| |
Oικονομία
και κοινωνία
|
|
|
|
Κατά τις δύο περιόδους της Τουρκοκρατίας (1460-1685 και 1715-1821) και την ενδιάμεση περίοδο της Ενετοκρατίας, η Στεμνίτσα ευημερεί, αν και δε διαφεύγει των επιδρομών και των λεηλασιών των Τουρκαλβανών. Χάρη στο απόκρημνο και το απομονωμένο της τοποθεσίας της δε γνώρισε βαρύ τουρκικό ζυγό. Μόνιμα εγκατεστημένοι μουσουλμάνοι υπήρχαν ελάχιστοι (ένα νοικοκυριό καταγράφεται στην απογραφή του 1512/20), ενώ ο ελληνικός πληθυσμός αυτή την περίοδο αυξάνεται συνεχώς. Σύμφωνα με απογραφή του 1711, η Στεμνίτσα ήταν η ένατη σε πληθυσμό πόλη της Πελοποννήσου με 925 κατοίκους. Η αύξηση του πληθυσμού, σε συνδυασμό με τις περιορισμένες δυνατότητες ανάπτυξης της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, ανάγκασε τους κατοίκους να στραφούν προς την βιοτεχνία. Χρυσικοί, ασημικοί, μπρουτζάδες, καμπανάδες, κουδουνάδες, κανταρτζήδες (κατασκευαστές και επισκευαστές κανταριών), χαλκωματάδες, ντουφεξήδες, σιδεράδες, γανωματήδες και άλλοι εξειδικευμένοι τεχνίτες επεξεργάζονται το χαλκό, το μπρούτζο, το χρυσό και το ασήμι. Οι καμπάνες τους, τα μανουάλια, τα εκκλησιαστικά σκεύη, τα καντάρια, τα κουδούνια και τα κοσμήματά τους ταξιδεύουν σε όλη την Ελλάδα και στο εξωτερικό, ιδίως στην Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη. Τα μεταφέρουν οι ίδιοι οι στεμνιτσιώτες τεχνίτες σε ολιγοήμερα ή μεγαλύτερα ταξίδια, ενώ από τα μέσα του 19ου αιώνα ολοένα και συχνότερα και για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα οι στεμνιτσιώτες μεταλλουργοί λείπουν από το χωριό τους. Από την εποχή αυτή της διαρκούς άνθησης και της διαρκούς επικοινωνίας με την Κωνστανινούπολη έμεινε παροιμιώδης η χαριτωμένη έκφραση : "Από χώραν Στεμνίτζαν εις χωρίον Κωνσταντινούπολιν". Τα προϊόντα της αργυροχρυσοχοϊας (που πιθανόν αρχίζει να αναπτύσσεται ήδη από το 17ο αιώνα) διακινούνται σε όλη την Ελλάδα κατά το 18ο και το 19ο αιώνα. Κοσμήματα, καντήλια και ιερά σκεύη στεμνιτσιώτικης τέχνης βρίσκονται σε πολλά μέρη της χώρας. Αλλά και τα προϊόντα των μπρουτζάδων ταξιδεύουν παντού. Στεμνιτσιώτικες καμπάνες βρίσκονται στη Μόσχα, στην Οδησσό και στο Κίεβο. Στην κατάσπαρτη από μεταβυζαντινές εκκλησίες Στεμνίτσα οι σημαντικότερες στιγμές της ζωής του χωριού εκφράζονται με τον ήχο της καμπάνας. "Της καμπαναγιάς", όπως θα λέγαμε στα μεστιτσιώτικα, στη συνθηματική γλώσσα των τεχνιτών, που βασιζόταν κυρίως σε αναγραμματισμούς και στόχο είχε να μη γίνονται αντιληπτοί στους μη γνώστες οι διάλογοι των ομοτέχνων. Η κοινωνική ζωή της Στεμνίτσας διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο ζωής των μεταλλοτεχνιτών. Τα