Άμφισσα

χάρτης περιηγήσεων του Παυσανία > χάρτης Φωκίδας


H Άμφισσα είναι πρωτεύουσα του νομού Φωκίδας, με πληθυσμό 7.000 κατοίκους. Βρίσκεται στο βόρειο άκρο του Ελαιώνα της Άμφισσας, του αρχαίου Κρισαίου Πεδίου της αρχαιότητας, στις νοτιοδυτικές απολήξεις της Γκιώνας. Στα ανατολικά της είναι ο Παρνασσός. Διοικητικά αποτελεί έδρα του Δήμου Δελφών και της Περιφερειακής Ενότητας Φωκίδας. Η Δημοτική Ενότητα Άμφισσας περιλαμβάνει τα χωριά Αγία Ευθυμία, Άγιος Γεώργιος, Άγιος Κωνσταντίνος, Δροσοχώρι, Ελαιώνας, Βίνιανη, Μοναστήρι, Προσήλιο και Σερνικάκι.

Κτισμένη πάνω στους αρχαίους δρόμους που συνδέουν την Ανατολική με τη Δυτική Ελλάδα, η Άμφισσα υπήρξε στο παρελθόν σημαντικός κόμβος, με σημαντικό ρόλο στα ιστορικά δρώμενα της περιοχής. Κατά το 13ο αι., έγινε γνωστή με την ονομασία Σάλωνα ή Σάλονα, ονομασία που επικράτησε μέχρι τα μέσα του 19ου αι. Παλαιότερες ασχολίες των κατοίκων ήταν η βυρσοδεψία, η κωδωνοποιία και η σχοινοποιία. Σήμερα η τοπική οικονομία βασίζεται κατά πρώτο λόγο στην ελαιοκαλλιέργεια, λόγω του μεγάλου «Ελαιώνα της Άμφισσας», ο οποίος προστατεύεται ως μέρος του Δελφικού Τοπίου. Οι κάτοικοι ασχολούνται επίσης με την κτηνοτροφία. Μάλιστα η περιοχή είναι πρώτη στην παραγωγή κατσικίσιου γάλακτος.

Ιστορία

Αρχαίοι και ρωμαϊκοί χρόνοι

Στη θέση της Άμφισσας τοποθετείται η αρχαία ομώνυμη πόλη που υπήρξε σημαντική πόλη-κράτος και πρωτεύουσα των Εσπερίων ή Οζολών Λοκρών. Ο Ηρόδοτος αναφέρει την Άμφισσα ως «ύπερθεν του Κρισαίου πεδίου», ενώ ο Παυσανίας μνημονεύει δύο αξιομνημόνευτους τάφους που υπήρχαν στην πόλη, της Άμφισσας και του Ανδραίμονος, που ήταν πατέρας του βασιλέα των Αιτωλών και ήρωα του Τρωικού πολέμου, Θόαντος. Τα «Κυκλώπεια Τείχη» της Ακρόπολης της Άμφισσας μαρτυρούν την ύπαρξη της πόλης από τους προϊστορικούς χρόνους.

Από τον 8ο αι. π.Χ., η Άμφισσα διατηρούσε εμπορικές σχέσεις με την Κόρινθο και με πόλεις της βορειοδυτικής Πελοποννήσου. Τον 7ο αιώνα π.Χ. οργανώθηκε ως πόλη-κράτος με τις τέχνες και το εμπόριο να γνωρίζουν άνθηση που διήρκεσε για τρεις αιώνες. Το 653 π.Χ. κάτοικοι της πόλης και της ευρύτερης περιοχής μετανάστευσαν στην Κάτω Ιταλία όπου ίδρυσαν την αποικία των Επιζεφύριων Λοκρών, μια πόλη που υπάρχει μέχρι σήμερα με το όνομα Locri. Στον Πελοποννησιακό Πόλεμο (431-404 π.Χ.), η πόλη ήταν σύμμαχος των Σπαρτιατών εναντίον των Αθηναίων. Το 338 π.Χ., κατά τον Δ΄ Ιερό Πόλεμο, επειδή είχε καταδικαστεί για ασέβεια και αρνήθηκε να πληρώσει πρόστιμο για παράνομη καλλιέργεια κτημάτων του Κρισαίου Πεδίου που ανήκαν στους Δελφούς, η πόλη και η ακρόπολή της καταστράφηκαν ολοσχερώς από τον Φίλιππο Β' της Μακεδονίας, που προΐστατο του Αμφικτυονικού Συνεδρίου των Δελφών.

