Ναύπακτος

χάρτης περιηγήσεων του Παυσανία > χάρτης Φωκίδας


Η σημερινή Ναύπακτος είναι παραθαλάσσια πόλη στη βόρεια πλευρά του Κορινθιακού Κόλπου και ανήκει διοικητικά στο νομό Αιτωλοακαρνανίας. Χτισμένη ανάμεσα στο Αντίρριο και στις εκβολές του Μόρνου ποταμού αποτελεί μία από τις αρχαιότερες ελληνικές πόλεις που γνώρισε περιόδους μεγάλης ακμής και συνδέθηκε με σημαντικά ιστορικά γεγονότα. Αυτό επιβεβαιώνεται από την άρτια οχύρωσή της, η οποία ξεκινά από το λιμάνι, συνεχίζεται με αλλεπάλληλα τείχη και καταλήγει στο κάστρο.

Ιστορία

Αρχαία Χρόνια

Η Ναύπακτος είναι πόλη με σημαντική ιστορία. Αναφέρεται από πολλούς αρχαίους και νεότερους συγγραφείς και περιηγητές, όπως και σε πολλές αρχαίες γραπτές πηγές.

Η αρχαία Ναύπακτος, τοποθετείται στη θέση της σημερινής πόλης. Υπήρξε σημαντική πόλη κατά την αρχαιότητα και γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή της στα ελληνιστικά χρόνια. Ο περιηγητής Παυσανίας δίνει πολλές πληροφορίες γι’ αυτήν.

Η εγκατάσταση στη θέση αυτή ανάγεται στα προϊστορικά χρόνια, όταν αποτελούσε τμήμα της χώρας των Οζολών Λοκρών (Στράβων Γ-247). Εμφανίζεται για πρώτη φορά στο τέλος των μυκηναϊκών χρόνων (12ος αι. π.Χ.), όταν οι Δωριείς κατασκεύασαν εκεί υποτυπώδη πλοιάρια[1] για να περάσουν απέναντι στην Πελοπόννησο. Αναφέρεται ότι η πόλη πήρε το όνομά της από το γεγονός αυτό, και συγκεκριμένα από τις λέξεις ναύς και πήγνυμι, που σημαίνει κατασκευή πλοίων. Ο αρχαίος ιστορικός Έφορος αναφέρει ότι οι Λοκροί κατασκεύαζαν από πριν τα πλοία τους εκεί.

Στα ιστορικά χρόνια, η πόλη, με το μικρό, αλλά καίριο λιμάνι της, προσέλκυσε το ενδιαφέρον των μεγάλων αντίζηλων ελληνικών πόλεων. Το 454 π.Χ. οι Αθηναίοι κατέλαβαν την πόλη και εγκατέστησαν εκεί Μεσσήνιους από την Ιθώμη, που είχαν εκδιωχθεί από τους Σπαρτιάτες (Θουκυδίδης, Ιστορία, 1.103), προκειμένου να διατηρήσουν οι ίδιοι τον έλεγχο του λιμανιού.

Το 429 π.Χ. κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο ο Αθηναϊκός στόλος υπό τον Φορμίωνα νίκησε τον Σπαρτιατικό στόλο υπό τον Κνήμο σε ναυμαχία σε ναυμαχία κοντά στη Ναύπακτο (Θουκυδίδης 2,80,4 και 2,90). Στον πόλεμο αυτό οι Μεσσήνιοι της Ναυπάκτου ήταν σύμμαχοι των Αθηναίων.

Το 426 π.Χ., με προτροπή των Μεσσηνίων της πόλης, εκστράτευσε κατά των Αιτωλών ο Αθηναίος στρατηγός Δημοσθένης (Θουκυδίδης 3,94). Οι Αιτωλοί τον απέκρουσαν στο Αιγίτιο και τον ανάγκασαν να υποχωρήσει. Ο Δημοσθένης, παρέμεινε στην Ναύπακτο, αποφεύγοντας να επιστρέψει στην Αθήνα. Ο Σπαρτιάτης στρατηγός Ευρύλοχος, ξεκίνησε από τους Δελφούς επικεφαλής 3000 οπλιτών και με την βοήθεια των Αμφισσέων και άλλων Εσπέριων Λοκρών, προήλασε στην Εσπερία Λοκρίδα (Θουκυδίδης 3,100) μέχρι την Ναύπακτο, αλλά απέτυχε να την καταλάβει [2].

