...ή από πού κρατάει η σκούφια
του Διονύσου


Το κείμενο χρησιμοποιεί
πολυτονική γραμματοσειρά

«Μή μοι φθονήση τ’ νδρες λλήνων κροι,
Ε πτωχός ν τέτλη κ’ ν σθλοσιν λέγειν»

Ευριπίδου «Τήλεφος»               

« σατυρική δέ πό των σατύρων
κλήθη τήν τν ερόντων ατήν τοι
γεωργν και ετελν νθρώπων»

(Τζέτζη, σχολ. στον Λυκόφρονα, Ι,254 Μ)

 

 

Διόνυσος επιστρέφων από συμπόσιο Η μεταξύ «εσθλο» και «ετελος» σχέση δεν είναι δεδομένη. Συχνά έρχονται τα πάνω κάτω, ή χάμου, για να μιλήσουμε τη γλώσσα των χαμουτζήδων, οι οποίοι, πάντως, λέγοντας «χάμου» μπορούν να συνενοηθούν άριστα και με τον Όμηρο που λέει «χαμαί». Φαίνεται μάλιστα ότι οι ευτελείς, οι επί χαμαιστρώτου κλίνης κατακλινόμενοι, που κοιμούνται δηλαδή κατά γης, μπορούν ευκολότερα να ακούσουν μέσα από τους πόρους του χώματος τους ήχους του παρελθόντος, οι οποίοι φιμώνονται εκεί όπου επικρατεί η βασιλεία της ασφάλτου. Στην επικράτεια της ασφάλτου κανένας θεός πια δεν μπορεί να «πτύσει χαμαί» και να πλάσει ανθρώπους που θα ‘χουν τη σύσταση του χώματος- της γης- που τους γέννησε.

 

Έτσι, το δυστύχημα της «καθυστέρησης» προβάλλει ως προτέρημα, τουλάχιστον στη συνείδηση εκείνων που ψάχνουν να βρουν από ποιου είδους ρίζες αναβλάστησαν, που αναζητούν με άλλα λόγια να γνωρίσουν τον εαυτό τους και τον κόσμο γύρω τους.

 

Οι Αρκάδες, λοιπόν, λέει ο μύθος προήλθαν από τον Πελασγό που τον γέννησε η μαύρη γη πάνω στα Αρκαδικά βουνά, με την αποστολή να δημιουργήσει το ανθρώπινο γένος. Ο ιστορικός πυρήνας του μύθου αυτού σχετίζεται με το «αυτόχθονον» των Αρκάδων, που το αποδέχονται και οι επιφανέστεροι των αρχαίων Ελλήνων ιστορικών. Πέρα από κάθε αμφιβολία, η Αρκαδία υπήρξε η κιβωτός που διατήρησε αυθεντικότερα και σε μεγαλύτερη έκταση, από οπουδήποτε αλλού,τα προελληνικά και πρωτοελληνικά εκείνα στοιχεία που ανιχνεύονται στη μυθολογία και στη θρησκεία των λοιπών Ελλήνων. Η παράθεση στοιχείων που στηρίζουν αυτή την άποψη δεν είναι του παρόντος. Αρκεί η σύγκριση των νεότερων λαϊκών παραδόσεων της Αρκαδίας με τους αρχαίους αρκαδικούς μύθους, για να δειχθεί με ποιόν τρόπο εκπληκτικό λειτούργησε εδώ ο μηχανισμός της μετάδοσης από γενιά σε γενιά πίστεων και πεποιθήσεων και μάλιστα σε δυσμενέστερο περιβάλλον τώρα.

 

Εκείνο που μας ενδιαφέρει, όμως,είναι άλλο: να δούμε ποια σχέση μπορεί να είχε η Αρκαδία με τα στοιχεία εκείνα που συνέβαλαν στη γέννηση της κωμωδίας, του δράματος γενικότερα.