Στη συνέχεια η πόλη ανοικοδομήθηκε και από τον 3ο αι. π.Χ. προσχώρησε στην Αιτωλική Συμπολιτεία, αποτελώντας μια από τις σπουδαιότερες πόλεις της. Το 278 π.Χ. συμμετείχε στη νικηφόρα μάχη κατά των Γαλατών, που εδραίωσε την κυριαρχία της Συμπολιτείας στον Ελληνικό χώρο.

Κατά το 2ο αι. π.Χ., μετά την έκδοση του δόγματος της Ρωμαϊκής Συγκλήτου, αποτέλεσε ανεξάρτητη πόλη και πρωτεύουσα της Οζολίας Λοκρίδας. Αυτή ήταν η περίοδος της μεγαλύτερης ακμής της. Η πόλη έκοψε τότε δικά της νομίσματα, ενώ είχε Βουλή και Εκκλησία του Δήμου. Το 190 π.Χ. ο Ρωμαίος ύπατος Μάνιος Ακίλιος Γλαβρίωνας απέτυχε να την κυριεύσει. Αργότερα, η πόλη συνήψε ειρήνη με τη Ρώμη και παρέμεινε ανεξάρτητη χωρίς να καταβάλει φόρους. Την περίοδο 174 - 160 π.Χ. γνώρισε μεγάλες καταστροφές από τον πόλεμο μεταξύ των φιλορωμαίων Αιτωλών και των αυτονομιστών. Το 27 π.Χ. ο πληθυσμός της αυξήθηκε θεαματικά, μετά την εγκατάσταση πολλών Αιτωλών οι οποίοι δεν υπάκουσαν τη διαταγή του Οκταβιανού Αυγούστου να εποικίσουν τη Νικόπολη. Στη συνέχεια η Άμφισσα ήταν για τουλάχιστον δύο αιώνες μία από τις πλέον ακμάζουσες ελληνικές πόλεις των ρωμαϊκών χρόνων.

Βυζαντινοί και νεότεροι χρόνοι

Οι πληροφορίες για την Άμφισσα κατά τη Βυζαντινή περίοδο προέρχονται κυρίως από το «Χρονικό του Γαλαξειδίου», που γράφτηκε από τον Ιερομόναχο Ευθύμιο και βρέθηκε από τον Κωνσταντίνο Σάθα ο οποίος το επεξεργάστηκε και το δημοσίευσε. Στα τέλη του 10ου αι. η Άμφισσα δέχθηκε επίθεση από τις ορδές των Βούλγαρων του Σαμουήλ, οι οποίοι την κατέλαβαν και σκότωσαν πολλούς κατοίκους της. Το 1054 η πόλη υπέφερε από πανούκλα.

Στις αρχές του 13ου αι. (1204-1205), κυριεύθηκε από τους Φράγκους και μετονομάστηκε σε Σάλωνα. Οι Φράγκοι ίδρυσαν την Βαρωνία των Σαλώνων, με έδρα τα Σάλωνα. Πρώτος κόμης των Σαλώνων ορίστηκε ο Θωμάς Α' d'Autremencourt (1204-1210/12), ο οποίος έχτισε το Κάστρο των Σαλώνων πάνω στην ακρόπολη της πόλης. Η πόλη και ολόκληρη η περιοχή πέρασε το 1210 στον δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Α' Κομνηνού Δούκα, μέχρι το 1215. Η Βαρωνία των Σαλώνων τέθηκε από νωρίς κάτω από την επικυριαρχία του πρίγκηπα της Αχαΐας, η οποία διατηρήθηκε μέχρι το 1311 όταν ο κόμης των Σαλώνων Θωμάς Γ' d'Autremencourt σκοτώθηκε στη μάχη του Αλμυρού εναντίον των Καταλανών. Το 1278 ο κόμης των Σαλώνων ήταν υποτελής του κύρη των Αθηνών.

Το 1311 η Βαρωνία των Σαλώνων καταλήφθηκε από τους Καταλανούς και στη συνέχεια έγινε Κομητεία. Το Μάιο του 1380, καταλήφθηκε από την Εταιρεία των Ναβαρραίων. Μέχρι το 1394 την εξουσία άσκησε η βυζαντινή κόμισσα Ελένη Καντακουζηνή. Το 1397 η κομητεία πέρασε στους Τούρκους, μετά από πρόσκληση του δεσπότη Σεραφείμ προς αυτούς να καταλάβουν τα Σάλωνα για να απαλλάξουν την πόλη από τον Φράγκο δυνάστη Κόντο. Μετά την περιοχή κατέλαβε ο δεσπότης του Μυστρά, Θεόδωρος Α' Παλαιολόγος, ο οποίος μη διαθέτοντας τη δύναμη να την κρατήσει, την πούλησε στους Ιωαννίτες ιππότες. Κατά την περίοδο της Καταλανοκρατίας, η κομητεία διοικείτο με βάση την καταλανική νομοθεσία. Το 1410 περιήλθε οριστικά στους Οθωμανούς Τούρκους.

