Πανοπέας (Αγ. Βλάσιος)

χάρτης περιηγήσεων του Παυσανία > χάρτης Φωκίδας


Ο Πανοπέας, ή Πανόπεια, είναι αρχαία Φωκική πόλη της Φωκίδας και γνωστή πόλη του Κοινού των Φωκέων, χτισμένη κοντά στα σύνορα των Φωκέων με τους Βοιωτούς στην κοιλάδα του Βοιωτικού Κηφισού. Στην θέση της αρχαίας πόλης βρίσκεται σήμερα το χωριό Άγιος Βλάσιος του Δήμου Χαιρώνειας του νομού Βοιωτίας, χτισμένο στους πρόποδες του δυτικού Θουρίου, 18 χλμ. από την Λειβαδιά.

Ο Παυσανίας αναφέρει ότι ο Πανοπέας απείχε 20 στάδια από την Χαιρώνεια και επτά από την Δαυλίδα. Στην αρχαιότητα ο Πονοπέας ήταν πάνω στην αρχαία οδό που οδηγούσε από την Θήβα στους Δελφούς και η κοντινότερη πόλη της Φωκίδας προς τη βοιωτική Χαιρώνεια. Τον συναντούσε κανείς οδεύοντας από τη Χαιρώνεια μετά από πορεία περίπου μιας ώρας σε πεδινό έδαφος. Από τον δρόμο αυτόν πιστευόταν ότι είχε περάσει ο Απόλλωνας όταν κατευθυνόταν προς την πόλη των Δελφών.

Μυθολογία

Οι πρώτοι κάτοικοι του Πανοπέα ήταν Φλεγύες από τον γειτονικό Ορχομενό. Σύμφωνα με τον μύθο ο ιδρυτής της πόλης ήταν ο μυθικός ήρωας Πανοπέας, γιος του Φώκου (γιου του Αιακού) και της Αστεροπίας. Ο Πανοπέας έλαβε μέρος στο κυνήγι του Καλυδωνίου Κάπρου, καθώς και στην εκστρατεία εναντίον των Ταφίων ή Τηλεβοών.

Όπως αναφέρει ο Όμηρος (κατάλογος των Νεών), ο Πανοπέας ήταν μία από τις εννιά Φωκικές πόλεις που είχαν συμμετάσχει στον Τρωικό πόλεμο (Ιλ. Β’ 517). Ο Όμηρος αναφέρει επίσης ότι από τον Πανοπέα ήταν ο βασιλιάς Σχέδιος, ένας από τους δύο αρχηγούς των Φωκέων στην εκστρατεία της Τροίας και ο Επειός (Ιλ. Ψ 665, Οδ. θ 493), γιος του βασιλιά Πανοπέα και επιδέξιος τεχνίτης και κατασκευαστής του Δούρειου Ίππου. Ο Έπειός ανεδείχθη ο μεγαλύτερος πυγμάχος των Αχαιών. Μετά την λήξη του Τρωϊκού πολέμου κατέφυγε στην Κάτω Ιταλία, όπου ίδρυσε την πόλη Μεταπόντιο, στο μυχό του κόλπου του Τάραντα, μεταξύ Θουρίων και Κρότωνα. Εκεί ανήγειρε ναό της θεάς Αθηνάς στον οποίο αφιέρωσε τα εργαλεία του με τα οποία λάξευσε τα ξύλα της Ίδης για την κατασκευή του Δούρειου ίππου.

Στην περιοχή αυτή ο Γενάρχης των Ελλήνων Δευκαλίων και η γυναίκα του Πύρρα, δημιουργούν μετά το μεγάλο Βοιωτικό κατακλυσμό του Δευκαλίωνα τους πρώτους Έλληνες από τα οστά της μητέρας Γης. Τα οστά της γης είναι οι πέτρες και από την πέτρα που λέγεται λάας γεννιέται ο λαός. Η ανθρωπογονία του Προμηθέα, καθιστά την περιοχή κοιτίδα των Ελλήνων. Από τον Πανοπέα, ξεκίνησε ο θεός Απόλλων να εκπολιτίζει τους ανθρώπους, όπως αναφέρει ο Στράβων. Στην πόλη του Πανοπέα καταγράφεται και η παρουσία του γίγαντα Τιτυού, γιού του Δία και της Γης. Ο Τιτυός όταν συνάντησε κοντά στον Πανοπέα την Λητώ, που πήγαινε στους Δελφούς, προσπάθησε να την κατακτήσει [1], αλλά εκείνη επικαλέστηκε τα παιδιά της, Απόλλωνα και Άρτεμη, τα οποία τον σκότωσαν. Ο Τιτυός είναι ο Γενάρχης μιας δυναστείας είκοσι τεσσάρων γενεών, από τους οποίους ιδρύθηκε και η πόλη Κυρήνη της Αφρικής. Στον Πανοπέα, ο βασιλιάς Στρόφιος, παντρεύεται την αδελφή του Αγαμέμνονα Αναξιβία και αποκτούν τον Πυλάδη. Μαζί με τον Πυλάδη θα μεγαλώσει και ο Ορέστης, σταλμένος από την Ηλέκτρα για να γλιτώσει πιθανή εκδίκηση του Αιγίσθου. Αργότερα ο Πυλάδης θα νυμφευθεί την Ηλέκτρα και θα ζήσουν στον Πανοπέα με τους δύο γιους τους Στρόφιο και Μέδοντα. Κατά τον Ησίοδο, την πανέμορφη Αίγλη, κόρη του βασιλιά Πανοπέα, την ερωτεύθηκε ο Αιγίμιος, βασιλόπουλο των Δωριέων που ζούσαν γύρω από την Οίτη, αλλά τελικά τη νυμφεύθηκε ο Αθηναίος Θησέας αφού εγκατέλειψε την Αριάδνη στην Νάξο.

