| |
Αρχιτεκτονική
|
|
|
Ο οικισμός της Στεμνίτσας, άριστα διατηρημένος, βρίσκεται στην καρδιά της Γορτυνίας, μιας από τις περιοχές με τους σημαντικότερους παραδοσιακούς οικισμούς της Πελοποννήσου μετά τη Μάνη. Η Στεμνίτσα εντυπωσιάζει τον επισκέπτη με τη μεγαλοπρέπεια μιας αυστηρής και λιτής αρχιτεκτονικής μέσα στο περίκλειστο και τραχύ ορεινό αρκαδικό τοπίο. Ο οικισμός οργανώνεται σύμφωνα με τα πρότυπα των ορεινών οικισμών της Αρκαδίας. Είναι χτισμένος στη μεσημβρινή πλευρά της πλαγιάς για να έχει καλύτερες κλιματικές συνθήκες και ανάμεσα σε τέσσερις ρεματιές για να έχει νερό. Γειτνιάζει με τα χωράφια και τους βοσκότοπους που εξασφαλίζουν τα βασικά για την επιβίωση, ενώ το δάσος προσφέρει την ξυλεία του. Η τοποθεσία είναι δυσπρόσιτη και καλά προφυλαγμένη ανάμεσα στους προβούνους του Μαινάλου. Πρόκειται για έναν οικισμό με ιδιαίτερη ενδοστρέφεια και καθαρά αμυντικό χαρακτήρα, που υπαγορευόταν από τον κίνδυνο των τουρκικών επιδρομών. Την καρδιά του οικισμού αποτελεί ένας στενός δρόμος με στροφές και γεφύρια, κατά μήκος του οποίου συγκεντρώνονται τα δημόσια κτίρια, τα μαγαζιά και τα εργαστήρια. Εκεί που ο δρόμος πλαταίνει, σχηματίζεται η πλατεία, το παλαιό "φόρο", κοινωνικός πυρήνας του χωριού, με την εκκλησία, το καμπαναριό, το δημαρχείο και τα καφενεία. Από τον κύριο δρόμο, τη "δημοσιά", ξεκινά ένα ακανόνιστο πυκνό πλέγμα πέτρινων δρομίσκων, τα καλντερίμια, που ανεβοκατεβαίνουν με μεγάλη ελευθερία, περνούν ανάμεσα από σπίτια και αυλές, βρύσες και σκιερούς θόλους (οι καμάρες στα ισόγεια των σπιτιών, που θυμίζουν τα βυζαντινά "διαβατικά"). Άλλοι σταματούν ξαφνικά μπροστά σε μεγάλες τοξωτές αυλόθυρες και άλλοι γίνονται μονοπάτια προς τα χωράφια, τις πηγές του δάσους και τα μακρινά ξωκλήσια. Τα σπίτια χτίζονται κατά κανόνα από γορτύνιους μαστόρους με ντόπια πέτρα και ξύλο. Η γυμνή πέτρα, όπως φαίνεται από μακριά, προσδίδει στον οικισμό τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του, την αίσθηση της στερεότητας, της διάρκειας και εναρμονίζεται με το τραχύ, ορεινό τοπίο, ενώ από κοντά φανερώνει τη μαστοριά του τεχνίτη στις λεπτομέρειες λάξευσης και αρμολογήματος, στους συνδυασμούς των δομικών μορφών και στη διακόσμηση. Οι όγκοι των σπιτιών, σε μια τέτοια αρχιτεκτονική της πέτρας, διαγράφονται αυστηροί , συμπαγείς και με έμφαση στις ακμές. Τα ανοίγματα είναι λίγα και μικρά και, όσο κι αν μεγαλώνουν αργότερα σε μέγεθος και πληθαίνουν, η κυριαρχία της μάζας στις επιφάνειες των τοίχων διατηρείται. Τα μπαλκόνια είναι μεταγενέστερη επίδραση και δεν ανήκουν στην τοπική παράδοση, ενώ υπάρχουν και πολύ λίγες περιπτώσεις "σαχνισιών", δηλαδή του κλειστού εξώστη που συναντάμε στη Βόρεια Ελλάδα. Οι στέγες των σπιτιών στηρίζονται σε ξύλινα ζευκτά και καλύπτονται με κεραμίδια. Είναι πάντοτε γερτές, δίρριχτες, τρίρριχτες και τετράρριχτες, με πιο συνηθισμένη μορφή την τρίρριχτη, για να ενσωματώνει λειτουργικότερα την καπνοδόχο του τζακιού. Τα σπίτια είναι εξέλιξη ενός παμπάλαιου