Κατά την Τουρκοκρατία, έγιναν διάφορες εξεγέρσεις στην περιοχή της Παρνασσίδας. Η κυριότερη ήταν το 1687, όταν ο επίσκοπος Σαλώνων Φιλόθεος και ο αρματωλός Κούρμας ελευθέρωσαν την περιοχή από τους Τούρκους, μέχρι το 1698.

Η περιοχή των Σαλώνων είχε λαμπρή συνεισφορά στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 με την ανάδειξη αγωνιστών όπως ο Σαλώνων Ησαΐας, ο Αθανάσιος Διάκος, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο Πανουργιάς, ο Γ. Γκούρας, ο Γ. Μακρυγιάννης, ο Δυοβουνιώτης, κ.ά. Ήταν η πρώτη πόλη της Ρούμελης που επαναστάτησε και καταλήφθηκε από τον Πανουργιά στις 27 Μαρτίου 1821. Στις 10 Απριλίου 1821 (ανήμερα το Πάσχα) οι Έλληνες κυρίευσαν το Κάστρο των Σαλώνων, που ήταν το πρώτο κάστρο που επανήλθε σε ελληνικά χέρια. Μετά την απελευθέρωση, τα Σάλωνα έγιναν η πρωτεύουσα της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδας. Οι Τούρκοι θα καταλάβουν δύο φορές την πόλη, το 1825 προσωρινά, και το 1826, με τον Κιουταχή. Τη δεύτερη φορά, θα την κρατήσουν μέχρι το 1829, όταν και θα την παραδώσουν στον Δ. Υψηλάντη.

Τον Απρίλιο του 1941 η πόλη καταλήφθηκε από τους Γερμανούς. Στα χρόνια της κατοχής θα υποστεί πολλά δεινά, με πυρπολήσεις χωριών, διωγμούς και εκτελέσεις. Στη Γκιώνα και τον Παρνασσό έδρασε οργανωμένο αντάρτικο, που έδωσε νικηφόρες μάχες εναντίον των κατακτητών. Κατά τον Εμφύλιο πόλεμο η πόλη θα δοκιμασθεί και πάλι, με πολλές απώλειες για τους κατοίκους.

Αρχαιολογικοί Χώροι

  • Το Κάστρο των Σαλώνων ή Κάστρο της Ωριάς στη θέση της ακρόπολης της αρχαίας Άμφισσας, στην κορφή του βραχώδους λόφου Κόφινας. Διατηρούνται λείψανα των αρχαίων Κυκλώπειων Τειχών, με λείψανα τριών ρυθμών δόμησης, ελληνικού, ρωμαϊκού και βυζαντινού. Το κάστρο είναι χτισμένο εν μέρει με αρχαίο υλικό, με προσθήκες ελληνιστικές, βυζαντινές, και φραγκικές. Σώζονται ο εσωτερικός περίβολος, η εσωτερική πύλη, ο βυζαντινός Πύργος της Βασίλισσας και η Φράγκικη Εκκλησία.
  • Σκαλιστός θολωτός Μυκηναϊκός τάφος στη θέση Λυκότρυπα, στη βάση του λόφου Κόφινα στο ανατολικό άκρο της Άμφισσας.
  • Παλαιοχριστιανικό Βαπτιστήριο του 3ου-4ου αι. μ.Χ. δίπλα στον Μητροπολιτικό Ναό της Ευαγγελιστρίας, με ρωμαϊκά και χριστιανικά ψηφιδωτά.

Αρχαιολογικό Μουσείο Άμφισσας

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Άμφισσας, λειτουργεί από το 2004 και βρίσκεται στο χώρο όπου έγινε η Α' Εθνοσυνέλευση Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος το 1821, σε μεταγενέστερο κτήριο, των αρχών του 20ού αιώνα. Φιλοξενεί πλούσιες νομισματικές συλλογές και αρχαιολογικά ευρήματα από την περιοχή της Φωκίδας.

Οι νομισματικές συλλογές περιλαμβάνουν προκερματικό χρήμα, κερματόμορφο χρήμα, τη νομισματική συλλογή του Δρόσου Κραβαρτόγιαννου, νομίσματα των ρωμαϊκών, υστερορωμαϊκών και βυζαντινών χρόνων, νομίσματα από τη Ενετοκρατία και τη Φραγκοκρατία, καθώς και νομίσματα από την ίδρυση του Νέου Ελληνικού Κράτους μέχρι σήμερα.