Ιστορία

Ο Πανοπέας παρουσιάζει ίχνη κατοίκησης από το 18ο αι. π.Χ. Στη μυκηναϊκή εποχή (14ος-11ος αι. π.Χ.) διέθετε ισχυρή κυκλώπεια οχύρωση, λείψανα της οποίας σώζονται στη νότια κλιτύ του λόφου της ακρόπολης (κοντά στο Άγιο Βλάσιο). Η πόλη υπήρξε από τις πιο ισχυρές Φωκικές πόλεις για μεγάλη περίοδο της ιστορίας. Ειδικότερα, τον 4ο και τον 3ο αι. π.Χ. η πόλη βρισκόταν σε περίοδο ακμής.

Οι Πανοπείς συμμετείχαν στο νικηφόρο πόλεμο των Φωκέων κατά των Θεσσαλών. Αργότερα πολέμησαν με τους Σπαρτιάτες του Λεωνίδα και άλλους Έλληνες στις Θερμοπύλες κατά των Περσών. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ο Πανοπέας ήταν μία από τις Φωκικές πόλεις που κατέστρεψε ο Περσικός στρατός το 480 π.Χ.[2]. Η πόλη καταστράφηκε και κατεδαφίστηκε το 346 π.Χ. από τον μακεδονικό στρατό του Φιλίππου Β΄ της Μακεδονίας, κατά τον Γ' ιερό πόλεμο. Στη συνέχεια τειχίστηκε με ισχυρό οχυρωματικό περίβολο πριν την μάχη της Χαιρώνειας, το 338 π.Χ., και συνέχισε να είναι οχυρωμένη και στα ύστερα μακεδονικά χρόνια. Εκτός από την ακρόπολη, ήταν οχυρωμένη με τείχος και η πόλη του Πανοπέα που βρισκόταν στην πλαγιά του ίδιου λόφου.

Το 198 π.χ., στα ύστερα μακεδονικά χρόνια, η πόλη κατακτήθηκε και καταστράφηκε από τους Ρωμαίους υπό τον Φλαμινίνο Tίτο Κόιντο, στον πόλεμο κατά του Φιλίππου Ε΄. Το 86 π.Χ., κατά την σύγκρουση των Ρωμαίων με τον βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη, λεηλατήθηκε και καταστράφηκε από τον μιθριδατικό στρατό του στρατηγού Αρχέλαου, λίγο πριν συγκρουσθεί με τον Ρωμαϊκό στρατό του Σύλλα στη Χαιρώνεια.

Ο Παυσανίας πέρασε από την περιοχή και αναφέρει ότι η πόλη κατά την περίοδο ακμής της είχε περίμετρο επτά στάδια, αλλά στην εποχή του είχε ήδη παρακμάσει. Υπήρχαν μόνο μερικές καλύβες που τις κατοικούσαν λίγοι φτωχοί αγρότες.

Κληρονομιά

Η ακρόπολη της αρχαίας πόλης βρίσκεται στον τραχύ και πετρώδη λόφο Θούριο, πάνω από το χωριό Άγιος Βλάσιος. Στην κορυφή του σώζονται σε καλή κατάσταση τμήματα του οχυρωματικού τείχους με τετραγωνικές επάλξεις και τετράγωνοι πύργοι που περιέκλειαν την ακρόπολη. Ορισμένα τμήματα των τειχών είναι πολυγωνικά, ενώ κατέβαιναν την πλαγιά του λόφου και έφθαναν μέχρι την πεδιάδα συμπεριλαμβάνοντας μέρος της πόλης. Είναι καλοκτισμένα, με μεγάλες ορθογώνιες πέτρες, σε ισοδομική δόμηση.