 

Οι πάντες συμφωνούν πως οι ρίζες του δράματος πρέπει να ανζητηθούν στις αρχέγονες διονυσιακές γιορτές, στην οργιαστική έξοδο του διονυσιακού θιάσου στα βουνά. Πλησιέστερο –από τα τρία είδη του δράματος- προς τις διονυσιακές αυτές τελετές είναι το σατυρικό δράμα,όπου ο χορός ήταν μεταμφιεσμένος σε σατύρους, τους οποίους ονόμαζαν και τράγους. Εξ αυτού προήλθε, κατά τον Αριστοτέλη, και η τραγωδία –στην οποία υπήρχε μικρή ποσότητα γελοίου «διά τό κ σατυρικο μεταβαλεν »- και η κωμωδία ασφαλώς. Όσο για το ποιος ήταν εκείνος στον οποίο ανήκει η τιμή της εφεύρεσης του δράματος, ο Αριστοτέλης σημειώνει: «τίς δέ πρόσωπα πέδωκεν προλόγους πλήθη υποκριτν και σα τοιατα γνόηται».

 

Ουδείς, ωστόσο, αμφισβητεί την καταγωγή των μυθικών εκείνων όντων που τα χαρακτηριστικά τους φέρουν οι μάσκες των χορευτών του σατυρικού δράματος. Οι σάτυροι, οι σειληνοί και ο Πάνας που συνοδεύουν, μόνιμα σχεδόν, το Διόνυσο, είναι Αρκαδικής καταγωγής. Γιατί να μην έχει την ίδια καταγωγή και ο Διόνυσος;

 

Μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα κοινή ήταν η πεποίθηση  για τη βαρβαρική καταγωγή του Διονύσου και της λατρείας του, που την έβλεπαν να έρχεται από τη Θράκη ή τη Φρυγία. Η ανάγνωση των πινακίδων της Πύλου ανέτρεψε αυτή την πεποίθηση. Αποδείχθηκε, δηλαδή, η ελληνικότητα του θεού, την οποία πιθανώς αποποιούνταν οι πολιτισμένες κοινόυητες της κλασικής εποχής, λόγω της έντονης αγριότητας μερικών μύθων που σχετίζονταν με τη λατρεία του. Παρακάμπτοντας το όχι μικρής σημασίας γεγονός ότι η Φρυγία φέρεται ως αρκαδική αποικία, ας δούμε τι συμβαίνει με τη λατρεία του Διονύσου στην Αρκαδία.

 

Μυθολογικά, πρώτα, σχετίζεται με τον Αρκαδικό θεό Ερμή (σ΄ αυτόν τον εμπιστεύθηκε ο Δίας) και με τον Πάνα. (Μεταξύ άλλων, οι μύθοι λένε πως ο Διόνυσος  έδωσε το όνομα στον τραγόμορφο αρκαδικό θεό, γιατί πάντας τους Ολυμπίους έτρεψε με την πρώτη εμφάνισή του, έτσι δύσμορφος καθώς ήταν). Ας σημειωθεί ότι στην Πελοπόννησο «Πάνας» έλεγαν και τους Σατύρους. Όμως, περισσότερο ασφαλής δρόμος, για να οδηγηθούμε σε κάποια συμπεράσματα, είναι οι ιστορικές μαρτυρίες για τη λατρεία του Διονύσου στην Αρκαδία. Το ότι ήταν ευρύτατα διαδεδομένη το μαρτυρούν ναοί, αγάλματα, τελετές. Επιλέγουμε να αναφερθούμε σε μια απ’ αυτές, επειδή δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η παλαιότητά της.

 

Απ΄όλες τις περιοχές της αρχαίας Αρκαδίας η πιο απομονωμένη και αμέτοχη στις εξελίξεις που επέφερε ο πολιτισμός ήταν η Κύναιθα. Οι λοιποί Αρκάδες, μάλιστα, περιφρονούσαν τους Κυναιθείς για την αγριότητα των ηθών τους. «Από τα πιο αξιομνημόνευτα του τόπου –γράφει ο Παυσανίας- είναι ένα ιερό του Διονύσου. Έχουν και γιορτή του Διονύσου χειμερινή, κατά την οποία άντρες αλειμμένοι με λίπη ξεκόβουν από κοπάδι βοδιών έναν ταύρο, όποιον ο ίδιος ο θεός τους υποδείξει και τον φέρνουν στο ιερό. Μια τέτοια θυσία συνηθίζεται σ’ αυτούς. Υπάρχει και μια πηγή κρύου νερού, σ’ απόσταση δύο περίπου σταδίων από την πόλη και πάνω από την πηγή ένα πλατάνι. Όποιος πληγωθεί ή αλλιώς κινδυνέψει από σκυλί λυσσασμένο θεραπεύεται πίνοντας από το νερό. Γι’ αυτό ονομάζουν την πηγή ’λυσσον. Έτσι, στην Αρκαδία το παρά τον Φενεό νερό, που το λένε Στύγα, θα νόμιζε κανείς ότι προξενεί τη συμφορά του ανθρώπου, ενώ η πηγή της Κύναιθας είναι μια ευλογία που αντισταθμίζει το κακό της Στύγας.

