|
Ο
τσακόνικος χορός είναι κλειστός και χορεύεται με το δεξί χέρι
του δεύτερου κάτω απ' το αριστερό του πρώτου, με τα δάχτυλα σταυρωτά
και σφιγμένα. Έτσι δεν επιτρέπεται μεγάλη ελευθερία κινήσεων στην
τρίτη διάσταση.
Η
προέλευση του χορού έχει προκαλέσει πολλές ερμηνείες με επικρατέστερες
τις απόψεις πως πρόκειται για γέρανο ή πύθιο χορό. Η πρώτη άποψη
της Δόρας Στράτου και της σχολής της υποστηρίζει ότι ο χορός που
αναπαριστά την προσπάθεια του Θησέα να βγει από το λαβύρινθο,
χορεύτηκε στη Δήλο και από κει μεταφέρθηκε στη Μ. Ασία και σε
πολλές πόλεις της Ελλάδας, αλλά διατηρήθηκε μόνο στη Ν. Κυνουρία.
Η αναζήτηση του γενεσιουργού παράγοντα του τσακόνικου χορού βασίζεται
πάνω στη σωστή και ουσιαστική αναγνώρισή του, στη γνώση της πραγματικής
και ζωντανής φυσιογνωμίας του ως χορευτικού "δρώμενου".
Το πρώτο σωστό βήμα προς την προσπάθεια αυτή εξασφαλίζεται με
τη σωστή κατηγοριοποίησή του, δηλαδή με τη σωστή ένταξή του μέσα
στο ευρύτερό του πλαίσιο-είδος της πολιτιστικής παράδοσης, μέσα
στο οποίο δημιουργήθηκε, καλλιεργήθηκε και επιβίωσε διαγράφοντας
τη μακρόχρονη μέχρι σήμερα πορεία του.
Τόσο
οι επιμέρους χορευτικές λεπτομέρειες των βημάτων, των κινήσεων
και των στάσεων ποδιών, χεριών και σωμάτων, όσο και οι συνολικότερες,
ενιαίες και συντονισμένες σχηματοποιητικές αρχιτεκτονικές κινήσεις
των χορευτών όλων μαζί, καταδεικνύουν, από την ίδια τη χορευτική
του εκτέλεση, την αυταπόδεικτη αλήθεια του, ότι: είναι ομαδική,
σε ανοιχτό δημόσιο χώρο, μπροστά σε κοινό θεατών, εκτέλεση καθορισμένων
με πολύ τέχνη κινήσεων, που αναπαριστούν και μιμούνται τις κινήσεις
και την όλη συμπεριφορά ενός ζωτικού στοιχείου από το φυσικό περιβάλλον
του ανθρώπου με σκοπό την πρόκληση οπτικοακουστικών εντυπώσεων
και συγκινήσεων και ότι το φυσικό του αντικείμενο της μίμησης
είναι το φίδι, ένα ζωικό στοιχείο - "στοιχειό" κατά
τη συνήθη λαϊκή έκφραση - με πολύ μεγάλη και βαθιά επίδραση στη
ζωή του ανθρώπου από τα πανάρχαια χρόνια. Ο καθοριστικός αυτός
ρόλος του φιδιού ακόμα και με την καθοριστική πράξη των "πρωτοπλάστων",
μέσα στον κήπο της Εδέμ και στις μέρες μας προβάλλεται με πολύ
ιεροπρέπεια.