Ο λόφος έχει δύο κορυφές και καθεμία είναι οχυρωμένη με ξεχωριστό τείχος. Η διαφορετική τοιχοδομία των δύο μερών δείχνει ότι η οχύρωση δεν είναι της ίδιας εποχής. Τα παλαιότερα τείχη της πόλης κτίστηκαν είτε στα μέσα του 4ου αιώνα και κατεδαφίστηκαν από το Φίλιππο το Β΄ μετά το 346 π.Χ., είτε κατά τον επανοικισμό των φωκικών πόλεων που έγινε λίγο πριν τη μάχη της Χαιρώνειας το 338 π.Χ. Υπήρχαν τρεις πύλες εισόδου, στη βόρεια, τη δυτική και νότια πλευρά.

Το 1907 ο Γ. Σωτηριάδης ανέσκαψε στη γειτονική περιοχή τάφους της κλασικής περιόδου. Το 1959 οι R. Hope Simpson και J. Lazenby βρήκαν στην περιοχή μυκηναϊκά όστρακα (14ος-11ος αι. π.Χ.) και εντόπισαν μυκηναϊκούς κιβωτιόσχημους τάφους.

Πρόσφατες έρευνες δυτικά της ακρόπολης, οι οποίες ακολούθησαν κάποιες καταγγελίες για εκτεταμένες λαθρανασκαφές, έφεραν στο φως εκτεταμένες νεκροπόλεις του αρχαίου Πανοπέα. Οι περισσότερες ταφές χρονολογούνται στα κλασικά και ελληνιστικά χρόνια. Οι τάφοι φαίνονται ομαδοποιημένοι. Σε ένα εκ των αγροτεμαχίων όπου πραγματοποιήθηκαν ανασκαφές ήρθαν στο φως ταφές ενηλίκων, ενώ σε άλλο αγροτεμάχιο βρέθηκαν αποκλειστικά παιδικές ταφές. Οι τάφοι της κλασικής περιόδου είναι κεραμοσκεπείς. Απαντούν ωστόσο και κιβωτιόσχημοι, λακκοειδείς, καθώς και πυρές. Τα παιδιά θάβονταν με τη μέθοδο του εγχυτρισμού, με τη χρήση δηλαδή κεραμικών σκευών ως σαρκοφάγων. Τα κτερίσματα περιλαμβάνουν κυρίως κεραμικά αγγεία (κάνθαρους, σκύφους, κοτυλίσκες, οινοχόες, μυροδοχεία κ.ά), μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει ένας μελανόμορφος σκύφος με επίθετο διονυσιακό προσωπείο ύστερης αρχαϊκής-πρώιμης κλασικής περιόδου. Βρέθηκε επίσης μικρός θησαυρός με 5 χάλκινα νομίσματα Φιλίππου Ε’. Τα ευρήματα εκτίθενται στο Μουσείο της Χαιρώνειας.

Σε όμορφο κεντρικό ύψωμα (Μαγούλα) στο χωριό Άγιος Βλάσιος, δεσπόζει ο πετρόκτιστος ναός του Σωτήρος, κτίσμα του 1861. Τον σηκό του υποβαστάζουν τέσσερις γρανιτένιες κολώνες, ενώ τον κοσμούν ωραία λίθινα υπέρθυρα και παραστάδες, ενσωματωμένα κατάλοιπα και αρχιτεκτονικά μέλη αρχαίου ελληνικού ναού κοντινής τοποθεσίας, ίσως του Διός Σωτήρος. Επίσης, στην περιοχή του χωριού ευδιάκριτα είναι αρχιτεκτονικά μέλη κτισμάτων της αρχαίας πόλης, ενσωματωμένα σε νεότερα κτίσματα, όπως στο κεντρικό πηγάδι στην είσοδο του χωριού, στην παλιά βρύση και σε παλιά ιδιόκτητα πηγάδια.

Πρόσβαση

Η πρόσβαση στο χωριό Άγιος Βλάσιος και στον αρχαιολογικό χώρο γίνεται από το δημόσιο δρόμο Λιβαδειάς – Λαμίας. Πριν την σιδηροδρομική γραμμή, στα αριστερά, υπάρχει δρόμος προς το χωριό, με κατεύθυνση προς τα νοτιοδυτικά.

Παραπομπές:

  • [1] Απολλόδωρος 1,4,1.
  • [2] Βικιθήκη, Ηροδότου Ιστορία/Ουρανία

Κείμενο:

Πάνος Παναγιωτόπουλος
Έργο Ε.Ε. «Οι Δρόμοι του Παυσανία», Πανεπιστήμιο Πατρών



Πηγές:





 

ευρύτερη περιοχή









επιστροφή στην κορυφή...