 

Αξίζει να αναφερθεί ότι και στον Φενεό,για τον οποίο έγινε λόγος προηγουμένως, υπάρχει μια πανάρχαια τελετή παρόμοια με αυτήν της Κύναιθας, προς τιμήν μιας άλλης χθόνιας θεότητας, της Κιδαρίας Δήμητρας: Ο ιερέας, φορώντας μάσκα που είχε τη μορφή της παλιάς θεάς Κιδαρίας, «χτυπούσε τους υποχθόνιους δαίμονες» (δηλαδή απήγγελλε ένα ξόρκι χτυπώντας το χώμα με ραβδιά), για να αφήσουν ελεύθερες τις παραγωγικές ιδιότητες της γης και να ‘ναι μεγάλη η συγκομιδή. Στην ίδια τελετή φαίνεται πως υπήρχε και ένας λατρευτικός χορός, ονομαζόμενος «κίδαρις», που χαρακτηρίζεται «σοβαρός» χορός. Το τελετουργικό της ιεροπραξίας, για να μην αλλάζει περιεχόμενο και μορφή, φυλασσόταν σ’ ένα κοίλωμα βράχου και ήταν απόρρητο για τους αμύητους.

 

Ανάλογες τελετές, βέβαια, μαρτυρούνται και σε άλλες περιοχές της Αρκαδίας, αλλά εδώ θα εστιάσουμε την προσοχή μας στο βόρειο τμήμα της που παρουσιάζει ειδικό ενδιαφέρον.

 

Ανατολικότερα της Στυγός υψώνεται το όρος Κυλλήνη, όπου ο Ερμής κατασκεύασε τη λύρα. Νότια της Κύναιθας βρίσκουμε τις πηγές του Τράγου ποταμού που διασταυρώνεται παρακάτω με τον Λάδωνα ο οποίος πρόσφερε υλικό για την κατασκευή της σύριγγος από τον Πάνα. Ακολουθώντας τον ρουν του Λάδωνος θα σταθμεύσουμε στην περιοχή που βρίσκεται ανάμεσα σε τρία Αρκαδικά κράτη: των Θελπουσίων, των Ψωφιδίων και των Κλειτορίων. Επιβλητική είναι εδώ η παρουσία ενός ιερού, στο Αφροδίσιον όρος, της Ερυκίνης Αφροδίτης, που η λατρεία της πανάρχαια και μεταφυτεύθηκε κατά τους Ομηρικούς χρόνους στην Πάφο, αλλά και στην Έρυκα της Σικελίας.

 