Παρόλο
που ο σύγχρονος κλάδος της φιλολογικής επιστήμης, η ποιητική,
επιχειρεί να ταξινομήσει σε κατηγορίες τα δημοτικά μας τραγούδια,
χορευτικά και μη, με βάση κυρίως το περιεχόμενο των στίχων τους,
εντούτοις και για το σύνολο των χορευτικών τραγουδιών με βάση
τη χορογραφική και σκηνική μορφή τους μπορεί να γίνει αποδεκτή
μια γενική ταξινόμησή τους στις παρακάτω πέντε κατηγορίες: α)
της δουλειάς (κυνηγιού, ψαρέματος, γεωργίας κλπ.), β) της οικογενειακής
ζωής (του γάμου, έρωτα, αποχωρισμού), γ) του πολέμου (κλέφτικων,
ακριτικών κλπ.), δ) των αινιγματικών ή διδακτικών (προφητικών,
συμβολικών κλπ.) και ε) της γητειάς (του ήλιου, της βροχής, της
άνοιξης κλπ.).
Ο
τσακόνικος χορός με βάση τη χορευτική του ταυτότητα κατατάσσεται
στην τελευταία κατηγορία, της γητειάς. Ξεκίνησε ως "γήτεμα",
ως μιμητική και μαγική πράξη που τη συνόδευε και ανάλογος για
την εποχή του εκείνη, την απόμακρη, ένας πρωτόγονος μαγικός λόγος,
όπως ακριβώς γνωρίζουμε καλύτερα πως γινόταν και με το άλλο είδος
του χορευτικού δρώμενου, το διονυσιακό "διθύραμβο".
Όπως ο διθύραμβος πήρε σταδιακά και εξελικτικά νέο ποιητικό περιεχόμενο,
που καθόλου δεν αναφερόταν στη λατρεία του Διονύσου, έτσι και
ο τσακόνικος χορός έχει υπόθεση τελείως άσχετη με την πρωταρχική,
την πρωτόγονη γενετική του ρίζα, την "τοτεμική" λατρεία
για το στοιχειό της φύσης, το φίδι, που με το γητευτικό λόγο και
τη μιμητική χορευτική παράσταση-τελετουργία ήταν αναγκαίο να εξευμενιστεί
και να μεταπέσει από επικίνδυνο και εχθρικό σε φιλικό και ωφέλιμο
στοιχείο για τη ζωή του ανθρώπου. Είναι λοιπόν γεγονός αναμφισβήτητο
ότι ο σημερινός τσακόνικος χορός έχει διανύσει πολύ μεγαλύτερη
διάρκεια ζωής και πολύ ανώτερη και ευρύτερη πολιτισμική καλλιέργεια
και εξέλιξη από όση έχει διανύσει η δωρική γλώσσα για να φτάσει
μέχρι σήμερα, ζωντανή, να μιλιέται στα χείλη των Τσακόνων ως τοπική
πατροπαράδοτη σ' αυτούς δωρική νεοελληνική διάλεκτος.
Στις
μέρες μας, συνεχίζει να χορεύεται ως καλλιτεχνική ψυχαγωγική επίδειξη,
όπως επίσης και όλη η εθνικοί δημοτικοί μας χοροί μέσα στα πλαίσια
των επετειακών, ιστορικών, θρησκευτικών και των άλλων κοινωνικών,
εορταστικών εκδηλώσεων που απαιτούν ως αναγκαίο συμπλήρωμά τους
και αυτό το είδος της μουσικής, χορευτικής και ποιητικής απόλαυσης
και χαράς.
Βιβλιογραφία
1.
"Ελληνικό Πανόραμα", τεύχος 10ο, Σεπτέμβριος 1998
"Λεωνίδιο η μητρόπολη της Τσακωνιάς", Άκη Ντάνου, εκδ.
Άρκτος.
2.
"Περιήγηση στην Ανατολική Αρκαδία: Ο Τσακώνικος χορός",
Φιλίππου Β. Μπεκύρου και Ελένης Π. Τσαγγούρη, εκδ. Ένωση ξενοδόχων
και ιδιοκτητών τουριστικών καταλυμάτων Κυνουρίας.
3. "Ο Τσακόνικος χορός", Χρήστου Πετάκου, συμμετοχή
μορφωτικού συλλόγου Λεωνιδίου στην Πολιτιστική Ολυμπιάδα, Αθήνα
2003.
|