αδιάκοπα ταξίδια τους είχαν ως συνέπεια να αφήνουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα τις γυναίκες μόνες, οι οποίες αναλάμβαναν πολλές ευθύνες και ως εκ τούτου κατείχαν σημαντικότερη κοινωνική θέση απ' ό,τι σε άλλες περιοχές της Ελλάδος την ίδια περίοδο. Χαρακτηριστική για το δυναμισμό των γυναικών της Στεμνίτσας είναι η παραποίηση της παροιμίας "Της χήρας τ' άσπρα δεν περνάν κι ο λόγος της δεν πιάνει", στο "Της χήρας τ' άσπρα διπλοπερνάν κι ο λόγος διπλοπιάνει". Πλήθος εθίμων συνδέονταν με την άφιξη και την αναχώρηση του άνδρα. Η στεμνιτσιώτικη κοινωνία ζούσε διαρκώς με τη χαρά και τη λύπη της επιστροφής και της αναχώρησης συζύγων, αδερφών και πατεράδων. Όταν οι τεχνίτες γύριζαν από το ταξίδι τους μαζεύονταν, για το πρώτο καλωσόρισμα, στα κρασοπουλειά στα Ρασέικα, τη γειτονιά που πήρε το όνομά της από τα πολλά εργαστήρια υφαντικής. Εκεί, στο φως των λυχναριών, έπιναν το "στυλοκάρδι", όπως αποκαλούσαν χαρακτηριστικά το κρασί ("πασιάρι" στα μεστιτσιώτικα) και έτρωγαν, όταν υπήρχε, κανένα "καστραβέτσι" (αγγούρι) ή κανένα "σκουράτζο" (ρέγγα). Εκτός από τη μεταλλοτεχνία, στη Στεμνίτσα άνθησαν και άλλες τέχνες, όπως του κηροπλάστη, του σαμαρά, του ρασά, του τσαρουχά, του μπαλωματή και του βαρελά. Περιδιαβάζοντας κανείς σήμερα στους δρόμους του χωριού, εάν θέλει να ανασυστήσει την όψη τους την εποχή της ακμής τους, θα πρέπει να τους φανταστεί γεμάτους εργαστήρια και μαγαζιά "ν' αχολογάν από σφυριά κι αμόνια". Αναπαραστάσεις δοσμένες με ζωντάνια ορισμένων από τα εργαστήρια αυτά μπορεί να δει ο επισκέπτης στο Λαογραφικό Μουσείο Στεμνίτσας. Το εμπόριο ήταν επίσης μία σημαντική πηγή πλούτου. Ονομαστοί έμποροι με έδρα τη Στεμνίτσα διακινούσαν σε όλη τη Δυτική Πελοπόννησο προϊόντα που εισάγονταν από την Ευρώπη. Η κτηνοτροφία, η γεωργία και η εκμετάλλευση του δασικού πλούτου αποτελούσαν επίσης αξιόλογες πτυχές της οικονομικής ζωής. Στην περίοδο της ακμής της, τον 19ο αιώνα, μαρτυρείται ότι η Στεμνίτσα είχε 3000 κατοίκους. Σήμερα, μετά το μεγάλο κύμα της μετανάστευσης από τις αρχές ως και τα μέσα του αιώνα μας , έχουν απομείνει 400 περίπου κάτοικοι. Η τέχνη της αργυροχρυσοχοΐας διδάσκεται στην ομώνυμη δημόσια Σχολή, όπου φοιτούν περίπου 50 μαθητές, ενώ σε καταστήματα του χωριού θα βρείτε προϊόντα της στεμνιτσιώτικης αργυροχρυσοχοΐας. |
|
Από την ειδική έκδοση "Η Στεμνίτσα και το Φαράγγι του Λούσιου", Copyright © Δήμος Στεμνίτσας 1998 Φωτογραφίες: Μιχ. Αλμπάνογλου, Χαρ. Αντωνακόπουλος, Νίκος Δεσύλας, Π. Κούρος, Χρ. Παπούλιας, Γ. Φατούρος, Λαογρ. Μουσείο Στεμνίτσας. |
|
|
|
|
|
Copyright 2001 © - Δ. τόπος ΑΡΚΑΔΙΑ |
|