Η Αφροδίτη λατρεύεται ως Διώνη (ουρανία) και ως Πάνδημος. Κατά την Ιλιάδα η Αφροδίτη είναι κόρη του Διός και της Διώνης, ο Πλάτωνας δε εμφανίζει ως κύρια εκπρόσωπο της Διώνης την ιέρεια Διοτίμα από την Αρκαδία. Στην Ιλιάδα, πάλι, ο Διόνυσος γράφεται «Διώνυσος», κι αυτό μπορεί να οδηγήσει σε κάποια ερωτήματα και συσχετισμούς, αλλά υπάρχει και το δεύτερο συνθετικό της λέξης, που πολλοί το συνδέουν με την πατρίδα του Διονύσου τη Νύσα. (Eξ ου και ο προσδιορισμός «Νυσήιος», ο οποίος συνοδεύει το όνομα του Διονύσου συχνότατα). Πολλές περιοχές «μάρνανται» για την «κυριότητα» της πόλης: Εύβοια, Βοιωτία, Φωκίδα, Θεσσαλία, Νάξος, Θράκη, Καρία, Λυδία, Κιλικία, Αραβία, Αιθιοπία, Λιβύη. Μέχρι τις Ινδίες έφτασε η χάρη της ...Μια αρκαδική παράδοση μπορεί και να αποτελεί τον «μίτον της Αριάδνης» για την έξοδο απ’ αυτόν τον λαβύρινθο. Σύμφωνα μ’ αυτήν, ο Αρισταίος, επικεφαλής μιας ομάδας Αρκάδων, είχε μετάσχει στην εκστρατεία του Διονύσου στις Ινδίες. Ο Αρισταίος θεωρείται ότι ήταν θεότητα της παλαιότερης Ελλαδικής θρησκείας και στην Αρκαδία τον λάτρευαν ως Δία. Ως πατρίδα του φερόταν η Λιβύη, από την οποία έφτασε στην Αρκαδία όπου δίδαξε τον Αρκάδα εριουργία, τυροκομία και μελισσοκομία. Η δυσχέρεια αποκάλυψης του ιστορικού πυρήνα κι αυτού του μύθου είναι προφανής, γι’ αυτό ας επιστρέψουμε στον Λάδωνα και στην αφήγηση του Παυσανία: «Ο Λάδων από την Κλειτορία ρέει πρώτα κοντά στη θέση Λευκάσιον και Μεσόβοα, κατόπιν, διασχίζοντας τη θέση Νάσοι ( ... ), κατεβαίνει προς τους Θαλιάδες και προς ένα ιερό της Ελευσίνιας Δήμητρας. Μέσα σ’ αυτό υπάρχουν αγάλματα, ύψους τουλάχιστον εφτά ποδών το καθένα, της Δήμητρας, της κόρης και του Διονύσου, όλα λίθινα.

 

Η ονομασία «Νάσοι», που μνημονεύει ο Παυσανίας, επέζησε μέχρι των ημερών μας ως «Νάσια». Πρόκειται για μια θέση στη περιοχή όπου αναφαίνεται και πάλι ο Τράγος ποταμός, ο οποίος κοντά στην πόλη των Καφυών πεφτει σ’ ένα χάσμα γης και χάνεται. Το πρώτο αξιοπερίεργο είναι ότι η ασήμαντη χρησιμοποιήθηκε από τους ονοματοθέτες, κατά τη διαδικασία του πρώτου χωρισμού της νέας Ελλάδας σε δήμους, και πρόσφερε το όνομά της στο «Δήμο Νασών», που περιλάμβανε τα χωριά Δάρα, Κώμη, Χωτούσα και ’γαλι. Πιο φυσικό θα ήταν ο δήμος αυτός να έπαιρνε την ονομασία «Δήμος Καφυών», αφού οι Καφυές ήταν σπουδαιότερη πόλη στην αρχαιότητα και βρισκόταν στην περιοχή της Χωτούσας. Το άλλο αξιοπερίεργο είναι ότι, σε κέιμενα που αναφέρονται στην περιοχή, ο ποταμός Τράγος ονομάζεται «χείμαρος της Νουσσάς» ή «Νουσαΐτικο ποτάμι», πράγμα που παραπέμπει σε κάποια ονομασία Νούσσα ή Νούσα, όπου κάλλιστα μπορεί να θεωρηθεί ότι το «ου» αντιστοιχεί προς το «υ» και επομένως έχουμε να κάνουμε εδώ με κάποια Νύσσα ή Νύσα. (Η ονομασία «Νούσσα» μαρτυρείται και στη βιογραφία του Οσίου Λουκά, του τέλους του 10ου αι. μ.Χ. που ίδρυσε σ’ αυτόν τον τόπο το «Ασκητήριο της Νουσσάς»).

