Η ΖΩΗ ΣΤΟ ΑΡΚΑΔΙΚΟ ΧΩΡΙΟ ΤΟΥ ΧΘΕΣ


Σελίδες: 1-2-3
Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΖΩΗ

 

 


Οι ετοιμασίες λοιπόν του γάμου ουσιαστικά ξεκινούσαν από την Τετάρτη το βράδυ οπότε και ανάπιαναν τα προζύμια για τα ψωμιά του γάμου. Ο γαμπρός καλούσε τους συγγενείς του και χόρευαν και τραγουδούσαν και εκεί που ανάπιαναν τα προζύμια έριχναν επάνω νομίσματα και τρία παιδιά, αγόρια, που είχαν μάνα και πατέρα, τα έπιαναν με το στόμα ενώ γέμιζαν τα πρόσωπά τους με αλεύρι. Την επομένη ημέρα Πέμπτη, το πρωί, ζύμωναν τα ψωμιά τρία κορίτσια που είχαν μάνα και πατέρα. Την ίδια ημέρα, κορίτσια και αγόρια από το σόι του γαμπρού, πήγαιναν στο βουνό να φέρουν τα ξύλα του γάμου, με τα οποία θα έψηναν το ψωμί και θα μαγείρευαν τα φαγητά. Μπροστά απ' όλη την παρέα πήγαινε "ο παντιερολόγος", ένα αγόρι που κρατούσε ένα κοντάρι επάνω στο οποίο ήταν κρεμασμένο ένα άσπρο τσεμπέρι (παντιέρα). Όταν επέστρεφαν φέρνοντας τα ξύλα τραγουδώντας, κρεμούσαν την παντιέρα στην αυλόπορτα του γαμπρού όπου έμενε μέχρι την Κυριακή που θα έρχονταν οι νεόνυμφοι από την εκκλησία.
Ακόμα την Πέμπτη γίνονταν και τα καλέσματα. Δίπλωναν τρία γαρύφαλλα και τρία κουφέτα σε χαρτάκια και τα μοίραζαν σε όλα τα σπίτια του χωριού λέγοντας, "είσθε καλεσμένος στον γάμο του τάδε".
Την Παρασκευή "γεμίζανε" τα προικιά της νύφης. Περνάνε φτέρη και γεμίζανε τα μαξιλάρια και τα στρώματα και τα εκθέτανε να τα δουν όλα τα κορίτσια του χωριού. Κάτω από τα μαξιλάρια βάζανε "το πουκάμισο" που θα έβγαζε η νύφη το βράδυ του γάμου, για ν' αποδείξει την αγνότητά της.
Την επομένη ημέρα Σάββατο, συμπέθεροι συγγενείς του γαμπρού, πήγαιναν να πάρουν τα προικιά της νύφης. Εμπρός πήγαιναν παιδιά με κάνιστρα στο κεφάλι που μέσα είχαν κουφέτα, τρία μπουκάλια ποτό, το φόρεμα της νύφης, χάρες για τα πεθερικά, για τα κουνιάδια και τις κουνιάδες, ρούχα, παπούτσια κ.λ.π. Μόλις μπαίνανε στο σπίτι της νύφης χόρευαν και έβαζαν και τη νύφη να χορέψει. Μετά αξίωναν τα ρούχα. Στρώνανε κάτω τρία κομμάτια ρούχα και βάζανε επάνω τρία παιδιά αγόρια, μέχρι δέκα χρόνων και τα σήκωναν ψηλά τρεις φορές και έλεγαν άξια, καλορίζικα, να ζήσουν και συγχρόνως έριχναν κουφέτα και χρήματα τα οποία μοιράζονταν τα παιδιά. Κατόπιν φόρτωναν τα προικιά στα ζώα, ενώ η νύφη έβαζε στα πέτα των συμπεθέρων μεταξωτά μαντίλια. Αυτοί εύχονταν στη νύφη να ζήσουν και την κερνούσαν χρήματα. Στη διαδρομή για το σπίτι του γαμπρού, ο κόσμος έριχνε στα προικιά ρύζι και εύχονταν καλορίζικα και να ζήσουν. Όταν έφθαναν στο σπίτι του γαμπρού τους υποδέχονταν με τουφεκιές και ευχές. Κατόπιν πετούσαν τρία μαξιλάρια στα κεραμίδια του σπιτιού και χόρευαν. Το βράδυ ο γαμπρός έκανε τραπέζι στους συγγενείς και στους φίλους του και το ξενυχτούσαν. Το ίδιο γινόταν και στης νύφης. Το Σαββατόβραδο πήγαιναν οι γονείς του γαμπρού στη βρύση να φέρουν νερό να λούσουν το γαμπρό και τραγουδούσαν:

"Πάμε να φέρομε νερό
να λούσουμε τον κυρ γαμπρό..."