Το 369 π.Χ. μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, η πόλη κυριεύεται από τους Σπαρτιάτες, οπότε οι Μεσσήνιοι εγκαταλείψουν την πόλη και αναχωρούν για τη Σικελία [3]. Η Ναύπακτος περνά ξανά στον έλεγχο των Λοκρών. Οι Αχαιοί κυριεύουν την πόλη, αλλά τελικά την απελευθερώνουν οι Θηβαίοι με τον Επαμεινώνδα, το 361 π.Χ.

Το 388 π.Χ. ο Φίλιππος Β' της Μακεδονίας παραχωρεί την πόλη στους Αιτωλούς. Η πόλη γίνεται κέντρο της Αιτωλικής Συμπολιτείας και φιλοξενεί τα συμβούλιά της. Η Ναυπακτία ονομάσθηκε Αιτωλία Επίκτητος.

Τη μεγαλύτερη ακμή της ως αιτωλική πλέον πόλη γνωρίζει η Ναύπακτος από τα τέλη του 3ου αι. π.Χ., οπότε και αναδεικνύεται σε σημαντικό κέντρο της περιοχής. Μετά και τους πολέμους με τους Αχαιούς και την καταστροφή του Θέρμου από τον Φίλιππο Β’ της Μακεδονίας, η Ναύπακτος γίνεται κατ' ουσία πρωτεύουσα της Αιτωλίας [4]. Το 191 π.Χ. οι Ρωμαίοι αφού πολιόρκησαν την πόλη, έλυσαν την πολιορκία υπογράφοντας ανακωχή με τους Αιτωλούς.

Η πόλη γνωρίζει ακμή επίσης και στα ρωμαϊκά χρόνια, λόγω της σημαντικής της θέσης απέναντι από τη Πελοπόννησο. Εξαρτημένη πλέον από τη ρωμαϊκή αποικία των Πατρών, και έχοντας επιστραφεί στους Λοκρούς, καθίσταται η σημαντικότερη πόλη της ερημωμένης Αιτωλίας.

Αποικία της Ναυπάκτου ήταν η νήσος Κέα, που έλαβε το όνομά της από έναν ήρωα της πόλης, τον Κέω. Από την Ναύπακτο, καταγόταν ο ποιητής Καρκίνος, που όπως υποστήριζε ο Χάρων έγραψε το ποίημα Ναυπάκτια έπη, κάτι που όμως ο Παυσανίας αμφισβητεί, καθώς και οι αγαλματοποιοί Μεναίχμος και Σοΐδας (Παυσανίας Αχαϊκά ΧVII,10).

Από τη δημόσια ζωή της πόλης είναι γνωστά από τις αρχαίες πηγές αρχαία ιερά αφιερωμένα στον Ασκληπιό, το Σάραπι, την Αθηνά Πολιάδα, την Αφροδίτη, τον Απόλλωνα και τον Διόνυσο. Από αυτά έχουν ταυτιστεί το ιερό του Ασκληπιού και της Αθηνάς, ενώ για τα υπόλοιπα υπάρχουν ασαφείς τοπογραφικές ενδείξεις. Αντίθετα αρκετά καλά γνωστή είναι η ιδιωτική ζωή της πόλης, με την αποκάλυψη σπιτιών, αλλά και τάφων που μαρτυρούν τα έθιμα των αρχαίων χρόνων.

Πολυάριθμες είναι οι επιγραφές που κατά καιρούς έχουν έλθει στο φώς μέσα στην πόλη, δίνοντας μαρτυρίες για την ύπαρξη ιερών αλλά και για περιστατικά από τη δημόσια ζωή της αρχαίας πόλης. Ενδεικτικά, έχουν ανευρεθεί επιγραφές αφιερωμένες ή αναφερόμενες στο Ναυπάκτιο θεό Σάραπη (κοντά στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής), στον Διόνυσο (στο λόφο του Αγίου Γεωργίου), στην Αθηνά Πολιάδα (έξω από το κάστρο της ακρόπολης) καθώς και σε ονόματα κατοίκων. Επίσης στους Δελφούς και στο Θέρμο, πρωτεύουσα της κοινοπολιτείας των Αιτωλών, βρέθηκαν πολλές επιγραφές, κυρίως απελευθερωτικές, οι οποίες αφορούν Ναυπάκτιους ως πωλητές ή ως μάρτυρες. Άλλες επιγραφές που αφορούν τη Ναύπακτο ή Ναυπάκτιους προέρχονται από τη Θίσβη, τον Δρυμό, την Κασσάνδρεια, την Κέα, την Δήλο και την Μαγνησία του Μεάνδρου [5].