 

Ακόμα, όμως, κι αν δεχτούμε πως υπάρχει κάποια βάση αληθείας στα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, μπορούμε πάνω σ’ αυτήν να στηρίξουμε εκείνο που θα αποτελούσε την ουσία του πράγματος, δηλαδή την παρουσία της Αρκαδίας σ’ εκείνες τις εξελίξεις που οδήγησαν στη δημιουργία του δράματος; Το εγχείρημα δύσκολο και υπονομέυεται ευθύς εξ αρχής από την υποψία ότι το καθοδηγεί ένα «κατάπτυστο» τοπικιστικό πνεύμα. Αν, όμως, η αλήθεια «ετυραννήθη», από όσους είχαν τα γένεια και τα χτένια κατά την αρχαιότητα –όπως και σήμερα άλλωστε-,τι είναι πιο κατάπτυστο;

 

Aν λάβει κανείς υπ’ όψιν –προκειμένου περί θεάτρου-τι έχει σωθεί και τι έχει χαθεί από την όλη παραγωγή, αντιλαμβάνεται ότι τα κείμενα που έχουμε σήμερα στη διάθεσή μας δεν είναι ικανά να διανοίξουν δρόμους ασφαλείς για την εξεύρεση της αλήθειας. Αναφέρεται π.χ. ότι α) «Από του Θέσπιδος μέχρι του Ποσειδίπου έγραψαν 150 δραματικοί ποιηταί οι οποίοι εδημιούργησαν 1468 τραγωδίας και 1882 κωμωδίας». β) «Από του Κρατίνου μέχρι του Θεοπόμπου ανέβασαν στην Αθηναϊκή σκηνή τις κωμωδίες τους 41 ποιητές. Οι 14 ήσαν νεότεροι του Αριστοφάνους και δίδαξαν 365 κωμωδίες». Αλλά κι από τον Αριστοφάνη έχουμε «πλήρη γεύση» σήμερα, όταν μόλις το ένα πεμπτο του έργου διασώζεται;

 

Δεν είναι δίκαιο να ανρωτιόμαστε, λοιπόν, τι άραγε να περιλάμβανε η μη διασωθείσα «Αγη» του Ευριπίδου (που η σκηνή της «υπέκειτο εν Τεγέα») ή ο «Τήλεφός του»; Ποιο περιεχόμενο να είχαν τα «Αρκαδικά» Αραίθου του Τεγεάτου και του Αριστίπου τα οποία «πώλοντο»;

 

Τι να έγραφε στο διδακτικό του έπος ο Παγκράτης ο Αρκάς, στα ελέγη του ο Εχέμβροτος, στους αυλωδικούς του νόμους ο Κλονάς, στα ποιήματά του ο Τυρταίος ο Μαντινεύς; Και τι άραγε να έσκωπτον ο Αντιφάνης ο κωμωδός στον «Αρκάδα» του ή οι κωμωδοί Ιερότιμος και Νικόλαος εξ Αρκαδίας, που μόνο τα ονόματά τους μας παραδόθηκαν; Μήπως οι «ισχνές» διακρίσεις που απήλαυσε ο τραγικός Αρίσταρχος ο Τεγεάτης οφείλονταν στο γεγονός ότι «παρά τοις Αθηναίοις η κρίσις των δραματικών αγώνων δεν ήτο άμπεπτος. Και άλλοι ξένοι δραματικοί δεν εστέφθησαν πολλάκις ...».

 

Αν άφωνη ήταν επί αιώνες η Αρχαία Αρκαδία, τι θέλουν στους καταλόγους των νικητών κιθάρας και αυλού τόσα ονόματα Αρκάδων; Από πού ξεφύτρωσε η Ανύτη; Ποια μύγα να τσίμπησε τον Βιργίλιο για να γράψει «Soli cantare periti Arcades»; Και τι γύρευε στη Μαντινεία ο διαπρεπέστερος μουσικός της αρχαιότητας Αριστόξενος ο Ταραντίνος; Τα μη εκβαρβαρωμένα, δηλαδή, και τη γνήσια μουσική απόλαυση; Και να ‘γραφε τίποτα για όλα αυτά στα «περί τραγωδοποιών» και περί «τραγικής ορχήσεως» έργα που δεν διασώθηκαν;

 

To ίδιο «ουρανοκατέβατος» μοιάζει και ο Φόρμις ή Φόρμος ο κωμωδός. Οι πληροφορίες και γι’ αυτόν παρέχονται «με το σταγονόμετρο», αλλά μάλλον κάτι σημαντικό υποδηλώνουν:

 

«Εις την σχολή του Επιχάρμου ανήκει οΦόρμις ή Φόρμος, όστις εκ Μαινάλου της Αρκαδίας καταγόμενος απήλθεν εις Σικελίαν ως μισθοφόρος. Ενταύθα δια την ανδρείαν αυτού ετιμάτο λίαν υπό τε Γέλωνος και του Ιέρωνος. Κατά τον Σουΐδαν εγένετο και παιδαγωγός των υιών του πρώτου. Του ποιητού τούτου αι κωμωδίαι είχον υποθέσεις μύθους, όπως ο Αριστοτέλης μαρτυρεί : «Το δέ μύθους ποιεν, πίχαρμος καί Φόρμις ρξαν». Αποδεικνύουν δε τούτο και αι επιγραφαί των κωμωδιών του «δμητος», «λκίνους», «λκιόνες», «λίου πόρθησις», «ππος», «Κηφεύς ή κεφάλαια», «Περσεύς». Επειδή δε κατήγετο εξ Αρκαδίας εποίησε και «ταλάντην»».

 

Κωμωδιογράφος ήταν και ο γιος ή μαθητής του Φόρμι Δεινόλοχος.

 

Τον Επίχαρμο τον Κώο –το ένα μέλος του παραπάνω Αριστοτελικού διδύμου- τον «υιοθέτησε» ο Πλάτων κι έτσι έγινε γνωστός. Του άλλου, ούτε το όνομα δεν παγιώθηκε : Φόρμις ή Φόρμος;

 

Ευτυχώς ότι 170 χρόνια μετά τη γέννηση του Χριστού ο περιηγητής Παυσανίας δεν παρακάμπτει την Αρκαδία της «μεγάλης ερημίας», αλλά στέκεται ν’αφουγκραστεί τους «φθεγγομένους ιχθύς της». (Αλλιώς τι είδους «ψάρια» θα πιάναμε σήμερα ...). Το δυστύχημα είναι πως στους μετέπειτα χρόνους της παρατεταμένης σιωπής –μέχρι να ακουστεί το σάλπισμα της παλιγενεσίας- δε στάθηκε κάποιος νέος Παυσανίας να περπατήσει με το ίδιο ενδιαφέρον το αρκαδικό έδαφος. (Η ανάγκη κάνει τον Πούκεβιλ να μείνει λίγο παραπάνω, απ’ ό,τι υπολόγιζε, στα αρκαδικά χώματα κι έτσι μπόρεσε ν’ ακούσει το «ιό! ιό!» του αποκριάτικου αρκαδικού θιάσου). Όμως, είναι σίγουρο πως ο ’δωνις κατέβαινε «στα μονοπάτια του Χελμού για να πει μια καλημέρα της Γκόλφως», πως η πέτρα και η δρυς η λαλέουσα δεν απέσβετο στην Αρκαδία, απλώς τις ναϊάδες τις είπανε νεράιδες, και τις νύμφες μπούλες, και τους Πάνες και σατύρους χαμοδράκια και σμερδάκια και καλικαντζάρους. Στα τυπικά των τελετών των νέων αγίων συχνά πυκνά παρεισφρέουν παγανιστικές συνήθειες και τα τοπωνύμια ανοίγουν σήμερα ασφαλείς σύραγγες επικοινωνίας με το παρελθόν. Ίδια όπως η σήραγγα του Αρτεμισίου ανοίγει την πόρτα εισόδου για τη σημερινή Αρκαδία, χωρίς ίσως να υποψιάζεται ότι ακριβώς πάνω της υπάρχει η αρχαία δίοδος της «Πορτίτσας». (Κι εδώ που τα λέμε, πορτίτσα είναι κι η καινούργια δίοδος, αφού από δίφυλλη κατάντησε μονόφυλλη ...).