Την Κυριακή το πρωί, κάθε καλεσμένος στο γάμο, ιδίως οι συγγενείς, πήγαιναν το τανταρούτσι, κρέας, ψωμί, κρασί. Τον κουμπάρο που θα στεφάνωνε τον καλούσαν την Παρασκευή με σφαχτό και γλυκά. Την Κυριακή το πρωί μετά την απόλυση της εκκλησίας, οι συγγενείς του γαμπρού πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού και της νύφης στο σπίτι της νύφης. Εκεί έπιαναν το τραγούδι και το χορό, και οι νεότεροι και οι κοπέλες πήγαιναν για τα στολίσματα του γαμπρού και της νύφης με χαρές και τραγούδια. Στο στόλισμα του γαμπρού έλεγαν το τραγούδι:

Φέρτε ξουράφι' απ' τον τροχό, λουρίδες του μπαρμπέρη
να μπαρμπερίσουμ' το γαμπρό, να πάμε για τη νύφη.
Κίνησε τ' αρχοντόπουλο νύφη να πάει να φέρει,
με τετρακόσιους άρχοντους, με χίλιους συμπεθέρους...
5 Κι οι στράτες μόσχο γιόμισαν και οι δεμοσιές λαλούδια
και οι εκκλησιές τριαντάφυλλα και τ' ’γιο Δήμα ρόιδα.
Ανάλογα τραγούδια λέγανε και στο στόλισμα της νύφης οι φιλενάδες της, μαζεμένες όλες στο σπίτι της, που συγχρόνως της πρόσφεραν διάφορα δώρα, ασημώματα, κοσμήματα και χρήματα.
Ευχή σου με, μανούλα μου, τώρα στα λούσματά μου
Με την ευχή σου μάτια μου να ζήσεις να γεράσεις
να ζήσεις χρόνους εκατό και να τους διαπεράσεις
να κάνεις τους εννιά υγιούς και θυγατέρα μία
5 Ευχή σου με πατέρα μου κι ας βρίσκεσαι στον ’δη
Με την ευχή μου μάτια μου κι ας βρίσκομαι στο χώμα
Έχετε γεια γειτόνισσες κι εσείς γειτονοπούλες
τι εγώ θα φύγω από δω, θα πάω σ' άλλη ρούγα
θα πάω σ' άλλη γειτονιά σ' άλλες γειτονοπούλες
10 θα κάνω ξένους εδικούς και ξένες παραμάνες.
Παρεθυράκια μου ψηλά δεχτείτε την κυρά σας
δεχτείτε την αφέντισσα που έρχεται απ' τα ξένα
μ' ασήμι και με μάλαμα θα φτιάξει τα κλειδιά σας
Γιά έβγα μανούλα του γαμπρού και πεθερά της νύφης
15 να ιδείς τι φέρνει ο γιούλης σου τι φέρνει από τα ξένα
φέρνει πέρδικα πλουμιστή πέρδικα φουμισμένη.

Κι εκεί στα στολίσματα της νύφης, η μάνα της με περίσσια χαρά για τη χαρά του παιδιού της, για το όνειρό της να τη δει νυφούλα, μπαινοβγαίνει στην κάμαρη που την στολίζουν οι φιλενάδες της και κάποια στιγμή, έλεγε και αυτή με τη σειρά της το δικό της τραγούδι:

Για σήκω απάνω κόρη μου και μη βαριά κοιμάσαι
δώσ' τα κλειδιά της μάνας σου και πάρε τα δικά σου
ωραίος είν' ο γάμος σου κι ωραία τα προικιά σου
ωραία κι η παρέα σου που κάθεται κοντά σου
5 Μηλίτσα είχα σπίτι μου και φούμιζε η αυλή μου
μα ήρθε ξένος κι απόξενος, ήρθε και μου την πήρε
ασκήμισε το σπίτι μου και φούμησε του ξένου
Κρύψε με μάνα κρύψε με, να μη με πάρει ο ξένος
Που να σε κρύψω κόρη μου, που ο ξένος δεν σ' αφήνει;
10 Κρύψε με στον βασιλικό στις δόλιες μαντζουράνες
Κι εκεί σε κρύβω κόρη μου κι ο ξένος πάει σε βρίσκει.
Και συνεχίζει η μάνα με παράπονο:
’σπρη μπαμπακιά μωρ' Παναγιώτα μου
άσπρη μπαμπακιά είχα στην πόρτα μου
15 και μπαμπάκι έγνεθα στην ρόκα μου
Μα 'ρθανε και μου μωρ' Παναγιώτα μου
μα 'ρθανε και μου την κλέψανε
σ' άλλη γειτονιά την εφυτέψανε
Μου την πήρανε την Παναγιώτα μου
20 μου την πήρανε με τους κλώνους της
και μ' αφήσανε με τους πόνους της
Μου την πήρανε την Παναγιώτα μου
μου την πήρανε με τα λουλούδια της
κι έμεινα σ' εμένα τα τραγούδια της