Ευρήματα των ανασκαφών από την αρχαία πόλη φιλοξενούνται στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Αγρινίου.

Βυζαντινά, Μεσαιωνικά και Νεότερα χρόνια

Η Ναύπακτος υπήρξε σημαντική πόλη του Βυζαντίου, καθώς αποτελούσε σταθμό των ταξιδιωτών προς την Ιταλία και την Κωνσταντινούπολη. Υπαγόταν στην επαρχεία Ελλάδος ή Αχαΐας. Το φρούριό της επισκευάστηκε ριζικά τα χρόνια του Ιουστινιανού. Το 553, η πόλη καταστράφηκε από σεισμό. Επίσης, καταστροφές υπέστη από επιδρομές διάφορων λαών, όπως οι Σλάβοι (6ος-10ος αι.). Την εποχή του Κωνσταντίνου Ζ' του Πορφυρογέννητου έγινε πρωτεύουσα του Πέμπτου Θέματος της Ευρώπης (Ελλάς) ενώ το 10ο αι. συνενώθηκε με το Όγδοο Θέμα της Νικοπόλεως και έγινε έδρα του νέου.

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους, έγινε για περίπου έναν αιώνα (1204-1294) μέρος του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Το 1294 ο Δεσπότης της Ηπείρου, Νικηφόρος Α' Κομνηνός Δούκας, έδωσε την πόλη προίκα στον γαμπρό του Φίλιππο, πρίγκιπα του Τάραντα. Αυτός την οχύρωσε και έκοψε νομίσματα. Αργότερα η πόλη υπάχθηκε στο Δουκάτο των Νέων Πατρών και κατόπιν στην κυριαρχία του Αρβανίτη Μπούα Σπάτα. Την περίοδο εκείνη η πόλη ονομαζόταν από τους Έλληνες Έπακτος ή Επαχτος και από τους Φράγκους Νεοπάντ-Νεπάντ-Λεπάντ ή Λεπάντο. Από το 1407 μέχρι το 1499 ήταν στην κυριότητα των Ενετών, οπότε το κάστρο της έλαβε την σημερινή του μορφή. Το 1458 ο Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής την πολιόρκησε ανεπιτυχώς. Τελικά το 1499, ο Βαγιαζήτ ο Β' με τον Τουρκικό στόλο ανάγκασε τους Ενετούς να του παραδώσουν την πόλη.

Το 1571 έγινε η Ναυμαχία της Ναυπάκτου, στο στόμιο του Πατραϊκού κόλπου (κόλπος του Λεπάντο), δίπλα στις Εχινάδες νήσους. Με την ονομασία αυτή είναι γνωστή η μεγάλη ναυτική σύγκρουση που διεξήχθη ανάμεσα στον οθωμανικό στόλο και στις ενωμένες ναυτικές δυνάμεις της Sacra Lega, μιας Ιερής Συμμαχίας που συγκροτήθηκε από τους Ισπανούς, τον Πάπα, τη Βενετία και μερικά ιταλικά κρατίδια, στις 7 Οκτωβρίου 1571. Η ναυμαχία έληξε με νίκη των πρώτων και αποτέλεσε την σημαντικότερη φάση του πολέμου για την κατάκτηση της Κύπρου (1570-71). Η νίκη αυτή αποτέλεσε ορόσημο για την ιστορία της Ευρώπης, αλλά, αν και προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στους συγχρόνους, δεν επέφερε ουσιαστικό αποτέλεσμα για τους νικητές. Το 1687 η πόλη κατελήφθη ξανά από τους Ενετούς για 12 χρόνια. Τελικά με την Συνθήκη του Κάρλοβιτς, περιήλθε στους Τούρκους, όπως και η υπόλοιπη Στερεά. Η ναυμαχία αυτή υπήρξε ιστορικό γεγονός, γιατί σε αυτήν αναχαιτίσθηκε η απειλητική για την Ευρώπη τουρκική ναυτική δύναμη.

