευταία ενημέρωση: 31/05/2007
Τσακωνιά
Copyright 2001© - Δ. τόπος ΑΡΚΑΔΙΑ