Αργότερα ο γαμπρός μαζί με τους συγγενείς του και με τη συνοδεία οργάνων πήγαιναν στο σπίτι του κουμπάρου, τον έπαιρναν και πήγαιναν για το σπίτι της νύφης, εκεί τους πρόσφεραν γλυκά και κουφέτα και χόρευαν όλοι μαζί βάζοντας τη νύφη μπροστά. Τη νύφη την πόδενε ο μπραζέρης ο οποίος έπρεπε να προσέχει διότι έτσι και κατά λάθος έπιανε το πόδι της νύφης, οι κοπέλες που παρακολουθούσαν τον τρυπούσαν με καρφίτσες. Κατόπιν ξεκίναγαν σε πομπή για την εκκλησία. Μπροστά πήγαινε ένα παιδί, με μεταξωτό μαντήλι στο πέτο, κρατώντας το δίσκο που μέσα είχε τα στέφανα, τις λαμπάδες του γάμου, και τα δώρα του κουμπάρου. Στην πομπή ακολουθούσε η νύφη συνοδευόμενη από το γαμπρό και μετά ο γαμπρός με τους συγγενείς του. Όταν έφευγε η νύφη από το σπίτι της τραγουδούσαν:

" Νύφη καλό σου κίνημα, καλό σου κατευόδιο
εφτού στον τόπο που θα πας και στου γαμπρού το σπίτι
σαν κυπαρίσσι να σταθείς σα δέντρο να ριζώσεις
και σα μηλιά γλυκομηλιά τους κλώνους σου ν' απλώσεις."

Στην εκκλησία τοποθετούσαν στο τραπέζι προς τη μεριά της νύφης την Κουλούρα του γάμου, μία μποτίλια κρασί και ένα ποτήρι το οποίο έσπαγε ο κουμπάρος, κατά τη διάρκεια του μυστηρίου όταν ο παπάς θα τους έδινε να πιουν. Την ώρα που λεγόταν στον απόστολο το "η δε γυνή να φοβείται τον άνδρα", η νύφη πατούσε το πόδι του γαμπρού. Την στιγμή που γύριζαν με το "Ησαΐα χόρευε..." ο κόσμος έριχνε στα νεόνυμφα ρύζι, κουφέτα και λεπτά πέταλα από λουλούδια. Όταν τελείωνε το μυστήριο ασπάζονταν όλοι τα στέφανα και τους νεόνυμφους και τους εύχονταν να ζήσουν. Οι συγγενείς της νύφης, της χάριζαν μεταξωτά μαντίλια και τα 'βαζαν στον ώμο του γαμπρού και τον χτυπούσαν συγχρόνως ένα σκαμπίλι. Από τα κουφέτα που ήταν μέσα στον δίσκο με τα στέφανα, έπαιρναν οι ανύπαντροι και τα έβαζαν κάτω από το μαξιλάρι για να δουν στον ύπνο τους ποιόν θα παντρευτούν.
Τελειώνοντας το μυστήριο έβγαιναν έξω από την εκκλησία όπου έπιαναν το χορό. Ο πρώτος χορός ήταν της νύφης, ο δεύτερος του γαμπρού, ο τρίτος του κουμπάρου κ.ο.κ. Αφού χόρευαν όσοι ήθελαν, έφευγαν όλοι μαζί. Σε κάποιο σταυροδρόμι που θα συναντούσαν, γινόταν η παράδοση της νύφης και ο κουμπάρος έδινε συμβολικά κάποια χρήματα στ' αδέρφια της νύφης.
Μετά την παράδοση τα συμπεθεριά χώριζαν. Της νύφης, πήγαινε στο πατρικό της όπου συνεχιζόταν το φαγοπότι και το γλέντι. Του γαμπρού το συμπεθεριό, μαζί με τους νεόνυμφους πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού, όπου θα έμενε το ζευγάρι. Εκεί η μάνα του γαμπρού έστεκε στην πόρτα με ένα εικόνισμα στο χέρι. Αφού την ασπάζονταν οι νεόνυμφοι και η πεθερά τους ευχόταν να ζήσουν, η νύφη τότε έσκυβε και προσκύναγε την πεθερά, φιλώντας της χέρι και πόδι. Η πεθερά, στην είσοδο του σπιτιού είχε βάλει τη μασιά ή άλλο σιδερικό για να πατά η νύφη και να είναι σιδερένια. Ακόμα έδινε από μια κουταλιά μέλι σε, καθέναν από του νεόνυμφους, τους γλύκαινε όπως έλεγαν. Κατόπιν η νύφη έπαιρνε ένα ρόιδο και σταύρωνε με αυτό την πόρτα, το ρόιδο είχε μέσα ασημένια κέρματα, μετά το σταύρωμα το πετούσε και όποιος το έπιανε ήταν τυχερός. Αφού γίνονταν όλα αυτά, ο κουμπάρος, έπαιρνε ένα μεταξωτό μαντίλι, έδενε με αυτό τους νεόνυμφους και τους τραβούσε μέσα στο σπίτι. Τότε έδιναν της νύφης ένα αγοράκι να κρατήσει στα χέρια της για να κάνει σερνικά παιδιά, αυτή το φιλούσε και το κέρναγε κουφέτα και λεφτά. Όταν τελείωναν όλα αυτά τα συμβολικά άρχιζε ο χορός. Πρώτη πάλι χόρευε η νύφη και της τραγουδούσαν το τραγούδι:

Ω Πανάγια μου Δέσποινα με το Μονογενή Σου
τ' αντρόγυνο που γίνεται να δώσεις την ευχή Σου
Ποιος ήταν ο προξενητής που μάσησε κανέλα
και ταίριασε τέτοιον αϊτό και τέτοια περιστέρα;
5 Ένα τραγούδι θα σας πω απάνω στο ρεβίθι
χαρά στα μάτια του γαμπρού που διάλεξαν τη νύφη.
Κι άλλο τραγούδι θέλ' ειπώ απάνω στη δεκάρα
να ζήσει η νύφη κι ο γαμπρός κουμπάρος και κουμπάρα
Κουμπάρε που στεφάνωσες τα δυο τα κυπαρίσσια
10 να σ' αξιώσει ο θεός, να 'σαι και στα βαφτίσια
Κουμπάρε που τους έβαλες τ' ολόχρυσα στεφάνι
να σ' αξιώσει ο θεός να βάλεις και το λάδι.

Το γλέντι και ο χορός συνεχιζόταν μέχρι να ξημερώσει. Το κουμάντο και το πρόσταγμα το είχε ο κουμπάρος. Τη Δευτέρα το πρωί, ο γαμπρός, η νύφη και συμπέθεροι πήγαιναν στο πατρικό της νύφης στα πιστρόφια. Εκεί τους καλοδέχονταν και τους προσφέρανε γλυκά και κρασί και το ρίχνανε πάλι στο χορό και στο τραγούδι. Κατόπιν φεύγοντας για το σπίτι του γαμπρού, τους ακολουθούσαν και κάποιοι συγγενείς της νύφης οι οποίοι συνέχιζαν το γλέντι στου γαμπρού. Από το σπίτι του γαμπρού αυτοί οι συμπέθεροι της νύφης, προσπαθούσαν να κλέψουν κάτι. Αν τους έπαιρναν χαμπάρι τότε τους σαμάρωναν. Την Τρίτη, η νύφη με διάφορες γυναίκες από το σόι του γαμπρού, πήγαιναν στον Αϊ Γιάννη και έκοβαν την κουλούρα του γάμου. Εκεί ασήμωνε η νύφη το νερό, ρίχνοντας μερικά κέρματα μέσα στις κωρύτες, τα οποία έπιαναν με το στόμα τα παιδάκια που τις ακολουθούσαν. Στην επιστροφή η νύφη γέμιζε μία κανάτα νερό και κέρναγε όποιον συναντούσε στο δρόμο καθώς και την πεθερά όταν έφθανε στο σπίτι.
Ένα σημείο στο οποίο έδιναν ιδιαίτερη βαρύτητα και σημασία ήταν η αγνότητα της νύφης, η οποία έπρεπε να διαπιστωθεί για να μη δοθεί λαβή για σχόλια. Το βράδυ της Κυριακής λοιπόν και ενώ οι καλεσμένοι γλεντούσαν, το ζευγάρι αποσυρόταν σε κάποιο φιλικό σπίτι όπου ήταν κατάλληλα προετοιμασμένο, για να κοιμηθούν. Μετά από κάμποση ώρα έβγαζαν το πουκάμισο και το έδειχναν στους καλεσμένους και έτσι απόδειχναν την αγνότητα της νύφης . Αυτό γινόταν αφορμή για πραγματικό ξεφάντωμα. Φυσικά πολλές φορές αν η νύφη δεν ήταν εντάξει, ο γάμος διαλυόταν και για να αποφευχθεί αυτό, με τη συναίνεση του γαμπρού, κάποιος κόκορας την πλήρωνε τη νύφη.


 

Αρχή σελίδας

Kείμενο: Ι. Ασημακόπουλος, Copyright 2001©

Τελευταία ενημέρωση: 12/01/2003
Περιεχόμενα
Copyright 2001© - Δ. τόπος ΑΡΚΑΔΙΑ