Τα αρχαιολογικά εκθέματα προέρχονται από Άμφισσα, Κίρρα, Κάλλιο, Λιλαία, Πολύδροσο, Ιτέα, Χρισσό, Αγία Ευθυμία, Ερατεινή, κλπ. και περιλαμβάνουν ψηφιδωτά, τάφους, επιτύμβιες στήλες, επιγραφές και αντικείμενα από την εποχή του Χαλκού μέχρι και τους ρωμαϊκούς χρόνους. Ξεχωρίζουν ένα εντυπωσιακό άγαλμα της Περσεφόνης από το αρχαίο Κάλλιο και η συλλογή πήλινων κεφαλών με διαφορετικά χτενίσματα που βρέθηκαν στην Άμφισσα. Στην αυλή του μουσείου εκτίθενται επιγραφές από την ευρύτερη περιοχή καθώς και ψηφιδωτά από την Άμφισσα.

Συνοικία Χάρμαινα

Στην Άμφισσα ενδιαφέρον παρουσιάζει η παλιά γραφική συνοικία «Χάρμαινα», με τα παλιά παραδοσιακά ταμπάκικα, τα στενά καλντερίμια και την ομώνυμη πηγή. Είναι μοναδική στον ελληνικό χώρο και προσμετρά ζωή τουλάχιστον 500 ετών. Βρίσκεται στο ψηλότερο σημείο της πόλης, πολύ κοντά στο κάστρο. Τα ταμπάκικα φημίζονταν για την ποιότητα των δερμάτων που οφειλόταν στις ευεργετικές ιδιότητες του νερού της πηγής Χάρμαινας, όπως έγραφε ο Άγγλος περιηγητής Dodwell που επισκέφτηκε την Άμφισσα στις αρχές του 19ου αι. Η βυρσοδεψία άρχισε να παρακμάζει μεταπολεμικά, κυρίως λόγω του ανοίγματος της αγοράς στα φθηνότερα εισαγόμενα δέρματα. Σήμερα έχουν απομείνει ελάχιστα εργαστήρια ταμπάκηδων που συνεχίζουν να λειτουργούν με τον παραδοσιακό τρόπο. Από το 1989, σαράντα δύο παλιά βυρσοδεψεία - ταμπάκικα έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα και μερικά από αυτά έχουν αναπαλαιωθεί.

Διαδρομές με αφετηρία την Άμφισσα

Η Άμφισσα προσφέρεται σαν ορμητήριο για ενδιαφέρουσες διαδρομές στην ευρύτερη περιοχή. Ενδεικτικά αναφέρονται ο παλιός δρόμος που οδηγεί στο Γαλαξίδι μέσω Αγίας Ευθυμίας, Βουνιχώρας και Πεντεορίων, όπως και η διαδρομή προς τα γραφικά χωριά Προσήλιο (11 χλμ.) και Βίνιανη (14 χλμ.), που είναι χτισμένα στις υπώρειες της Γκιώνας.

Ευχάριστη επίσης είναι - ειδικά την άνοιξη - μια περιήγηση στον παλιό δρόμο που διασχίζει τον ελαιώνα της Άμφισσας και περνά από τα χωριά Άγιος Γεώργιος, Άγιος Κωνσταντίνος και Σερνικάκι.

Μια μεγαλύτερη οδική διαδρομή είναι αυτή που μέσω της ιστορικής Γραβιάς (32 χλμ.) και του χωριού Πολύδροσος (45 χλμ.), καταλήγει στο σημαντικό αρχαιολογικό χώρο της Αρχαίας Λιλαίας, κοντά στις πηγές του Βοιωτικού Κηφισού. Στη Γραβιά, είναι επισκέψιμο το θρυλικό «Χάνι» (σε αναπαράσταση), όπου ο Οδυσσέας Ανδρούτσος κράτησε το τουρκικό στρατό και διέφυγε επιχειρώντας ηρωική έξοδο. Η Πολύδροσος (Κάτω Σουβάλα), ένα από τα πιο ενδιαφέροντα τουριστικά χωριά του Παρνασσού, είναι χτισμένη στις βορειοδυτικές υπώρειές του. Πολύ κοντά είναι η περιοχή της Αγίας Ελεούσας, με τις πηγές του Βοιωτικού Κηφισού και λίγο ψηλότερα ο αρχαιολογικός χώρος της Λιλαίας, με υπολείμματα των ναών και των τειχών της αρχαίας πόλης. Ο σημαντικότερος είναι ο ναός της Αρτέμιδος, του 7ου αι. π.Χ. Αργότερα στη θέση του χτίστηκε παλαιοχριστιανικός ναός της Παναγίας, στα ερείπια του οποίου διακρίνονται σήμερα μέλη του αρχαίου ναού.


Πηγές:





 

ευρύτερη περιοχή









επιστροφή στην κορυφή...