τύπου αγροτικής κατοικίας, του "μακριναριού", παραλλαγές του οποίου συναντάμε σε κάθε ορεινό αρκαδικό χωριό. Το μακρόστενο αυτό σπίτι είναι ένας συμπαγής αυστηρός όγκος, λιτός από μορφολογική άποψη, ορθογωνίου σχήματος, με αναλογίες περίπου ένα προς δύο και με είσοδο στη μακριά πλευρά του. Στην παλαιότερη μορφή του είναι διώροφος, με κύριο χώρο ζωής το "ανώι", στο οποίο οδηγεί πέτρινη εξωτερική σκάλα, ενώ το ισόγειο θολωτό μονόχωρο, το "κατώι, λειτουργεί ως αποθήκη και στάβλος με ξεχωριστή είσοδο από την αυλή. Το ανώι με το κατώι συνδέονται συχνά απευθείας με απότομη ξύλινη σκάλα μέσω μιας οριζόντιας καταπαχτής, της "τράπας". Η αυλή, εκτός από τον καθαρά βοηθητικό της ρόλο, αποκτά και τη σημασία προδόμου, καθώς η κύρια είσοδος του σπιτιού βλέπει προς αυτή, γι' αυτό και διαμορφώνεται επιμελημένα. Η πέτρινη σκάλα που καταλήγει σε ξύλινο "χαγιάτι" μπροστά από την πόρτα του ανωγιού είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία του στεμνιτσιώτικου σπιτιού. Το εσωτερικό του σπιτιού, το ανώι , είναι τριμερές και διαμορφώνεται, με την παρεμβολή ελαφρών ξύλινων χωρισμάτων ("μπαγδατί"), στους εξής χώρους: (α) Την εμπατή ή μπασιά, χώρο εισόδου, συνήθως στα ανατολικά, με την απέναντί της καμαρούλα, που είναι μικρή αποθήκη και καμιά φορά χρησιμεύει ως χώρος ύπνου, (β) το χειμωνιάτικο που είναι ο κατ' εξοχήν χώρος διημέρευσης της οικογένειας. Έχει τζάκι, πέτρινο δάπεδο και ελάχιστα ανοίγματα. Είναι συνήθως ένα σκοτεινό δωμάτιο το οποίο θεωρείται κατευθείαν απόγονος προϊστορικών τύπων κατοικίας, (γ) Τη σάλα, το "καλό δωμάτιο", με ξύλινο πάτωμα - από το οποίο προέρχεται και η τοπική της ονομασία "πάτωμα". Είναι όμορφο δωμάτιο με πολλά ανοίγματα και πολύ φως, συνήθως μεσημβρινό και με θέα. Αναπαραστάσεις αυτών των χώρων μπορείτε να δείτε στο Λαογραφικό Μουσείο. Κατά την περίοδο ακμής της Στεμνίτσας, από τα μέσα του 19ου αιώνα περίπου, νέες ανάγκες οδηγούν στη διαμόρφωση του αρχικού τύπου του μακριναριού σε πολυώροφο, ενώ η κάτοψή του εξελίσσεται προσθετικά σε νέες παραλλαγές σχήματος Γ, τετραγώνου ή δίδυμων σπιτιών. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το πυργόσπιτο του Ροϊλού, η οικία Χατζή που στεγάζει σήμερα το Λαογραφικό Μουσείο, η αρχική μορφή του ξενοδοχείου Τρικολώνιο και η οικία Οικονομοπούλου. Η λιτή και ενδοστρεφής όψη και κάτοψη του σπιτιού διαφοροποιούνται, ενώ παρατηρούμε αύξηση του αριθμού και του μεγέθους των παραθύρων., εμφάνιση μικρών εξωστών με σιδεριά αντί για ξύλινο χαγιάτι, αλλά και έντονη επίδραση νεοκλασικών στοιχείων. Χαρακτηριστική είναι η εξέλιξη του τοξωτού υπέρθυρου, πρώτα σε οριζόντιο με ανακουφιστικό τόξο και ύστερα σε οριζόντιο νεοκλασικό. |
|
|
Από την ειδική έκδοση "Η Στεμνίτσα και το Φαράγγι του Λούσιου", Copyright © Δήμος Στεμνίτσας 1998 Φωτογραφίες: Μιχ. Αλμπάνογλου, Χαρ. Αντωνακόπουλος, Νίκος Δεσύλας, Π. Κούρος, Χρ. Παπούλιας, Γ. Φατούρος, Λαογρ. Μουσείο Στεμνίτσας. |
|
|
|
|
|
Copyright 2001 © - Δ. τόπος ΑΡΚΑΔΙΑ |
|