 

Η προφορική παράδοση, πάλι, κάνει το θαύμα της και στους πριν από το ξεσηκωμό χρόνους: Οι τσοπάνηδες κόβουν καλάμια σαν τον Πάνα για να φτιάξουν τη φλογέρα τους, κάθονται και λαλούν τα αιώνια πάθη του ανθρώπου, μεταδίδουν γύρω από τη φωτιά στους επόμενους τια παλιές παραδόσεις, αποκρυσταλλώνουν σε σύντομες φράσεις το απόσταγμα της πείρας τους. Πίσω απ’ όλα αυτά τα λαϊκά προϊόντα αναδεικνύεται μια δύναμη έμπνευση όχι τυχαία και ένα πνεύμα σπινθηροβόλο, που αυτόματα σε παραπέμπουν σε αρχαιότερα ανάλογα.

 

Ένα μόνο παράδειγμα από δημοτικό τραγούδι «αριστοφανικής» υφής:

 

                 Στο στενό της Κλενοβάς ροβολάει ένας πασάς

                 και μας φέρνει ένα χαμπέρι, για να παντρευτούν οι γέροι ...

                 Κι όσες γριές τ’ ακούσανε όλες επηδούσανε

                 και μια γρια μονοδοντού λάχανα μαγείρευε.

                 Μια κλωτσιά του τετζεριού, τέσσερις του καπακιού:

                 φάτε, κότες, λάχανα και κατσούλες τα ζουμιά ...

                 Γέρο, στεφανώσου με! Γρια μου, ξεφορτώσου με.

 

Κάτι τέτοια σε κάνουν να πιστεύεις πως τα λαϊκά δρώμενα συνιστούν το πρώτο θέατρο, με τις φοβερές τους «ατάκες» και τους πηγαίους ηθοποιούς τους. (Μήπως και στο θέατρο, λοιπόν, συνέβη κάτι ανάλογο μ’ αυτό που δεχόμαστε σχετικά με τη δημιουργία του Έπους;)

 

Δυο ακόμη δείγματα του κωμικού οίστρου των Αρκάδων. Το πρώτο από τον Φωτάκο: «Ένας κακομοίρης άντρας έλεγε στη γυναίκα του : Γυναίκα, αν πάθω τίποτα, τον σέμπρον να πάρεις άνδρα. Κι αυτή του απεκρίθη: κι εγώ άνδρα αυτό έχω στο νου μου!».

 

Το άλλο είναι ανέκδοτο Τριπολιτσιώτικο :

 

Στα 1914 ένας πελάτης του Μεγάλου Καφενείου διαμαρτύρεται στον καφετζή γιατί βρήκε μια μύγα στον καφέ του. Κι ο καφετζής : Αμ, με μια πεντάρα που μου δίνεις παραπάνω, κυρ Γιάννη, μπεκάτσα ήθελες να βρείς μέσα;

 

Επιχειρήσαμε μια σύντομη πορεία μέσα στο χρόνο, αφορμώμενοι από δύο Αριστοφανικές παραστάσεις στο Μαλλιαροπούλειο κι έναν πίνακα των πρώτων παραστάσεων του Αριστοφάνη στη νεότερη Ελλάδα. Εκεί βρήκαμε τον πρώτο συστηματικό μεταφραστή του Αριστοφάνη Πολύβιο Δημητρακόπουλο, που υπέγραφε ως Πολ Αρκάς, και τον Σοφοκλή Καρύδη να ηγείται του θιάσου που πρωτοπαρουσίασε Αριστοφανικό έργο. Αλλά και της πρώτης επιθεώρησης «Λίγο απ’ όλα» ο ένας εκ των δύο συγγραφέων της από την Αρκαδία δεν είναι κι αυτός; (Πρόκειται για τον Καστρίτη Δημ. Καραχάλιο που χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο Λάμπρος Αστέρης).

 

Το «αρκαδικό άλας», βέβαια, έχει κι άλλους πολλούς εκπροσώπους, παλιούς και νέους, αλλά ο λόγος θα ήταν μακρύς. Αρκεί να σημειώσουμε πως κι γελοιογράφος που τέρπει όλη την Ελλάδα σήμερα «Αρκάς» είναι κι αυτός ...

 

Γεωργία Δάλκου - Φιλόλογος Copyright 2002 ©



Πίσω στην κεντρική σελίδα

Copyright 2003© - ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΤΡΙΠΟΛΗΣ
Τελευταία ενημέρωση:07/01/2003