Το 1821 οι κάτοικοι της περιοχής πήραν δυναμικά μέρος στην Επανάσταση, και οι επιχειρήσεις στην πόλη άρχισαν τον Μάΐο. Οι Τούρκοι αντιστάθηκαν με επιτυχία για αρκετά χρόνια. Στις 18 Απριλίου 1829, η πόλη απελευθερώθηκε οριστικά, όταν ο Ανδρέας Μιαούλης απέκλεισε το λιμάνι της και ανάγκασε τους Τούρκους να παραδώσουν το κάστρο.

Οχύρωση και Ακρόπολη Αρχαίας Ναυπάκτου

Το Κάστρο βρίσκεται στην κορυφή του λόφου που δεσπόζει στην πόλη, σε υψόμετρο 200 μ. Είναι σε μεγάλο βαθμό έργο και δημιούργημα των Βενετών. Η επιβλητική του οχύρωση οφείλεται σε διαδοχικές κατασκευαστικές φάσεις από την αρχαιότητα έως και την τουρκοκρατία. Παρά τις καταστροφές και φθορές που υπέστη, αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά και καλοδιατηρημένα παραδείγματα φρουριακής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα. Η κορυφή του λόφου περικλείεται από κυκλικό τείχος διαμέτρου 100 μ., απ’ όπου ξεκινούν δύο βραχίονες που κατεβαίνουν, ο ένας ανατολικά και ο άλλος δυτικά, ακολουθώντας την κλίση του εδάφους. Αφού καμφθούν, κλείνουν με 2 πύργους την είσοδο του μικρού λιμανιού. Οι δύο βραχίονες ενώνονται με τέσσερα εγκάρσια τείχη, σχηματίζοντας από την κορυφή έως τη θάλασσα πέντε αμυντικές ζώνες ή διαζώματα οι οποίες μειώνονται σε έκταση όσο πλησιάζουν την κορυφή, ενώ ο καθεμία αποτελεί ανεξάρτητο φρούριο.

Η αρχαία πόλη της Ναυπάκτου βρισκόταν εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το κέντρο της πόλης και εκτεινόταν από την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής έως και το λιμάνι. Η οχύρωσή της φαίνεται ότι κατασκευάστηκε για πρώτη φορά στα κλασικά χρόνια και υπήρχε ήδη στα μέσα του 5ου αι. π.Χ. Ο Θουκυδίδης αναφέρεται στα τείχη της πόλης, όταν το 426 π.X. ο Σπαρτιάτης στρατηγός Ευρύλοχος επιχείρησε ανεπιτυχώς να κυριεύσει την πόλη.

Τα υπάρχοντα αρχαία οχυρωματικά κατάλοιπα δεν είναι αρκετά για να επιβεβαιώσουν ότι η σύγχρονη πορεία του τείχους ακολουθεί ακριβώς την αρχαία. Ειδικές μελέτες έδειξαν ότι τα βενετσιάνικα τείχη ακολουθούν σε μεγάλο βαθμό την αρχαία περιτοίχιση. Έτσι τα τείχη αυτά, από το λιμάνι στα δυτικά μέχρι το πρώτο εγκάρσιο στα βόρεια, και το βορειοανατολικό κομμάτι που κατέληγε κάπου στην περιοχή τού ξενοδοχείου «Ξενία», περιέκλειαν και προστάτευαν την αρχαία πόλη. Επίσης, από την αφήγηση του Θουκυδίδη για την πολιορκία της Ναυπάκτου από τον Ευρύλοχο το 426 π.Χ. [2] προκύπτει, ότι και το λιμάνι πρέπει να είχε πολύ καλή οχύρωση.

Ο οχυρωματικός της περίβολος, κατασκευασμένος κατά το ψευδοϊσόδομο σύστημα, είχε τετράγωνους πύργους και περιέκλειε μεγάλη έκταση, γεγονός που τον καθιστούσε δυσπρόσβλητο. Η ακρόπολη βρισκόταν στην κορυφή του λόφου του μεσαιωνικού κάστρου και μαζί με τα μακρά τείχη του περιβόλου αποτέλεσαν εν μέρει τη βάση της ενετικής οχύρωσης. Τμήματα του αρχαίου περιβόλου είναι και σήμερα ορατά στα ψηλότερα σημεία της πόλης, ενώ χαμηλότερα έχουν δεχθεί επιχώσεις και αποκαλύπτονται μέσα από τις σωστικές ανασκαφές που διεξάγονται στην πόλη. Σε πολλά σημεία του τείχους έχει γίνει χρήση αρχαίων λίθων, ενώ κατά μήκος των τειχών υπάρχουν κατάλοιπα από αρχαίους πύργους. Συμπληρώσεις δέχθηκε ο αρχαίος περίβολος κατά τα παλαιοχριστιανικά χρόνια.

Aσκληπιείο Ναυπάκτου

Το ιερό του Ασκληπιού βρισκόταν στο λόφο Τσουκάρι, στην περιοχή του Κεφαλόβρυσου, στο ανατολικό τμήμα της Ναυπάκτου. Ο περιηγητής Παυσανίας, ο οποίος βρήκε ήδη ερειπωμένο το ιερό κατά την επίσκεψή του στην πόλη, αναφέρει την επικρατούσα παράδοση για την ίδρυση του ιερού από τον ιδιώτη Φαλύσιο μετά από την ίασή του από ασθένεια των ματιών.

Μοναδικά κατάλοιπα του ιερού αποτελούν ένα μικρό βραχώδες άνδηρο ύψους 3.5 μ., στο οπίσθιο μέτωπο του οποίου σώζονται ως σήμερα αλλοιωμένα κατάλοιπα απελευθερωτικών επιγραφών, οι οποίες αναφέρουν το όνομα του θεού. Παρόμοιο επιγραφικό υλικό, του τέλους του 3ου - αρχών 2ου αι. π.Χ., έχει συλλεγεί από την ευρύτερη περιοχή του Ασκληπιείου.

Αξιοθέατα

  • Το καλοδιατηρημένο κάστρο που δεσπόζει στο λόφο με το πευκοδάσος πίσω και πάνω από την πόλη.
  • Το Ενετικό λιμάνι.
  • Τα παραδοσιακά σπίτια στο κέντρο της πόλης και τα πλακόστρωτα καλντερίμια.
  • Άγαλμα του Μιγκέλ ντε Θερβάντες στο λιμάνι της Ναυπάκτου.
  • Το ιερό του Ασκληπιού στο λόφο Τσουκάρι, στους πρόποδες του οποίου ο δήμος Ναυπάκτου έχει τοποθετήσει προτομή του Ασκληπιού.
  • Το παλιό αρχοντικό της οικογένειας Μπότσαρη που έχει μετατραπεί σε ιδιωτικό μουσείο.
  • Το μουσείο "Φαρμάκη". Ιδιωτικό ιστορικό μουσείο με συλλογές όπλων, λιθογραφιών, σπάνιων εγγράφων και εκδόσεων των αρχών του 19ου αι. και με προσωπικά αντικείμενα και όπλα του προγόνου του ιδιοκτήτη, οπλαρχηγού της Επανάστασης του 1821, Ιωάννη Φαρμάκη, ο οποίος έδρασε στη Ρούμελη.
  • Οι δύο παραλίες της πόλης Ψανή και Γρίμποβο.
  • Η κοντινή Γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου.

Παραπομπές και Σημειώσεις

  • [1] Στράβων (C-427): «…Πόλεις δ’ έσχον Αμφισσά τε και Ναύπακτον, ών η Ναύπακτος σημμένα Αντιρρίου πλησίον, ωνόμασται δ’ από της ναυπηγίας της εκεί γενομένης είτε των Ηρακλειδών εκεί ναυπηγησαμένων τον στόλον, είθ’ (ως φήσιν Έφορος) Λοκρών έτι πρότερων παρασκευασάντων…»
  • [2] Με διαταγή του Δημοσθένη, οι Ακαρνάνες οδήγησαν μέσα από το λιμάνι 1000 οπλίτες στην πόλη και ανάγκασαν τους Σπαρτιάτες να λύσουν την πολιορκία (Θουκ. Ιστ. Γ-102).
  • [3] Παυσανίας Μεσσηνιακά, XXVII και Φωκικά, Λοκρών Οζόλων ΧΧΧVΙΙΙ.
  • [4] Πολύβιος, Ιστορίες - Βιβλίο 5ο: 103.1, 105.1 107.5-7.
  • [5] L. Lerat, «Οι Εσπέριοι Λοκροί», 1952.

Συντάκτης:

Dr. Χ. Α. Αλεξόπουλος, Τμήμα Μηχ. Η/Υ και Πληροφορικής
Έργο Ε.Ε. «Δρόμοι του Παυσανία», Πανεπιστήμιο Πατρών



Πηγές:





 

ευρύτερη περιοχή









επιστροφή στην κορυφή...